Το μαχαίρι χτύπαγε με δύναμη. Παντού αίματα. Η φωνή δεν έβγαινε. Οι λέξεις γδέρνανε το λαιμό
του. Πάλευε να πάρει ανάσα. Πνιγόταν.
– Νίκο, ξύπνα εφιάλτης είναι.
Το χέρι της Έρης στο μέτωπο του τον ξύπνησε.

Πρώτη φορά ο αστυνόμος Νίκος Μαντάς σκέφτηκε πόσο σημαντικό είναι ένας δικός σου άνθρωπος να διώχνει τους εφιάλτες σου. Η βία που ήταν καθημερινότητα στη δουλειά του είχε αφήσει αποτύπωμα στη ψυχή του.
– Είσαι πολύ κουρασμένος είπε η Έρη συνεχίζοντας να του χαϊδεύει το πρόσωπο.

– Θα σε σκοτώσω μωρή, θα σε λιώσω.
Φωνές ακούστηκαν από την απέναντι πολυκατοικία. Ένας άντρας έβριζε χυδαία και μια γυναίκα ούρλιαζε. Ο Μαντάς από επαγγελματική διαστροφή περισσότερο, βγήκε στο μπαλκόνι. Οι φωνές ακουγόνταν από το διαμέρισμα απέναντι. Τα ρολά μισοκατεβασμένα, έβλεπε μόνο τα πόδια τους. Το ζευγάρι που πριν ένα χρόνο περίπου είχε ξεσηκώσει όλη τη γειτονιά με τα κορναρίσματα για το γάμο του.

Η Έρη τυλιγμένη με το σεντόνι τον ακολούθησε στο μπαλκόνι.
– Τους ξέρεις; ρώτησε.
– Όχι, ξέρω μόνο ότι μένουν απέναντι, απάντησε δίνοντας της ένα φιλί στο γυμνό της ώμο.
– Δεν είναι τραγικό άνθρωποι που κάποτε αγαπηθήκανε να φτάνουν σ΄ αυτό το σημείο;
– Εγώ νομίζω πως δεν αγαπηθήκανε ποτέ για να φτάνουν εκεί.

Ένας ελαφρύς βήχας ακούστηκε από το διπλανό μπαλκόνι.
– Κύριε Νίκο καλησπέρα, ειδοποίησα το εκατό. Θα τη σκοτώσει την κοπέλα αυτό το κτήνος. Ακούτε πως τη βρίζει;
Η Έρη στα γρήγορα μπήκε μέσα και ο Μαντάς, σε κατάσταση αμηχανίας, θυμήθηκε ότι ήταν με τα εσώρουχα.
– Δεν ήξερα ότι είστε εδώ κυρία Λέλα.
– Δεν φτάνει η σύνταξη για διακοπές. Μόνοι είμαστε Αυγουστιάτικα στη πολυκατοικία. Ευτυχώς δηλαδή γιατί νιώθω ασφάλεια με έναν αστυνομικό δίπλα μου.
Ο Νίκος γέλασε και ετοιμαζόταν να μπει μέσα όταν ακούστηκε πάλι ένα ουρλιαχτό. Δεν πρέπει να τη χτύπαγε, μάλλον την απειλούσε, αλλά δεν βλέπανε πως. Επιτέλους ακούστηκε η σειρήνα του περιπολικού που πλησίαζε.
Οι αστυνομικοί βγήκαν με γρήγορες κινήσεις από το αυτοκίνητο.
– Τώρα τι θα γίνει κύριε Νίκο;
– Θα τους γίνουν συστάσεις, με συγχωρείτε κυρία Λέλα πάω να ντυθώ. Ήμουν στο κρεβάτι και πετάχτηκα με τις φωνές.
– Μνηστή σας είναι η κοπέλα; ρώτησε η ηλικιωμένη γειτόνισσα .
Ναι, μνηστή μου είναι κυρία Λέλα, παντρευόμαστε απάντησε ο αστυνόμος Μαντάς.

Η Έρη τον περίμενε στο δωμάτιο ξεκαρδισμένη στα γέλια.
– Μη γελάς, μιλούσα σοβαρά. Με θέλεις;
– Σε θέλω , απάντησε και κρύφτηκε στην αγκαλιά του.

Φύγανε λίγες μέρες στο χωριό του. Είχε χρόνια να περάσει τόσο όμορφα. Το σημαντικό ήταν ότι οι εφιάλτες είχαν εξαφανισθεί. Τελικά ο ύπνος με καλή παρέα ήταν φάρμακο. Δεν σκέφτηκε καθόλου τους γείτονες και τους καβγάδες τους. Στο γυρισμό, ένα βράδυ που τρώγανε με την Έρη στο μπαλκόνι τους είδε. Ήταν καθισμένοι σε ένα καναπέ και διαβάζανε. Έδιναν την εικόνα ενός αρμονικού ζευγαριού. Δεν του έκανε εντύπωση γιατί τόσα χρόνια στην υπηρεσία είχε δει πολλά. Άγριοι ξυλοδαρμοί κατέληγαν σε συμφιλίωση αλλά και σε φόνο. Πάντα δυστυχώς ήταν ζήτημα χρόνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν να μη γίνει η αρχή. Μετά δεν μπορείς να προβλέψεις με βεβαιότητα πια θα είναι η εξέλιξη αυτής της σχέσης.

Για μερικές μέρες δεν συνέβη τίποτα . Ένα βράδυ όμως η γειτόνισσα από απέναντι ακούστηκε να ουρλιάζει σαν πληγωμένο ζώο. Αυτή τη φορά ο Μαντάς ήταν έτοιμος να πάει ο ίδιος να επέμβει προσωπικά. Είχε ένα σπαραγμό η φωνή της γυναίκας που δεν τον άντεχε. Επαναλήφθηκε η προηγούμενη σκηνή. Κάποιος τον πρόλαβε και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Το περιπολικό ερχόταν με ανοιχτή τη σειρήνα.

Έκπληκτος είδε το πλήρωμα του περιπολικού να πίνει πορτοκαλάδες με το γείτονα στο μπαλκόνι. Σερβίριζε χαμογελαστή η σύζυγος. Ο Μαντάς απόρησε αλλά από την άλλη σκέφτηκε ότι η ψυχή του ανθρώπου ήταν άβυσσος . Πρώτη φορά σκέφτηκε ότι μπορεί να παίζανε κάποιο περίεργο ερωτικό παιχνίδι. Αναρωτιόταν τι να έγραφε άραγε η αναφορά των αστυνομικών. Αποφάσισε πάντως ότι την επόμενη φορά που οι απέναντι θα σκοτωνόντουσαν δεν θα έβγαινε καν στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται.

Την απόφαση δεν την τήρησε. Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο γύρναγε στο σπίτι από μια γιορτή μόνος. Την άλλη μέρα έπρεπε να υποδεχθεί αξημέρωτα στο αεροδρόμιο κάποιους Αμερικανούς από την αστυνομία της Νέας Υόρκης . Δεν ήθελε να ταλαιπωρήσει την Έρη. Μόλις μπήκε μέσα, το πανηγύρι είχε ξεκινήσει απέναντι. Αυτή τη φορά θα πήγαινε ο ίδιος . Ήταν αντιδεοντολογικό να ασκείται βία μπροστά του και να μην επεμβαίνει. Δεν ήταν αστυνομικός μόνο όταν φόραγε τη στολή . Σε λίγα λεπτά τους χτύπαγε το κουδούνι. Δεν άνοιξαν αμέσως. Οι φωνές είχαν σταματήσει αλλά ο Μαντάς επέμεινε.
– Ποιος είναι; ακούστηκε μια φωνή από το θυροτηλέφωνο.
– Μένω απέναντι, Μαντάς λέγομαι.Ακούστηκε ο ήχος που ανοίγει την πόρτα.Στο ασανσέρ αναρωτιόταν τι θα αντιμετώπιζε. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να συγκρατηθεί αν έβλεπε τη γυναίκα χτυπημένη. Αναρωτιόταν γιατί εκείνη δεν έφευγε. Πολλά μπορεί να συνέβαιναν που σίγουρα δεν ήταν ευχάριστα.

Στην πόρτα τον περίμεναν και οι δυο. Το γεγονός ότι ήταν ήρεμοι, σχεδόν χαρούμενοι δημιούργησε μια στιγμιαία αμηχανία στον Μαντά.
– Το παρακάναμε πάλι σήμερα; είπε η γυναίκα.
– Κυρία μου εγώ απορώ που σας βλέπω ζωντανή και ρωτάτε αν το παρακάνετε;
– Περάστε μέσα να μη μιλάμε στη πόρτα
, είπε ο άντρας.
– Απειλείς να σφάξεις τη γυναίκα σου, σας ακούει όλη η γειτονιά και φοβάσαι μην ενοχλήσεις που
μιλάμε στη πόρτα; Θα τρελαθούμε στο τέλος.

– Ξέρω ότι είστε αστυνομικός. Σας είχε δείξει πέρυσι η τηλεόραση στη σύλληψη της συμμορίας στο Πέραμα.
– Λοιπόν
, είπε ανυπόμονα ο Μαντάς ενώ έμπαινε στο διαμέρισμα.
– Έχει γίνει μια τεράστια παρεξήγηση. Είμαστε αγχωμένοι. Το Σεπτέμβρη ανεβαίνει το καινούργιο μου έργο. Πρώτη φορά πρωταγωνίστρια είναι η γυναίκα μου. Για να τη βοηθήσω προβάρουμε μαζί κάποιες σκηνές. Οι γείτονες παρεξήγησαν τι συμβαίνει και ειδοποίησαν δυο φορές την αστυνομία.
– Όλοι αυτοί οι καβγάδες, οι φωνές, οι απειλές ήταν ότι διαβάζατε το σενάριο;
– Μάλιστα.
– Νιώθω ανόητος αλλά και εσείς ήσασταν υπερβολικοί.

– Υπερβολικοί αλλά πειστικοί έτσι; πρώτη φορά μίλησε η γυναίκα.
– Σίγουρα. Πως λέγεται το έργο;
– Υπόθεση μοιχείας.

Ο Μαντάς ανακουφισμένος χαμογέλασε.

Σε λίγο με τη πρόσκληση για την πρεμιέρα στο χέρι επέστρεφε στο σπίτι του. Ανυπομονούσε να τηλεφωνήσει στην Έρη να πει τα νέα για τους απέναντι. Το ζευγάρι των γειτόνων υποσχέθηκε ότι θα κάνει τις πρόβες για το έργο χαμηλόφωνα.
Η νύχτα ήταν όμορφη και ακούγονταν μόνο τα τζιτζίκια.

Όλγα Σωτηρακοπούλου