Χτυπάει το κουδούνι και η καρδιά μου πάει να σπάσει. Ανοίγω την πόρτα και ένα χέρι ακουμπά στην είσοδο ένα πλαστικό κλουβί μεταφοράς. Δεν θυμάμαι τις δυο γυναίκες που σε έφεραν. Δεν νομίζω πως τις πρόσεξα ποτέ. Πριν προλάβω να χαμηλώνω, άκουγα το γουργουρητό σου και το ένιωθα κάτω από τα πόδια μου! Δυο μηνών σκατό, και έκανες σαν κομπρεσέρ. Γονάτισα και ένα γκρι πατουσάκι προσπάθησε να με φτάσει. Δυο τεράστια μάτια, ένα μακρουλό μουσούδι, τεράστια αυτιά και μια μακριά, λεπτή ουρά. Κάτι ανάμεσα σε αρουραίο και νυχτερίδα. Στην αγγελία τής φιλοζωικής, είχαν μια τρίχρωμη, φουντωτή γατούλα για κράχτη. Σου έλεγαν πως την έδωσαν, αλλά έχουν κι άλλα γατάκια που ψάχνουν σπίτι. Δεν με ένοιαξε στιγμή. Ήθελα ένα δεύτερο γατάκι για να έχει παρέα η μεγάλη κι εσύ ήσουν έρωτας με την πρώτη μάτια. Σε βάφτισα Λύκα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η Μπουμπού δεν σε χώνευε, σε κοπανούσε με μανία, οπότε αναγκαστικά μπήκες σε περιορισμό μέχρι να σε συνηθίσει. Δυο μέρες μετά αρρώστησες για πρώτη φορά. Γαστρεντερίτιδα σε ένα πλασματάκι μια σταλιά. Νόμιζα πως θα σε χάσω. Αφού με λαχτάρισες καλά για 15 μέρες, συνήλθες απότομα και άρχισε η κοινή μας ζωή. Το να ρίξεις την Μπουμπού ήταν παιχνιδάκι για σένα. Γρήγορα γίνατε συμμορία, με αρχηγό την μεγάλη φυσικά, και κατεδαφίζατε καθημερινά το σπίτι. Η κυρία Γεωργία από κάτω, νόμιζε πως έχουμε εργαστήριο και κάνουμε κατασκευές και όλο έκανε παράπονα, μα όσες φορές κι αν έστειλε τον διαχειριστή, το μόνο που έβλεπε ήταν ένα κανονικό σπίτι με δυο ήσυχες γατούλες να κοιμούνται. Όλα αυτά μέχρι το βράδυ! Τότε έμπαινε μέσα σας ο σατανάς και αλλάζατε διαρρύθμιση στο σαλόνι, ρίχνατε τους τοίχους, φτιάχνατε τις ντουλάπες και γενικά κάνατε ανακαίνιση. Ακόμα θυμάμαι την ημέρα που ήρθε το ασθενοφόρο και την πήρε για το ψυχιατρείο.

Τα μόνα που ήθελες ήταν η παρέα της μεγάλης, αγκαλιές και χάδια. Έλιωνες και σου έτρεχαν σαλάκια από ευχαρίστηση. Να είμαστε οι τρεις μας, κι ας ήμασταν οπουδήποτε. Τόσο απλό ήταν να είσαι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η Μπουμπού, αλλά εκείνη ήθελε και ό,τι τρωγόταν! Αδέσποτη βλέπεις μέχρι τα έξι της, έζησε μεγάλες πείνες. Μεγάλωνες όμορφα, γινόσουν όλο και πιο τρυφερή, και ήσουν εξαιρετική κυνηγός. Όποια κατσαρίδα έκανε το λάθος να μπει στο σπίτι είχε υπογράψει την θανατική της καταδίκη. Γρήγορα και αποτελεσματικά. Την προσπάθεια να με μάθεις να κυνηγάω την εγκατέλειψες την πρώτη φορά που μου έφερες μισοπεθαμένη την καφέ αηδία, και οι τσιρίδες μου έφτασαν στα όρια του γαλαξία. Ξεπέρασες την απογοήτευσή σου για την ανικανότητά μου, και εκ τότε, απλά μάζευα τα πτώματα.

Είχες και μια απίστευτη ικανότητα στο να με λαχταράς! Η γαστρεντερίτιδα που πέρασες μωρό, σου άφησε ευαισθησία και είχες τους εμετούς στο τσεπάκι. Κάποιες φορές έντονους και για μέρες. Δώστου νοσηλείες, οροί, «Θα τα καταφέρει γιατρέ μου;» «Θα δούμε κυρία μου. Κάντε με συνδικαιούχο στον τραπεζικό σας λογαριασμό και θα κάνουμε το καλύτερο!». Γινόσουν καλά, γυρίζαμε σπίτι, έβαζα διχτυωτό καλσόν με λαμέ φούστα κι έβγαινα να γεμίσω τον λογαριασμό μέχρι την επόμενη φορά.

Το μόνο που μισούσες θανάσιμα, ήταν τα ταξίδια. Μας είχε καταδιώξει η αστυνομία στην Αθηνών – Λαμίας, γιατί τους τηλεφωνούσαν από τις περιοχές που περνούσαμε και τους έλεγαν ότι ακούγονται στριγκλιές από ένα κόκκινο βανάκι, σαν γυναίκα που την σφάζουν. Με τα πολλά μας έμαθαν και μας άνοιγαν το δρόμο να φτάσουμε γρήγορα στον προορισμό μας, για να τελειώσει το μαρτύριο όλων! Όταν είδες πως όσο και να τσιρίζεις, δεν πείθεις κανέναν (φορούσαμε ωτοασπίδες), άρχισες τον χημικό πόλεμο. Τσιρίδες, μυρωδιά σκατού, στάση, αλλαγή υποσέντονου, να σε καθαρίζω με μωρομάντηλα και πάμε πάλι για τα επόμενα 50 χιλιόμετρα. Μόλις φτάναμε, ήταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μέχρι το επόμενο ταξίδι.

Ξαφνικά όμως Λύκα μου, αρρώστησε πολύ η Μπουμπού σου. Ενάμιση χρόνο δεν έφυγες από δίπλα της. Ενάμιση χρόνο την έπλενες, γινόσουν το μαξιλάρι της, την είχες αγκαλιά. Όταν έφυγε, σπάραξες. Είδα δάκρυα στα μάτια σου, μου θύμωσες, κλείστηκες στον εαυτό σου, μέχρι που αρρώστησες κι εσύ. Διαβήτης από το σοκ της απώλειας είπε η γιατρός. Έπρεπε να σου κάνω ινσουλίνη δυο φορές τη μέρα. Εγώ, που βλέπω σύριγγα και αλλάζω χρώματα. Έτρεμε το χέρι μου, προσπαθούσα να σε τρυπήσω, κι εσύ γουργούριζες και μου έδινες κουράγιο. Και τα καταφέραμε! Πήρες τ’ απάνω σου, βρήκες τον παλιό καλό εαυτό σου, βρήκες και μπαμπά!

Ο άνθρωπός μου, έγινε και δικός σου. Αγαπηθήκατε αμέσως, σε βαθμό που με κάνατε να ζηλεύω! Έγινες το μοντέλο του και σε φωτογράφιζε με κάθε ευκαιρία. Σε λάτρεψε και τον λάτρεψες. Είπαμε να μην είσαι άλλο μόνη και σου φέραμε ένα μια σταλιά γατάκι. Την Σταλίτσα! Είχες μεγαλώσει πια για να παίζεις με το πιτσιρίκι, αλλά με έναν τρόπο την αποδέχτηκες, την αγάπησες και δεν άφηνες τίποτα να την πειράξει. Κι εκείνη σου είχε απίστευτη αδυναμία. Κολλημένη πάνω σου, όπως εσύ στην Μπουμπού… Όμως δεν είχε κανέναν να παίξει. Έτσι μπήκε στη ζωή μας ο Φοιβος. Τα μικρά λύσσαγαν παρέα, κι εσύ είχες την ησυχία σου. Είχαμε γίνει μια μεγάλη οικογένεια, γεμάτη τρυφερά πατουσάκια.

Λίγους μήνες πριν, άλλη μια γατούλα μπήκε στην παρέα των μικρών, η Τάρτα μας, ενήλικη πρώην αδεσποτούλα. Η αλήθεια είναι πως δοκιμάσαμε τα όριά σου! Πόσα ανόητα, μικρά γατάκια να αντέξεις; Είχες μεγαλώσει πολύ πια για τέτοια πράγματα. Όμως και αυτή, σε αγάπησε πολύ. Όσο και να την τραμπούκιζες, πάντα έβρισκε την ευκαιρία να κάτσει κοντά σου. Έσφιξες τα δόντια που σου είχαν απομείνει, έκανες την καρδιά σου πέτρα και την δέχτηκες, κάνοντάς μας ξεκάθαρο πως έτσι και φέρουμε ένα ακόμα, παίρνεις το καπελάκι σου και φεύγεις! Έτσι κι αλλιώς, γριούλα πια, κοιμόσουν πολύ, καθόσουν και χάζευες λίγο από το παράθυρο, αγκαλίτσες, χάδια και καμία βόλτα στα ΚΑΠΗ.

Μέχρι πριν τρεις μέρες Λύκα μου. Αρρώστησες απότομα. Νόμιζα πως απλά θα με λαχταρίσεις πάλι. Εσύ όμως με λαχτάρισες για τελευταία φορά. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Τα μικρά ήταν κοντά σου συνέχεια. Ούτε μια αταξία, ούτε ένα κυνηγητό. Απλά καθόντουσαν δίπλα σου. Από χθες το βράδυ κατάλαβα πως τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Σήμερα το πρωί, έκανες μια βόλτα σε όλο το σπίτι, πήγες στο παράθυρο της κουζίνας να αποχαιρετίσεις τα αδεσποτάκια της αυλής μας και ήρθες στην αγκαλιά μου. Ήρθε και η Τάρτα να σου τριφτεί, να σε πλύνει και να κάνει μυτάκια και στις δυο μας. Κι ύστερα ήρθε η ώρα να πάρουμε την μεγάλη απόφαση. Να σταματήσεις να υποφέρεις. Να κοιμηθείς ήρεμα για πάντα. Δεν μετανιώνω, δεν ήθελα να πονάς και να βασανίζεσαι, αλλά άδειασε το σπίτι Λυκάκι μου. Όλα σου μου λείπουν ήδη. Θα είσαι πάντα μέσα μας. Είμαι σίγουρη ότι η Μπουμπού σου σε περιμένει για κατεδάφιση! Πες της ότι την αγαπάω. Κι εσένα σ’ αγαπάω ζωή μου. Σε ευχαριστώ για τα 16,5 χρόνια ευτυχίας που μου χάρισες. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.-