Μια φορά και πολλούς καιρούς πριν, σε μια χώρα μακρινή, ο κόσμος ήταν γκρίζος και μουντός. Άνθρωποι σκυθρωποί περπατούσαν στους δρόμους και δεν σήκωναν το κεφάλι τους ούτε για να πουν μια καλημέρα ο ένας στον άλλον. Ήταν μονίμως κατσούφηδες και δεν χαμογελούσαν ποτέ. Πάντα βιαστικοί για τις δουλειές τους, δεν χάριζαν ούτε μια μάτια ο ένας στον άλλον. Γι’αυτό έφταιγε μια κακιά μάγισσα που είχε κάνει σ’εκείνον τον τόπο το ξόρκι της δυστυχίας.

Μόνο τα παιδιά που και που χαμογελούσαν κρυφά και με φόβο, μην τυχόν και τα δει κάποιος μεγάλος και τα μαλώσει. Στο σχολείο εκτός από τα συνηθισμένα, είχαν και περίεργα μαθήματα. Μάθαιναν πως να ελέγχουν τα συναισθήματά τους, πως να μην μιλούν ποτέ δυνατά και πως να είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Αν τυχόν και τα έβλεπε κάποιος δάσκαλος να γελούν ή να τραγουδάνε οι συνέπειες ήταν άσχημες κι ενημέρωναν και τις οικογένειές τους.

Στη χώρα εκείνη την μακρινή όλοι ζούσαν μια προγραμματισμένη ζωή. Δεν άκουγες τραγούδια, δεν γινόντουσαν γλέντια, ακόμη και τα ζώα και τα πουλιά θαρρείς και καταλάβαιναν και δεν ακούγονταν καν. Οι τιμωρίες για όποιον παρέβαινε τους κανόνες, ήταν πολύ σκληρές. Τους έβαζαν σε ένα χώρο σαν στρατόπεδο και με πολύ άσχημες μεθόδους, τους επέβαλλαν να λειτουργούν όπως το σύνολο. Σαν ρομπότ χωρίς αισθήματα.

Η Λίλιαν ξύπνησε κι εκείνο το πρωί ανήσυχη. Το μεγάλο της μυστικό την έτρωγε. Είχε ανακαλύψει κάτι κι έτρεμε μην τυχόν και την ανακαλύψουν. Ήταν ένα cd μουσικής, από εκείνα που είχαν απαγορευτεί πριν καιρό. Πέθαινε από λαχτάρα να το ακούσει αλλά και φοβόταν. Ετοιμάστηκε για το σχολείο της κι έκρυψε το cd μέσα στην τσάντα της. Ξεκίνησε όπως κάθε μέρα, περνώντας μπροστά από το σπίτι της καλύτερής της φίλης, για να περπατήσουν μαζί την σύντομη απόσταση. Αντάλλαξαν μια σκυθρωπή καλημέρα, όπως έπρεπε να κάνουν και κοίταξαν η μια στα μάτια της άλλης. Τις ένωνε κάτι περίεργο. Το είχαν νοιώσει από την αρχή της γνωριμίας τους, όταν βρέθηκαν εντελώς άγνωστες στην ίδια τάξη. Έφτασε ένα βλέμμα για να δει η μία την ψυχή της άλλης. Κατάλαβαν ότι διέφεραν από το σύνολο. Η φλόγα στα μάτια τους δεν έσβηνε, τα συναισθήματά τους ήταν δυνατά. Μπορούσαν, παρόλο που απαγορευόταν, να αγαπούν, να συμπονούν, να χαίρονται και να λυπούνται. Μα έπρεπε να το κρύβουν από όλους, από φόβο για τις συνέπειες.

Εκείνη η μέρα όμως θα ήταν διαφορετική. Η Λίλιαν είχε στην τσάντα της το απαγορευμένο αντικείμενο κι η Ιόλα είχε βρει ένα φορητό CD player. Σήμερα είχαν αποφασίσει να το ακούσουν. Περπατούσαν πιο γρήγορα από το συνηθισμένο για να προλάβουν να φτάσουν στο δάσος πίσω από το σχολείο τους, εκεί που δεν θα τις έβλεπε ούτε θα τις άκουγε κανείς. Έφτασαν λαχανιασμένες κι έβγαλε η κάθε μια τον μικρό της θησαυρό από την τσάντα της. Πάτησαν το play και περίμεναν με αγωνία να ακούσουν. Μια υπέροχη μελωδία ακούστηκε, αλλά αυτό που τις συνεπήρε ήταν τα λόγια. Λόγια που έκαναν τα μάτια τους να δακρύσουν. Λόγια που τις συντάραξαν. Αγκαλιάστηκαν και υποσχέθηκαν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο τους. Θα κάνουν το χαμόγελο να επιστρέψει στην χώρα τους. Θα μάθαιναν στους ανθρώπους να αγαπούν ξανά. Να μπορούν να χορέψουν, να τραγουδήσουν, ακόμη και να κλάψουν ελεύθερα.

Μάζεψαν τα πράγματα τους και ξεκίνησαν γρήγορα για το σχολείο, γιατί ήξεραν ότι αν αργούσαν θα αντιμετώπιζαν σκληρή τιμωρία. Τους ήταν πολύ δύσκολο να είναι ανέκφραστες. Μέσα τους είχαν πάρει φωτιά. Όταν σχόλασαν αποφάσισαν να φύγουν την ίδια κιόλας μέρα ένα ταξίδι μακρινό. Να βρουν μία σοφή γυναίκα που έμενε στην άκρη του βουνού και να ζητήσουν την βοήθεια της.

Δυο μέρες περπατούσαν. Είχαν κουραστεί πάρα πολύ αλλά δεν τα παρατούσαν. Έπρεπε να επιστρέψουν τα αισθήματα στον κόσμο τους. Έπρεπε η ζωή τους να γίνει πάλι φωτεινή. Περπάτησαν ακόμη λίγο και βρήκαν το σπίτι της σοφής. Χτύπησαν την πόρτα με χέρια που τρέμανε. Τους άνοιξε μια χαμογελαστή ηλικιωμένη γυναίκα. Χαμογελούσε τόσο γλυκά που φώτισε το πρόσωπό της. Τις έπιασε από τα χέρια και τις έβαλε να καθήσουν. Έφερε φαγητό και νερό και είπε πως ήξερε ποιες είναι και τι θέλουν. Τα κορίτσια τρόμαξαν στην αρχή, μα ήταν τόσο ζεστό το βλέμμα της που αμέσως αισθάνθηκαν όμορφα.

Της ζήτησαν να τους πει τον τρόπο που θα ξαναέκανε τον κόσμο τους όμορφο, τους ανθρώπους χαρούμενους. Η σοφή τις κοίταξε και τις αγκάλιασε. Αυτό που ζητάτε είναι πολύ εύκολο αλλά και πολύ δύσκολο συνάμα, είπε. Θα χρειαστεί αντάλλαγμα.
Οι δυο φίλες συμφώνησαν να δώσουν ότι χρειαζόταν, φτάνει να γινόταν αυτό που ήθελαν.
Δεν είναι τόσο απλό, είπε η σοφή. Εγώ όπως βλέπετε έχω γεράσει και δεν τα καταφέρνω μόνη μου. Θα πρέπει μία από σας να μείνει εδώ μαζί μου για πάντα. Δεν θα μπορέσει να φύγει από το μαγικό βουνο ποτέ. Σκεφτείτε αν μπορείτε να το κάνετε και απαντήστε μου το πρωί.

Τα κορίτσια δεν ήξεραν τι να πουν. Βγήκαν από το σπίτι και κάθισαν κάτω από ένα δέντρο. Το φεγγάρι είχε βγει κι ήταν πιο φωτεινό από ποτέ. Άνοιξαν τις τσάντες τους κι έβγαλαν τους θησαυρούς τους. Η μουσική ακούστηκε κι έκλεισαν κι οι δυο τα μάτια. Όταν τελείωσε το τραγούδι ήταν έτοιμες να δώσουν την απάντηση τους. Θα έμεναν και οι δυο εκεί. Φτάνει οι υπόλοιποι άνθρωποι να ζούσαν ευτυχισμένοι ξανά. Πιασμένες από το χέρι μπήκαν στο σπίτι να ανακοινώσουν στη σοφή την απόφαση τους.

Τις περίμενε όρθια, σαν να ήξερε ότι δεν θα χρειαζόταν να περιμένει ως το πρωί. Η Λίλιαν κι Ιόλα είπαν σχεδόν με μια φωνή ότι θα έμεναν εκεί και οι δύο. Ότι δεν τις ένοιαζε που δεν θα ξαναπήγαιναν σπίτι τους, φτάνει όλοι οι άλλοι να ήταν χαρούμενοι. Η σοφή τις αγκάλιασε και τις δυο και είπε ότι ήταν σίγουρη για την απάντηση τους. Ότι το αντάλλαγμα ήταν μια δοκιμασία για να δει τι θα κάνουν. Κι ότι το πρωί θα μπορούσαν να γυρίσουν πίσω και οι δύο. Το ξόρκι της δυστυχίας είχε λυθεί. Το κατάφεραν αυτό με την αγνή τους καρδιά. Τα κορίτσια δεν μπορούσαν να πιστέψουν στ’αυτιά τους.

Το πρωί την ευχαρίστησαν και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο πριν φτάσουν έβαλαν να ακούσουν για άλλη μια φορά το τραγούδι. Πιάστηκαν σφιχτά από τα χέρια και προχώρησαν μπροστά. Ο κόσμος όπως τον είχαν αφήσει είχε χαθεί. Ακουγόταν το κελάηδημα των πουλιών, ο θόρυβος που έκαναν τα ζώα. Ανθρώποι που χαιρετούσαν χαμογελώντας ο ένας τον άλλον περπατούσαν στους δρόμους, παιδιά έτρεχαν γελώντας και τραγουδώντας. Τα είχαν καταφέρει. Το μόνο τους όπλο ήταν η καρδιά τους που έμεινε αγνή κι ανέγγιχτη από την κακία της μάγισσας. Το μόνο που χρειάστηκε να τις κάνει να προσπαθήσουν ήταν ένα παλιό τραγούδι. Είχαν μάθει τους στίχους. Σιγοτραγουδώντας έφτασαν στην πόλη τους.

You are a moonchild and pretty soon child
I’ve got that feeling
That I’m gonna make you smile forever
If I can.
Just give me a sign and I’ll show you my plan
You are a blue child, forever true child
You know I’ll try to paint the skies blue forever
If I can.
Just give me a sign and I’ll show you my plan.

Tell me why you look so sad,
Time slips by like grains of sand
Just put your future in my hands

Tell me why, tell me why you look so sad,
Time slips by like grains of sand
Just put your future in my hands

You are a moonchild and pretty soon child
I’ve got the feelin I’m gonna make you smile forever.
If I can

Just give me a sign and I’ll show you my plan,
Just give me a smile and I’ll show you my plan,
Just give me a sign and I’ll show you my plan