Τώρα που με χρειάζεσαι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα τελευταία χρόνια η αύξηση του προσδόκιμου της ζωής, λόγω καλύτερου βιοτικού επιπέδου και επαρκέστερης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης οδήγησε στον όλο και μεγαλύτερο αριθμό υπερηλίκων και δημιούργησε συνάμα μια νέα γενιά, τη γενιά «σάντουιτς». Είναι εκείνη η ομάδα συνανθρώπων μας, κυρίως γυναικών, που πιάστηκε στη φάκα της στατιστικής και κάπου εκεί ανάμεσα στα 45 και 65 της χρόνια, βρέθηκε να τεμαχίζει τον εαυτό της τον ίδιο, ανάμεσα στη βοήθεια προς τα παιδιά, την απασχόληση των εγγονιών και τη φροντίδα των υπερηλίκων πια γονιών. Σε μια ηλικία που οι ίδιοι θα έπρεπε να ξεκουράζονται και να χαίρονται την ομορφιά της ζωής που απέμεινε, χαμηλώνουν για άλλη μια φορά την πλάτη για να σηκώσουν ευθύνες δυσανάλογες των αντοχών τους.

Ποιες οι εναλλακτικές, ωστόσο; Ο οίκος ευγηρίας; Η φράση «δεν θα βάλουμε τον μπαμπά/μαμά σε γηροκομείο!» είναι ίσως αυτή που εκστομίζεται με τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό ανάμεσα στ’αδέρφια όταν μαζεύονται γύρω από το τραπέζι του πατρικού, για να συζητήσουν «το θέμα». Κι είναι σχεδόν πάντα, εκείνο το ίδιο τραπέζι της παιδικής τους ηλικίας, αφού τα λεφτά ποτέ δεν περίσσεψαν στους γονιούς για ανανέωση επίπλων. Είναι το ίδιο τραπέζι, συχνά και το ίδιο τραπεζομάντηλο, που η μαμά τους έφτιαχνε πρωινό πριν το σχολείο, εκείνο το ίδιο που φιλοξένησε αμέτρητα χαρούμενα κυριακάτικα γεύματα. Κι η φωνή γίνεται πιο αποφασισμένη: «το γηροκομείο, είναι εκτός συζήτησης!!»

Κάπως έτσι ξεκινάει σε μια τυπική οικογένεια, το ταξίδι της φροντίδας του άρρωστου γονιού. Το ζύγι των ευθυνών γέρνει συνήθως προς τη μεριά εκείνου που όλοι συμφωνούν ότι διαθέτει περισσότερο χρόνο/χώρο/χρήμα και οι μελλοντικοί διαπληκτισμοί είναι ένα σχεδόν σίγουρο κομμάτι του ταξιδιού ανάμεσα στ’ αδέρφια. Το παιδί που σηκώνει τη μεγαλύτερη ευθύνη, νιώθει πολλές φορές ότι αδικήθηκε, βαρυγκωμεί, νιώθει ότι θυσιάζει μέρος του εαυτού του κι αν η φροντίδα κρατάει χρόνια, αρχίζει κρυφά να πενθεί τη δική του ζωή. Κάθε τέτοιαν σκέψη ακολουθεί μια καταιγίδα τύψεων, γιατι πρόκειται για τη μαμά «που ξενύχτησε χιλιάδες νύχτες στο προσκεφάλι μου» ή για τον μπαμπά που «όσο κουρασμένος κι αν ήταν δεν μας αρνήθηκε ποτέ μια κυριακάτικη εκδρομή»

Και κάπου εκεί στην κόψη ανάμεσα στο «σ’ αγαπώ μαμά» και το «κουράστηκα όμως» ο γονιός φεύγει για τη χώρα της λησμονιάς και σκορπάει πίσω του δάκρυα, θρήνο, μια ηχηρή απουσία και μια βαθιά ανακούφιση ντυμένη με πολλές, ανομολόγητες ενοχές. Σκέψεις ενδόμυχες, καταχωνιασμένες γρήγορα, μα πρόχειρα, στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του μυαλού. Και το πένθος τραβάει το γνώριμο δρόμο του παίρνοντας το ρόλο του τερματικού σταθμού, σ’ αυτό που υπήρξε ένα ταξίδι ευθύνης, αγάπης, στοργής, φροντίδας για τον άρρωστο γονιό, που άξιζε όμως τα πάντα.

Εκτός από εκείνες τις περιπτώσεις που δεν του αξίζει τίποτα.

Είναι ίσως η πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή του ενήλικου παιδιού να πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει με τον βίαιο, βάναυσο, πλην άρρωστο και ηλικιωμένο γονιό. Εκείνος ο τύραννος των παιδικών του χρόνων, με τα απίστευτα νέυρα που του έριχνε μια ματιά και κατουριόταν απάνω του, είναι τώρα στο νεκροκρέβατο του, ανήμπορος σωματικά, μα πάντα ο ίδιος παλιός κακός εαυτός του. Μόνο που κάθε ιδιοτροπία και κάθε απαίτησή του έχει τριπλασιαστεί. Και θέλει την πληρωμή του, γιατί: «Σε γέννησα, σε έντυσα, σε τάισα, σε σπούδασα, σε έκανα άνθρωπο».

«Δεν με αγκάλιασες ποτέ, δεν έπαιξες ποτέ μαζί μου, δεν ένιωσα ποτέ γαλήνη στην παρουσία σου» ψιθύρισε η καρδιά, μα το μυαλό πετάχτηκε: «για βάστα μια στιγμή, γιατί μου φαίνεται θα τα ακούσει μαζεμένα τώρα». Χρόνια ψυχολογικής και ίσως και σωματικής κακοποίησης, απαξίωσης και bullying από τον άνθρωπο που ο ρόλος του ήταν μόνο να αγαπάει χωρίς όρους και υποσημειώσεις, πέρασαν μπροστά στα μάτια του ενήλικου παιδιού. Του πήρε χρόνια ψυχοθεραπείας για να παραδεχτεί φωναχτά: «δεν αγαπώ το γονιό μου, με έβλαψε ανεπανόρθωτα, δεν τον θέλω στη ζωή μου»

Παλεύει το σύστημα αξιών στο οποίο στηρίζει όλην του την ύπαρξη με τον θυμωμένο του εαυτό.
-Τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Ό,τι και να ‘ναι, είναι ο πατέρας σου!
-Δεν αντέχω καν να βρίσκομαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του!
-Θα τον αφήσεις να σαπίσει στο κρεβάτι μόνος του;
-Θα χρειαστεί ακόμη και να τον πλύνω! Δεν μπορώ!!
-να πιεστείς! Πόσο νομίζεις ότι θα τραβήξει;
-Ελπίζω όχι πολύ!
-Δεν σε πιστεύω ότι το είπες αυτό!!!
-………………………………………………

Και ξεκινάει το ίδιο ταξίδι με κάθε παιδιού που αναλαμβάνει τη φροντίδα που περιγράψαμε. Με την ίδια κούραση, τις ίδιες θυσίες, αλλά χωρίς την αγάπη, χωρίς το νοιάξιμο. Μόνο την ευθύνη. Ξερή.
Κάποιοι επιλέγουν να γυρίσουν την πλάτη. Είναι πολλές οι πληγές, πολλές οι βασανιστικές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, νιώθουν τσακισμένοι μέσα τους και το ψυχολογικό κόστος είναι δυσβάστακτο. Δύσκολος δρόμος κι αυτός. Ίσως ο πιο οδυνηρός, στρωμένος με μυριάδες παγίδες.

Το αν θα επιλέξει κανείς να φροντίσει έναν βάναυσο, χωρίς ίχνος μεταμέλειας, γονιό ή αν θα αποποιηθεί την ευθύνη είναι μια απόφαση αυστηρά προσωπική. Η ίδια η φύση του διλήμματος είναι προβληματική. Δεν θα έπρεπε εξαρχής να υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Κάτι διαταράχθηκε στη φυσιολογική ροή των σχέσεων και χώθηκε σαν μικρόβιο και μια παθολογική κατάσταση γεννήθηκε, εδραιώθηκε και έσπειρε τελικά τον όλεθρο σε μια σχέση που εξ’ ορισμού μόνο αγάπη-πρέπει να-χωράει.

Η ζωή, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν ακολουθεί πάντα τους κανόνες. Μερικές φορές μοιράζει σκάρτο φύλλο και οι γονείς είναι αυτό που είναι. Σηκώνουμε το φύλλο και κάνουμε μ’ αυτό το καλύτερο που μπορούμε. Χωρίς ενοχές, επωμιζόμαστε όσο βάρος αντέχουμε να κουβαλήσουμε.

Το σημαντικό, το πιο σπουδαίο, είναι όταν στα χέρια μας κρατήσουμε εκείνην την τράπουλα, να μοιράσουμε τα φύλλα δίκαια στα δικά μας παιδιά. Και δικαιοσύνη είναι μόνο η αγάπη. Όχι για εκείνο το «ένα ποτήρι νερό στα γεράματα» αλλά για εκείνο το «ένα τρυφερό χάδι στο χέρι μας».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook