Τόσα δίνω, πόσα θες;

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Ηρακλής τράβηξε τους σύρτες, ανέβασε τα ρολά και κοίταξε το εσωτερικό του μαγαζιού του. Η «Αυλόπορτα» του έκλεινε δύο χρόνια λειτουργίας και δεν ένιωθε ότι είχε αγαπήσει κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Ήταν το παιδί του, η κληρονομιά των δικών του.
Έβγαλε τα τραπεζάκια έξω, τις πολύχρωμες καρέκλες κι έστρωσε τα μπεζ τραπεζομάντηλα. Ένα γλαστράκι σε κάθε τραπέζι κι ένας κατάλογος με κάθε λογής ροφήματα.
Ο Ηρακλής δεν είχε ανάγκη να βγάλει πολλά λεφτά από το μαγαζί. Άλλα πράγματα τον ενδιέφεραν. Το χαμόγελο των πελατών όταν έφευγαν από το μαγαζί του, τον ήλιο που έδυε νωχελικά κι έλουζε την δεξιά πλευρά του μαγαζιού μέσα από την μεγάλη τζαμαρία, τα ρολά όταν κατέβαιναν και μία ακόμα γεμάτη μέρα τελείωνε.

Ο Άγγελος, φορτωμένος με περισσότερα σακίδια απ’ όσα άντεχαν τα ασθενικά μπράτσα του, μπήκε στην «Αυλόπορτα» και ξεφύσηξε δυνατά. Έριξε το κουρασμένο του κορμί πάνω σε μία καρέκλα και σήκωσε το χέρι για να παραγγείλει.
«Καλώς το κουρασμένο παλικάρι. Τι να σε φιλέψω;»
Η γλυκιά φωνή του Ηρακλή έφερε ένα χαμόγελο στον Άγγελο, ένα κουρασμένο χαμόγελο που στόλισε το ιδρωμένο του πρόσωπο.
«Αδερφέ, ό,τι θες. Κάτι δροσιστικό και δυνατό».
«Έφτασε! Και τα παγάκια δώρο από μένα», είπε, κλείνοντας το μάτι. Ο Άγγελος γέλασε, έσκυψε μπροστά κι έβγαλε το κινητό του. Ακόμα καμία κλήση. Είχε φτάσει εδώ και δύο ώρες Θεσσαλονίκη αλλά εκείνη ήταν άφαντη.
Το ποτήρι έφτασε κι ήταν γεμάτο με ένα αφρώδες, μοβ υγρό.
«Σπεσιαλιτέ του μαγαζιού», είπε ο Ηρακλής και περίμενε τον Άγγελο να το δοκιμάσει για να δει την αντίδρασή του.
Ο Άγγελος ήπιε, δροσίστηκε κι έκλεισε τα μάτια.
«Ωραίο πράμα, φίλε μου. Τελικά έχετε πολλά καλά εδώ πάνω στη Σαλόνικα».
Ο Ηρακλής τράβηξε την καρέκλα δίπλα του και κάθισε, ακουμπώντας τον δίσκο στα πόδια του.
«Πολλά καλά και πολλά πονεμένα. Εσύ γιατί πονάς, γιαβρί μου;»
Ο Άγγελος σήκωσε το φρύδι του και κοίταξε παραξενεμένος.
«Τόσο μπαμ κάνω, πια;»
«Σωστή χειροβομβίδα», απάντησε χαμογελώντας ο Ηρακλής.
«Δεν έχει πάρει τηλέφωνο ακόμα. Και φοβάμαι ότι έκανα τόσο δρόμο τζάμπα, για χατήρι της».
Ο Ηρακλής κοίταξε τριγύρω το σχεδόν άδειο μαγαζί.
«Να σε πω μία ιστορία από τα παλιά τα χρόνια μιας κι έχω χρόνο; Αν δεν σ’ αρέσει, το πιοτό κερασμένο από εμένα».
«Να μου πεις», είπε ο Άγγελος κι ήπιε ακόμα μία γερή γουλιά.

Η Έφη κι ο Μανώλης είχαν ζήσει έναν έρωτα από την αρχή αταίριαστο. Είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Καλαμαριά, από γονείς που κυλούσε εδώ και πολλά χρόνια Μακεδονίτικο αίμα στις φλέβες τους. Η πρώτη φορά που είδε ο Μανώλης την Έφη τα πράγματα δεν είχαν πάει τόσο καλά. Φυσούσε Βαρδάρης τότε, δυνατός, τόσο ώστε να σηκώσει λίγο τη φούστα της Έφης κι ο Μανώλης να δει, χαχανίζοντας, το βρακί της. Το σκαμπίλι που είχε φάει τότε θα το θυμόταν για πάντα. Αλλά τα παιδιά, όσο εύκολα θυμόμουν τόσο εύκολα ξεχνάνε.
Με τον καιρό έγιναν δύο φίλοι αχώριστοι. Μαζί στις σκανταλιές, στα γέλια, στα παιχνίδια, στα σοβαρά και στα άσχημα. Οι πατεράδες τους, φίλοι από παιδιά, κολλητάρια στις βόλτες αλλά και στα κρασιά. Κάποιες φορές τα ‘πιναν μετρημένα, κάποιες όχι. Και τα σπίτια των παιδιών άλλοτε γέμιζαν με γέλια και χαρές, άλλοτε με ξύλο και φωνές.
Ο Μανώλης κι ηΈφη είχαν το πάρκο τους για να ξεφεύγουν από τέτοιες καταστάσεις. Εκεί, κάτω από ένα ολόγιομο φεγγάρι, έδωσαν και το πρώτο τους δειλό φιλί. Κι ορκίστηκαν πίστη και αγάπη για πάντα, όπως κάνουν όλα τα παιδιά κάτω από τέτοια φεγγάρια.
Η Έφη μεγάλωσε, έγινε ολόκληρη κοπέλα, γυναίκα ποθητή και αλανιάρα. Ο Μανώλης, πιο συνεσταλμένος, διάβασε, ωρίμασε, σπούδασε. Κι οι δύο έφυγαν από την πόλη τους κι οι δύο κάποτε γύρισαν.
Στην αρχή έβγαιναν δειλά δειλά, σαν δύο παλιοί γνωστοί που έτυχε να βρεθεί ο ένας στον δρόμο του άλλου. Με τον καιρό όμως, οι βόλτες σταμάτησαν να καταλήγουν στον Πύργο τον λευκό και κατέληγαν στα κρεβάτια τους. Ο έρωτάς τους, παθιασμένος, η μανία τους ακόρεστη. Ο Μανώλης δεν είχε αγαπήσει άλλη γυναίκα, η Έφη όμως ήταν πιο μαζεμένη. Της άρεσε ο Μάνος αλλά ήξερε ότι υπήρχαν ακόμα πολλά μονοπάτια να διαβεί, πολλές πόρτες για να ανοίξει.
Μία νύχτα ξάστερη, τον άφησε να κοιμάται, του ‘δωσε ένα φιλί στο μέτωπο κι έφυγε από το σπίτι για άγνωστο προορισμό. Ο Μανώλης τρελάθηκε, έφαγε τον κόσμο να την βρει, έσπασε τα τηλέφωνα, τίποτα. Κάθε βράδυ ξημεροβραδιαζόταν έξω από το μαγαζί τους, το στέκι τους, αλλά η Έφη πουθενά.
Η ζωή του μαράζωσε, από τη δουλειά του τον έδιωξαν, σταμάτησε να μιλάει και με τους φίλους του. Μόνο την Έφη ήθελε, κανέναν άλλον. Κι ένα πρωινό, Αυγουστιάτικο, που η πόλη ήταν άδεια από ντόπιους κι αυτοκίνητα, η Έφη κατέβηκε από ένα ταξί και στάθηκε μπροστά από το μαγαζί. Είδε έναν Μανώλη σε κακά χάλια, ταλαιπωρημένο, με γένια και μπλεγμένα μαλλιά. Του σήκωσε το πηγούνι και του χαμογέλασε.
«Πόσο καιρό με περίμενες;»
«Όλη μου τη ζωή», απάντησε αυτός.
«Γιατί;»
«Γιατί όσα έχω, στα δίνω, πάρε τα και κάντα ό,τι θες. Είναι δικά σου. Ήταν, είναι και θα είναι».
Κι η Έφη έμεινε. Τα δέχθηκε. Τον αγκάλιασε και δεν τον άφησε ποτέ ξανά.

«Πσσττ. Ωραία ιστορία, ρε συ. Σαν παραμύθι μοιάζει».
Ο Ηρακλής έγνεψε και κοίταξε το πάτωμα. Σκούπισε τα μάτια του με την ανάστροφη του χεριού του και σηκώθηκε.
«Σωστά. Όπως τα παραμύθια».
«Και τι απέγινε το ζευγάρι; Έμεινε για πάντα μαζί;»
«Έζησαν αυτοί καλά, υποθέτω…»
Η πρόταση έμεινε στον αέρα κι ο Ηρακλής απομακρύνθηκε. Τότε χτύπησε το κινητό του Άγγελου κι εκείνος πετάχτηκε όρθιος και το σήκωσε.
«Ναι, ναι. Γεια σου. Έφτασα. Καλά είμαι. Πού; Ναι, έρχομαι. Κι εγώ…»
Ο Άγγελος μάζεψε τα πράγματα του κι έγνεψε προς τον Ηρακλή.
«Φϊλε μου, φεύγω. Τι σου χρωστάω;»
Ο Ηρακλής τον πλησίασε και τον έπιασε από τον ώμο.
«Τίποτα, φίλε μου. Κερασμένο».
«Μα μου άρεσε η ιστορία…»
«Σε όλους αρέσει, κανείς δεν πλήρωσε ποτέ όμως».
Ο Άγγελος δεν ήξερε τι να απαντήσει. Χαμογέλασε, ευχαρίστησε τον Ηρακλή και μάζεψε τα σακίδιά του. Βγήκε από το μαγαζί κι έψαξε για ταξί. Το βλέμμα του έπεσε στον τοίχο δίπλα στην είσοδο του μαγαζιού όπου ένα παλιό, μικρό γκραφίτι ακόμα αχνοφαινόταν.
Ήταν μία μισοσβησμένη καρδιά και μέσα κάτι λέξεις.

«Τόσα δίνω, πόσα θες, η ζωή μου είναι δική σου, κάντην ό,τι θες.
Έφη + Μανώλης».

 

Κοίταξε μέσα στο μαγαζί κ είδε τον Ηρακλή να ακουμπάει πάνω στην μπάρα και να του χαμογελάει. Ήταν μία πόλη γεμάτη εκπλήξεις η Θεσσαλονίκη, το ήξερε αυτό, κι ήταν έτοιμος να τα αφήσει όλα πίσω του για να κυνηγήσει έναν τρελό έρωτα.
Να αφήσει κι αυτός το δικό του σημάδι πάνω στον τοίχο.
Αρκεί η δική του «Έφη» να μπορούσε να δει πάνω του λίγη από την τρέλα του «Μανώλη».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook