Υπομονή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άνοιξε τα μάτια της δειλά. Ο ήλιος έμπαινε ανυπόμονος από τις κουρτίνες και τρύπωνε με βία στα ερμητικά κλειστά της βλέφαρα. Δεν ήθελε να ξυπνήσει. Δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ένιωθε τα μέλη της βαριά, σαν κούτσουρα και τη σκέψη της θολή. Τα συμβάντα του τελευταίου καιρού την είχαν ισοπεδώσει. Την είχαν γονατίσει. 

Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι, κατέβηκε αργά της σκάλες. Ο ήχος της σιωπής στο άδειο της σπίτι ήταν εκκωφαντικός. Δεν τον άντεχε. Μηχανικά πήρε ένα φλιτζάνι από το ντουλάπι και έβαλε χτεσινό καφέ από την μηχανή. Ήπιε μια γουλιά. Μόρφασε. Ήταν κρύος. “Δε βαριέσαι” σκέφτηκε. Άναψε τσιγάρο και μαζί με τον κρύο της καφέ, βγήκε στο μπαλκόνι. Τράβηξε μερικές δυνατές τζούρες από το τσιγάρο και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα.

Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να φαίνεται πίσω από τα βουνά. Μισόκλεισε τα μάτια της και άφησε για λίγο τη σκέψη της ελεύθερη. Δεν άντεχε να είναι μόνη. Πόσα πολλά είχε περάσει. Πόσο πολύ την είχε αδικήσει η ζωή και οι άνθρωποι γύρω της. Πόσα πολλά είχε προσφέρει για να βρεθεί αντιμέτωπη μόνο με τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας. Ένα τεράστιο γιατί βρήκε διέξοδο σε ένα λυγμό. Τα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα. “Δε γαμιέται, δε γαμιούνται” σκέφτηκε και επέστρεψε στη θαλπωρή του άδειου της σπιτιού. 

Μια ζωή θυμάται να παλεύει. Από παιδί ακόμα δεκατεσσάρων ετών οι ευθύνες ενός ολόκληρου σπιτιού και των δύο μικρότερων αδερφών της όλες πάνω της. Ήταν τότε που “έφυγε” η μητέρα τους. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να την θρηνήσει όταν ένα “πεινάω Λευκοθέα και το ψυγείο είναι άδειο” την χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ήταν ο μικρότερος της αδερφός μόλις πέντε χρονών τότε. Ταράχτηκε, και κάπου εκεί αποφάσισε να βάλει σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της. Έπρεπε να είναι δυνατή για τους άλλους η οικογένεια της την χρειαζόταν τώρα όσο ποτέ. Και θα τους στήριζε πάση θυσία. Ο πατέρας αυστηρός, συντηρητικός και ας ήταν καπετάνιος και ας είχε γυρίσει όλο τον κόσμο. Δούλευε ολημερίς. Είχε τη δική του επιχείρηση, από τότε που τα παράτησε όλα για τη μεγάλη του αγάπη, τη μητέρα της. Την αγαπούσε πολύ όπως και τα παιδιά του. Έτσι λοιπόν εκείνη μάνα και πατέρας για τα αδέρφια της, να τα διαβάσει, να τα πλύνει να τα ταΐσει, να περάσει χρόνο μαζί τους. Να είναι άριστη μαθήτρια, να είναι καλές οι αποδόσεις της στο στίβο και προς Θεού να μην αποτύχει στις εξετάσεις των Αγγλικών της. 

Πέρασαν τα χρόνια με πολλά σκαμπανευάσματα. Μπήκε στο πανεπιστήμιο και έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε από το μικρό νησί της που της χάρισε τόσα, μα της στέρησε άλλα περισσότερα. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε ελεύθερη, ξέγνοιαστη, ένιωθε… ευτυχισμένη! 

Κάπου στον δεύτερο χρόνο των σπουδών της γνώρισε εκείνον. Τον ερωτεύτηκε παράφορα, και για πρώτη φορά στη ζωή της αφέθηκε. Του δόθηκε ολόκληρη ψυχή και σώματι.  Το πρώτο τους παιδί δεν άργησε να έρθει. Το ονόμασαν Ερωφύλλη όπως έλεγαν την μητέρα της. Δεν σκέφτηκε στιγμή πώς θα τα έβγαζε πέρα, και ας ήταν μόλις 20 χρονών. Το παιδί αυτό ήταν η ζωή της όλη, όπως και εκείνος άλλωστε. Μετά από ένα χρόνο ήρθε ο γιος της, όμως δεν ήταν όλα όπως τα περίμενε. Ασθενικός από μικρός. Μπαινόβγαιναν στα νοσοκομεία καιρό. Και πάλι δε το ‘βάλε κάτω. Μόνη της σε ξένο τόπο, να τρέχει αδιάκοπα, συνεχώς να φροντίσει τα παιδιά της να στηρίξει της επιλογές της, να μη μπορέσει κανείς να της πει κουβέντα. Λεφτά δε της έλειψαν ποτέ. Να ήταν καλά ο πατέρας της είχε αφήσει ένα μεγάλο τραπεζικό λογαριασμό. “Για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου” της είχε πει πριν φύγει. Και αυτή το έκανε, έφτιαξε τη πιο τέλεια οικογένεια του κόσμου ή έτσι νόμιζε. 

Ο άντρας της, άνθρωπος αναβλητικός. Με πολλά πάθη. Άφησε τα πάθη του να υπερισχύσουν. Και αυτή έκανε υπομονή. Πήρε το πτυχίο της, βρήκε δουλειά. 

Τα χρόνια πέρασαν και αυτή εκεί, να δίνει αδιάκοπα, ότι είχε και δεν είχε και η μόνη της έννοια ήταν πάντα μήπως δεν ήταν αρκετή. Με το άντρα της είχαν τελειώσει εδώ και πολύ καιρό, δεχόταν στωικά τα πάντα. Τις βρισιές, τις απειλές, τους εξευτελισμούς, όλα για εκείνα. Για τα μωρά της.

Η “άλλη” δεν άργησε να πείσει τον άντρα της να την ακολουθήσει. Εκείνος όμως έπεισε και τα μωρά της και της τα πήρε. Ήταν αρκετά μεγάλα για να αποφασίσουν μόνα τους. Τα γοήτευσε η ιδέα της πρωτεύουσας και οι κούφιες υποσχέσεις για μια φανταχτερή ζωή. Ας είναι.

Εκείνη έμεινε μόνη. Στα τριανταπέντε,της στο τεράστιο σπίτι που αγόρασε για να στεγάσει την αγάπη και τα όνειρα της και της οικογένειας της. Το σπίτι έγινε σιγά σιγά η φυλακή της. Δεν άντεχε να το βλέπει, να είναι μέσα σε αυτό. Ξεκίνησε να βγαίνει, να πίνει και κάπως έτσι να μουδιάζει τις πληγές τις. 

Ένα πρωινό στη δουλειά της εμφανίστηκε, ένας καινούριος συνάδελφος. Συγκρατήθηκε. Άλλωστε ποτέ δεν αφηνόταν, ποτέ δεν έριχνε τις άμυνές της. Την άκουσε, την σεβάστηκε, την πόνεσε. Και δειλά εκείνη αφέθηκε για άλλη μια φορά. Μόνο και μόνο για να ξαναπληγωθεί. Με τον χειρότερο τρόπο. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους της, πως εκείνος ο άνθρωπός της, ο άνθρωπος που είχε στηρίξει τόσο καιρό και είχε βοηθήσει όσο κανέναν άλλον θα την άδειαζε στη πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της με την δικαιολογία “Δε σου αξίζω, είμαι πολύ λίγος για σένα”. 

Έμεινε πολύ καιρό κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπίτι που τόσο μισούσε. Δε ήθελε να βλέπει κανέναν. Άσχημες σκέψεις σχεδόν αυτοκαταστροφικές ξεκίνησαν να περνάνε από το μυαλό της σχεδόν σε καθημερινή βάση. 

Πόσες πληγές να μετρήσει και πόσα κομμάτια να μαζέψει;

Μπήκε κάτω από το κρύο νερό για το καθιερωμένο της πρωινό ντους. Το νερό την βοήθησε να βάλει σε σειρά της σκέψεις τις. Ετοιμάστηκε με γρήγορες κινήσεις για τη δουλειά της. Με την άκρη του ματιού της είδε ένα  μαργαριταρένιο κολιέ που της είχε χαρίσει η μητέρα της στα 13α γεννέθλιά της. Το πήρε στα χέρια, έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. Το φόρεσε και κίνησε να φύγει. Η αδέσποτη σκυλίτσα της γειτονιάς που τάιζε τη υποδέχθηκε με χαρά. Της χάιδεψε το κεφάλι και μπήκε στο αυτοκίνητο. Η άνοιξη μόλις είχε μπει και ο τόπος μοσχοβόλαγε αναγέννηση και ευτυχία. Χαμογέλασε. “Δε βαριέσαι” σιγομουρμούρισε ανάμεσα απ’ τα δόντια της.  “Ο ήλιος βγήκε σήμερα και για εμένα” σκέφτηκε. 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook