Τριάντα τρία μέτρα πάνω απ’ τη γη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άμα κτυπάς οκτάωρο κάθε μέρα πάνω από την ταμειακή μηχανή του σούπερ-μάρκετ, στο τέλος της μέρας το κεφάλι σου βροντάει μαζί με τη μηχανή-κάθε κτύπος και μια σφυριά στο κρανίο.

Ήταν που ήταν μια μίζερη δουλειά μονότονη και αδιάφορη, αυτές τις μέρες έγινε  αφόρητη. Μέρες κορονοϊού και πανδημίας  όπως σε κάτι ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ο πανικός.  Ο κόσμος αλαφιασμένος, πανικόβλητο κοπάδι, κάνει επιδρομή στο μαγαζί και αρπάζει, όποιος προλάβει, όσο προλάβει, επιλέγοντας αμάθητος τα απαραίτητα της επιβίωσης σε καιρούς καραντίνας. Μπροστά στο ταμείο σου στοιχισμένα καρότσια και άλλα καρότσια βαρυφορτωμένα, ουρά ατελείωτη.

Κι εσύ βιδωμένος εκεί, στην καρέκλα του ταμείου σου κτυπάς και κτυπάς ατελείωτα πακέτα από μακαρόνια, ρύζι, αλεύρι, κονσέρβες, λάδια, ξύδια, σαπούνια και όλων των ειδών τα απολυμαντικά, όσο ακόμη υπάρχουν στα ράφια.  Από το πρωί που αρχίζει ο Γολγοθάς σου δεν βλέπεις και δεν ακούς παρά μόνο το μονότονο μπιπ-μπιπ και ξανά μπιπ-μπιπ και ξανά και ξανά. Σαν ρομπότ μηχανικά κάνεις ξανά και ξανά τις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, παίρνεις  προϊόν, σκανάρεις- μπιπ, χτυπάς- μπιπ το σύνολο για τον πελάτη-μπιπ, κάρτα πληρωμής, κουνάς το κεφάλι και έρχεται ο επόμενος πελάτης/επιδρομέας, και μετά ο άλλος, ο άλλος, ο άλλος, χωρίς τέλος, ταινία από φιγούρες απρόσωπες χωρίς φύλο, χωρίς ηλικία.

Τα ράφια αδειάζουν, ακούγονται σπρωξίματα, φωνές, τσιρίδες, πέφτουν γαμοσταυρίδια.  Θέμα επιβίωσης πλέον τα απολυμαντικά και όποιος τύχει να βρεθεί μπροστά σε γεμάτο ράφι το σαρώνει—και για τους άλλους από  πίσω ποιος νοιάζεται, πρώτα ο δικός μας κώλος.  Οι γυναίκες είναι φωνακλούδες, αλλά και οι άνδρες ιδρωμένοι, βιαστικοί σπρώχνουν, βρίζουν,  παίρνουν στάσεις στρατηγικές με όπλο το καρότσι.

«Ήρθα πρώτος», «πήγαινε πιο πέρα», «περίμενε τη σειρά σου», φωνάζουν με αγανάκτηση και να τα γαντωμένα χέρια  αρπάζουν, διαγουμίζουν τα ράφια τους καιρούς της πολιορκίας από αόρατο εχθρό.  Αυτά μέχρι εξαντλήσεως αποθεμάτων και υπαλλήλων.

Ο φόβος σε κυκλώνει από παντού, μέγγενη που σφίγγει το στέρνο σου αλύπητα.  Με γάντια και μάσκα όλοι εξωγήινοι κομπάρσοι και πρωταγωνιστές σ’ ένα τρελό σενάριο επιστημονικής φαντασίας,  πολεμάς  για την επιβίωση τη δική σου, των δικών σου.  Το μυαλό κομμάτια,  δυο και τρία  και δεκατρία, χίλια κομμάτια, προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Πόσο ν’ αντέξει;

Φεύγεις από το σπίτι κάθε  πρωί κι αφήνεις πίσω σου ένα παιδικό μουτράκι κολλημένο στα σεντόνια στον ύπνο τον αθώο, τον ξέγνοιαστο.  Δεν προλαβαίνεις να το δεις και ξύπνιο πιά. Ξημερώματα φεύγεις, βράδυ γυρνάς.  Το παιδί κοιμάται.

«Πού είναι ο μπαμπάς;» ρωτάει τη μαμά του όταν κουράζεται να παίζει μόνο του, όταν θέλει να το πάρεις πάλι αγκαλιά.

«Θα ’ρθεί, θα’ ρθεί», του λέει εκείνη, «είναι στη δουλειά».  Λέξη ακατανόητη για το παιδί, συνυφασμένη με την απουσία σου.

Έψαχνες καιρό για μια δουλειά.  Δουλειά γραφείου, έλεγες, αλλά πού να τη βρεις;  Θαρρείς κι εσένα περιμένανε οι καλές δουλειές.  Πτυχία και ξένες γλώσσες έχουν πια πολλοί, η προσφορά μεγάλη και η ζήτηση μικρή στους μετα-μνημονιακούς καιρούς που έλαχες να ζεις.   Αρπάχτηκες από μια λύση που βάφτισες προσωρινή.  Προσωρινή μέχρι να δεις τι θα γίνει,  να πληρώνονται φαΐ και λογαριασμοί,  να τσουλάει κάπως η ζωή στα περιθώρια που σου δίνονται.

Είναι μέρες τώρα που το μυαλό σου άρχισε να φεύγει, να ξεφεύγει.  Ένα κομμάτι του μικρό, ελάχιστο,  ασχολείται με τη ρουτίνα, με τη ζωή σου τώρα.  Το υπόλοιπο, μόλις αρχίζει το μπιπ-μπιπ της ταμειακής, παίρνει το σύνθημα.  Κι έχεις φύγει, βρίσκεσαι πίσω στο χρόνο, παιδί, καλοκαίρι στο χωριό των παππούδων.  Ένα μικρό ψαροχώρι δίπλα στη θάλασσα είναι, αγκαλιά με το δάσος που κατεβαίνει μέχρι τα πεύκα του να χαϊδέψουν το κύμα.  Να ‘σαι, σε βλέπεις, με γυρισμένα παντελόνια τριγυρνάς στο λιμανάκι που λικνίζονται αδελφωμένα ψαρόβαρκες και τρεχαντήρια.  Χαζεύεις τα εντυπωσιακά  σκαριά με τα ψηλά κατάρτια και τους μεγάλους φανούς που ανάβουν για το βραδινό ψάρεμα.  Ξεχωρίζεις μέσα σ’ όλα  το πιο τρανό σκαρί,  του κυρ Τάσου λένε,  φτιαγμένο στους ταρσανάδες των Σπετσών, με το ψηλό, πολύ ψηλό σου φαίνεται, παιδί εσύ, κατάρτι. Τριάντα τρία ολόκληρα μέτρα ψηλό, τριάντα τρία μέτρα πάνω απ’ τη γη.

Είσαι τώρα εκεί, ψηλά στο κατάρτι, ψαροπούλι ανέμελο, ατενίζεις το πέλαγος το ανοιχτό,  τεντώνεις, ετοιμάζεσαι ν’ ανοίξεις τα φτερά και με μια κίνηση αδιόρατη, απαλή σαν χάδι, σηκώνεσαι, βρίσκεσαι στον αέρα.

«Έλα, παλληκάρι, τελείωνε, να προχωράμε», ακούς μια φωνή.

Προσγείωση απότομη. Γκρεμίζεσαι. Μπιπ-μπιπ, ξανά η μηχανή και σου ’ρχεται να ουρλιάξεις πίσω από τη μάσκα.-

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook