Φευγάτος – VIII

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Φευγάτος άνοιξε τα φτερά του, πέταξε, πήρε υλική υπόσταση, και έγινε ένα αρκετά μεγάλο και βαρύ βιβλίο, το οποίο είναι διαθέσιμο από τις Εκδόσεις Memento. Μπορείτε να αγοράσετε τον Φευγάτο εδώ.

Προηγούμενο κεφάλαιο

«Δεν θα ‘ρθω, πέθανε ο πατέρας ενός φίλου και θα κατέβω, εκτάκτως, Ελλάδα» έγραψε στο κινητό του ο Βασίλης και το κοίταξε, για μερικές στιγμές, πριν το στείλει. Του είχε τηλεφωνήσει ο Τάσος. Αν και δεν τον γνώριζε καλά τον κυρ-Αλέκο, δεν μπορούσε να μην τρέξει για να σταθεί στον φίλο του, εκείνη την στιγμή.

Δεν κανόνισε τίποτα, ούτε πήρε μαζί του ρούχα. Μόνος του θα ταξίδευε, εκείνος κι η μηχανή του. Φίλησε τα κορίτσια του, χαιρέτισε την Βικτωρία, που τον κοίταζε παραπονεμένα, βούτηξε κλειδιά και κράνος κι έφυγε από το σπίτι. Είχε νυχτώσει κι έριχνε ένα παγωμένο χιονόνερο, που κολλούσε πάνω στα πάντα.

Το είχε ξανακάνει το ταξίδι για την πατρίδα. Μία για την τελευταία του εξεταστική, μία για το πτυχίο, μία για τον γάμο του. Στα κλεφτά είχε δει τους φίλους του, γιατί δεν του έφτανε ο χρόνος. Έλεγε πως όλα είχαν περάσει, μα, επί της ουσίας, τίποτα δεν είχε περάσει. Συνέχιζε να σέρνει τις αλυσίδες με τα βαρίδια ο Βασίλης, μόνο που δεν του φαινόταν, μιας κι είχε φύγει απ’ την πόλη που σακατεύτηκε αμέτρητες φορές.

«Τάσο; Τι ώρα είναι η κηδεία;» ρώτησε στο τηλέφωνο, όταν κατέβηκε από το σπίτι και ξεπάρκαρε την μηχανή.

«Μεθαύριο το πρωί. Θα ‘ρθεις;» ρώτησε εκείνος.

«Θα προλάβω. Ελπίζω» απάντησε βιαστικά ο Βασίλης κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο, καβάλησε τη μηχανή, έβαλε μπρος κι έφυγε, για να τηρήσει εκείνη την υπόσχεση που ‘χε δώσει, δέκα και κάτι χρόνια πριν, με τους φίλους του. Παρέμεναν οικογένεια, ακόμη και κάτω από εκείνες, τις αντίξοες, συνθήκες.

Μακρύ και κουραστικό ήταν το ταξίδι, κι ακόμη περισσότερο μιας και το έκανε μόνος, για έναν συγκεκριμένο λόγο. Αλλιώτικο του φάνηκε το κέντρο. Άρχισε να σουλατσάρει άσκοπα, παρ’ ότι τα βλέφαρά του ήταν βαριά κι έκλειναν. Πέρασε απ’ την παλιά του γειτονιά, που ‘χε πια αλλάξει. Ίσως, για εκείνη την αίσθηση θανάτου που τύλιγε τον Βασίλη, να έφταιγε ο μουντός καιρός. Ξεβαμμένα ήταν τα παγκάκια του πάρκου, σκουριασμένες οι αλυσίδες στις κούνιες, άδειοι οι δρόμοι. Περίμενε να ανταμώσει εκείνες τις εικόνες που σαν παιδί, είχε αφήσει πίσω του. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου, άναψε τσιγάρο κι απόμεινε να κοιτάζει εκείνο το παγκάκι που άραζε κάποτε, με την παρέα του. «Μία φορά σκόρπιοι, για πάντα σκόρπιοι» ψιθύρισε θλιμμένα. Άρχισε να βροντάει ο ουρανός. Πέταξε το τσιγάρο του κι έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη. Σκάλισε τον τηλεφωνικό κατάλογο. Αμέτρητους γνωστούς είχε, μα δεν ήθελε να δει κανέναν. Έπρεπε να χαθεί μέχρι την στιγμή της κηδείας κι ύστερα να αποχωρήσει απ’ την γενέτειρά του.

Την απόφαση να φύγει από το πάρκο και να αναζητήσει καταφύγιο, την πήρε όταν έπεσαν πάνω του οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Ξεκίνησε βιαστικά και παράτησε την μηχανή μερικά στενά παρακάτω. Χώθηκε στην πιλοτή μιας νεόκτιστης πολυκατοικίας, που φάνταζε παράταιρη ανάμεσα στα χαμόσπιτα και τις μονοκατοικίες. Ήθελε να ξεκινήσει τα τηλέφωνα, για να βρει κατάλυμα, μα δεν τον άφησε το μέσα του. Δεν είχε το κουράγιο να δει κανέναν, ούτε ν’ απολογηθεί για την φυγή του. Μόνο ένας άνθρωπος δεν θα τον ρωτούσε τίποτα. «Λάμπρο, είσαι σπίτι;» ρώτησε κοφτά ο Βασίλης, στο τηλέφωνο κι εκείνος, γελώντας, του απάντησε ότι δούλευε.  «Έρχομαι» έκανε κοφτά ο Βασίλης.

Από παιδί τα μισούσε τα νοσοκομεία, αν και, ποτέ δεν είχε καταφέρει να εξακριβώσει τι ακριβώς τον ενοχλούσε σ’ αυτά. Δεν καταλάβαινε αν τον ενοχλούσε η μυρωδιά, ο οδυρμός των θαμώνων ή η κυνικότητα των εργαζομένων τους. Με βαριά καρδιά παράτησε τη μηχανή έξω από το νοσοκομείο και πέρασε την πόρτα του. Ρώτησε μια νοσοκόμα πού θα έβρισκε την ψυχιατρική κι εκείνη του είπε να ακολουθήσει τις ταμπέλες. Περπάτησε ο Βασίλης, αρκετά, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι είχε χαθεί. Το κινητό του δεν είχε σήμα και δεν έβρισκε κανέναν να ρωτήσει πού ακριβώς βρισκόταν. «Την καταδίκη μου» μουρμούρισε, πριν μπει σ’ ένα ασανσέρ.

Κατάφερε, μετά από πολύ κόπο, να βρει μία από τις εξόδους του νοσοκομείου. Πήρε τηλέφωνο τον Λάμπρο για να τον κατατοπίσει. «Περίμενε εκεί, έρχομαι να σε πάρω» του είπε. Άναψε τσιγάρο ο Βασίλης, κοιτάζοντας τον βροχερό ουρανό, που άστραφτε και βροντούσε, αναπολώντας τις στιγμές που έζησε σ’ εκείνη την πόλη. Του έλειπαν όλα, αλλά θεωρούσε ότι δεν είχε βρει, ακόμη, το κουράγιο για να τα διεκδικήσει. Γύρισε πίσω, με το μυαλό του και την φαντασία του, πίσω στην παιδική του αλητεία, στις παρέες του, στις καζούρες, στις πλάκες και τα δύσκολα που ‘χαν περάσει. Κοίταζε το παζλ της ζωής του, μα του έλειπαν μυριάδες μικροσκοπικά κομμάτια, που εκείνη την περίοδο δεν ήταν διατεθειμένος να καθίσει να ψάξει, πόσο μάλλον να τα συμπληρώσει, για να δει ολόκληρη την εικόνα. Οι συνειδητοποιήσεις του θα αργούσαν να έρθουν. Έπρεπε πρώτα να βρει το κουράγιο να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πριν αρχίσει να αντιμετωπίζει τον κόσμο.

«Ρεμβάζεις;» ακούστηκε η φωνή του Λάμπρου. Κούνησε σκεφτικά το κεφάλι του ο Βασίλης. Το τσιγάρο του είχε από ώρα τελειώσει, μα το βλέμμα του είχε παραμείνει στην απεραντοσύνη του ουρανού και την θολούρα της καταιγίδας. «Πίσω στα πάτρια εδάφη;» συνέχισε ο Λάμπρος κι ο Βασίλης χαμογέλασε αμυδρά. «Πίσω στην πόλη που σκότωσα τον εαυτό μου» του απάντησε, πριν αναστενάξει. Γύρισε προς το μέρος του. «Καλά είσαι, Λάμπρο;»

«Εγώ, παιδί μου, είμαι μια χαρά. Εσύ;»

«Κουρασμένος και ξενυχτισμένος».

«Και αγανακτισμένος».

«Ίσως».

«Σίγουρα. Έλα να πιούμε ένα καφέ».

«Δεν είμαι για πολλά – πολλά, Λάμπρο. Κατέβηκα για μια κηδεία και θα φύγω ξανά…»

«Δεν σε χωράει αυτή η πόλη, ε;» κάγχασε ο Λάμπρος κι ύστερα τον χτύπησε στην πλάτη.

«Δεν είναι εκεί το θέμα. Είν’ αλλού η ζωή μου πια…»

«Πότε είναι η κηδεία;»

«Αύριο».

«Κατάλαβα» μουρμούρισε ο Λάμπρος κι ύστερα του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.

Αμίλητοι διέσχιζαν τους διαδρόμους του νοσοκομείου. Είδε κόσμο και κοσμάκη ο Βασίλης, άτομα που είχαν φτάσει εκεί για να επουλώσουν τις δικές τους πληγές. Δέκα λεπτά αργότερα μπήκαν στο γραφείο του Λάμπρου. Άνοιξε εκείνος ένα συρτάρι και έδωσε δύο κλειδιά στον Βασίλη. «Αφού δεν θες να δεις κανένα…» μουρμούρισε, χαμογελώντας μυστήρια, «… πήγαινε κοιμήσου και θα τα πούμε το απόγευμα».

Πήρε τα κλειδιά ο Βασίλης, έγνεψε με το κεφάλι και προσπάθησε να προσανατολιστεί στο νοσοκομείο. Σκυθρωπός έδειχνε την ώρα που ανέβηκε στη μηχανή, για να γυρίσει στην παλιά του γειτονιά. «Δε γαμιέται;» μονολόγησε, κοιτάζοντας τα κλειδιά στα χέρια του. Έβαλε πρώτη κι έφυγε για να ξεκουράσει σώμα και μυαλό, απ’ το ταξίδι.

***

Παραξενεύτηκε η Μελίνα, όταν έφτασε έξω από το πατρικό της και είδε εκείνη την πράσινη μηχανή, να στέκει στο μέρος όπου πάρκαρε το αυτοκίνητο ο πατέρας της. Της είχε πει ότι θα αργούσε στη δουλειά, ότι θα επέστρεφε κατά τις τέσσερεις και της είχε προτείνει να φάνε μαζί εκείνο το μεσημέρι. «Ο πάντα αργοπορημένος μπαμπάς» σχολίασε η Μελίνα, ανοίγοντας την αυλόπορτα. Χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού, θεωρώντας ότι ο πατέρας της θα ήταν μέσα. «Έλα, Λάμπρο, τελείωνε» μουρμούρισε ανυπόμονα, πριν αρχίσει να ψάχνει μέσα στην τσάντα της για τα κλειδιά της. Ούτε βήματα άκουσε, ούτε φασαρία από το σπίτι. «Αμάν ρε μπαμπά» έκανε αγανακτισμένα, όταν βρήκε τα κλειδιά της και κατάφερε να ανοίξει την πόρτα.

Κοίταξε στην κουζίνα, μα δεν είδε κανέναν. Της φάνηκε πως ακουγόταν νερό που έτρεχε, από τον πάνω όροφο. «Αιώνιος μπαμπάς» σχολίασε, ανεβαίνοντας την βαριά σκάλα του σπιτιού. Ανοιχτή ήταν η πόρτα του δωματίου της. Ένα κράνος ήταν παρατημένο στο γραφείο της κι ένα βαρύ μπουφάν, αφημένο με τρόπο, στην καρέκλα. Ξέστρωτο ήταν το κρεβάτι. «Να το πάλι» συλλογίστηκε, όταν άκουσε την ντουζιέρα να τρέχει. Πήγε προς το μπάνιο κι άνοιξε απότομα την πόρτα.

Ο Βασίλης δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε, μόνο έκανε να πιάσει μια πετσέτα που ‘χε κουβαλήσει μαζί του. Γλίστρησε και έσκασε στην μπανιέρα με την πλάτη. Άρχισε να βρίζει. Η Μελίνα είχε παγώσει και τον κοίταζε απορημένα. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» τραύλισε κι ο Βασίλης της έριξε ένα βλέμμα που έκρυβε οργή, φόβο, αγανάκτηση και πόνο. «Σακατεύτηκα» της απάντησε, προσπαθώντας να σηκωθεί και να κλείσει την κουρτίνα.

«Σ’ έχω δει γυμνό» του είπε εκείνη, πηγαίνοντας προς το μέρος του. Του έκλεισε την κουρτίνα κι ύστερα κατέβασε το καπάκι της λεκάνης και κάθισε πάνω του.

«Δε με χέζεις, ρε Μελίνα;» απάντησε νευριασμένα ο Βασίλης.

«Χεσμένο σ’ έχω και το ξέρεις!»

«Θες να μαλώσουμε, γαμώ το σπιτάκι σου, απογευματιάτικο;» βρυχήθηκε ο Βασίλης από την μπανιέρα κι η Μελίνα, σαστισμένα, τράβηξε την κουρτίνα και τον κοίταξε. Στο πρόσωπό του είχε αποτυπωθεί μια απερίγραπτη έκφραση πόνου, μα κάπου, κάτω από αυτό που προσπαθούσε να δείξει, της φαινόταν πως χαμογελούσε. «Ηλίθιε!» του φώναξε κι εκείνη.

«Βλαμμένη!» της απάντησε ο Βασίλης κι έβαλαν και οι δύο τα γέλια.

Τον βοήθησε να σηκωθεί. «Ρίξε λίγο νερό, γεμάτα αφρούς είναι τα γένια σου» του είπε χαζογελώντας κι ο Βασίλης της έβγαλε τη γλώσσα. Ξεπλύθηκε βιαστικά, τυλίχτηκε με μια ροζ πετσέτα και βγήκε από την μπανιέρα. Άδειο ήταν το μυαλό του. Δεν είχε καταφέρει να τον συνεφέρει από την κούραση, ο ολιγόωρος ύπνος. «Πεινάς;» τον ρώτησε η Μελίνα, όταν βγήκαν από το μπάνιο κι εκείνος κάγχασε. «Με θυμάσαι να πεινάω;»

«Καφέ, καφέ;» ρώτησε παιχνιδιάρικα.

«Ναι. Θα φτιάξω».

«Ακόμη την έχει ο μπαμπάς την καφετιέρα που πήραμε τότε».

«Το φαντάστηκα».

«Καλά είσαι;»

«Καλ-» ξεκίνησε να λέει, αλλά άφησε μισή τη λέξη. «Γάμησέ το, θα σου πω. Πάμε να φτιάξουμε καφέ».

Παράξενη ήταν εκείνη η σκηνή, που είχαν ζήσει και οι δύο στο παρελθόν τους. Βέβαια, είχαν περάσει εννιά ολόκληρα χρόνια από τότε, μα στις αναμνήσεις τους, όλα ήταν ξεκάθαρα. Κρατούσαν από μια κούπα καφέ, καθόντουσαν ο ένας απέναντι στον άλλο και ο Βασίλης κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο, ενώ η Μελίνα κοίταζε εκείνον.

«Σκατά…» μουρμούρισε, ώρα αργότερα ο Βασίλης. «Πέθανε ο πατέρας του Σάκη, χθες. Κομμάτια έφυγα από πάνω, για να προλάβω την κηδεία. Είναι αύριο το πρωί. Δεν γινόταν να λείπω…»

«Κατάλαβα…» ψιθύρισε εκείνη.

«Επίσης… Τέλος πάντων, άφησέ το».

«Επίσης;» τον παρότρυνε η Μελίνα.

«Είχα ανάγκη να σε δω» της είπε, σκύβοντας το κεφάλι του, για να μην τον δει να βουρκώνει. «Ορίστε, το είπα».

«Γιατί;» σάστισε η Μελίνα.

«Για να σου ζητήσω μια συγγνώμη για τότε. Δεν έπρεπε να αντιδράσω τόσο άσχημα» απολογήθηκε εκείνος.

«Και μία δεύτερη ευκαιρία;»

«Έτσι όπως τα κάναμε;»

«Πώς τα κάναμε;» ρώτησε, νευριασμένα, η Μελίνα. Κούνησε το κεφάλι του ο Βασίλης, θλιμμένα. Ψάρεψε το κινητό από την τσέπη του. Άνοιξε τις φωτογραφίες του. Επέλεξε μία και έδωσε το κινητό στην Μελίνα. «Η κόρη μου» σχολίασε ο Βασίλης. Την είδε να κοιτάζει με απορία, μία εκείνον και μία το κινητό. «Δε στο ‘παν τα παιδιά;» συνέχισε εκείνος, μόνο και μόνο για να δει την Μελίνα να του γνέφει αρνητικά. «Κοντεύει τα τρία η μικρή…»

«Σου… Σου μοιάζει…» τραύλισε η Μελίνα. Της είχαν πει ότι ο Βασίλης είχε παντρευτεί όταν έφυγε, μα κανείς δεν είχε το κουράγιο να της πει ότι εκείνος ο γάμος ήρθε, μόνο και μόνο επειδή υπήρχε ένα παιδί στη μέση. Από σπόντα το είχε μάθει κι αυτό, όταν, τυχαία, της το είπε κάποιο απόγευμα ο Πάνος.

Βούτηξε η Μελίνα το πακέτο του Βασίλη που ήταν πάνω στο τραπέζι, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε κι απόμεινε να κοιτάζει την συνοφρυωμένη πιτσιρίκα, που έμοιαζε απίστευτα στον πατέρα της. «Να σου ζήσει» κατάφερε να ψιθυρίσει. Τον είδε να σηκώνεται και να πηγαίνει προς το μέρος της. Της πήρε το κινητό από τα χέρια. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Χαμένο ήταν το βλέμμα της, στο σημείο όπου πριν μερικές στιγμές βρισκόταν το κινητό του Βασίλη.

«Μπέμπα…» ψιθύρισε ο Βασίλης κι εκείνη γύρισε απότομα προς το μέρος του και τον χαστούκισε με μένος. Κατακόκκινα ήταν τα μάτια της. Δάκρυζε χωρίς να το καταλαβαίνει. Παγωμένη ήταν η όψη του προσώπου της. «Μην διανοηθείς να με αποκαλέσεις έτσι ξανά!» του φώναξε, τονίζοντας κάθε συλλαβή.

«Εντάξει» μουρμούρισε ο Βασίλης κι ύστερα σηκώθηκε απ’ την καρέκλα.

«Δειλέ!» ούρλιαξε η Μελίνα, την ώρα που περνούσε το κατώφλι της πόρτας ο Βασίλης. Πάγωσε εκεί. Γύρισε και την κοίταξε οργισμένα. «Πώς με αποκάλεσες;» την ρώτησε, χαμηλόφωνα.

«Δειλό!» επανέλαβε η Μελίνα. Σταύρωσε τα χέρια της, όταν τον είδε να πηγαίνει προς το ψυγείο και να το ανοίγει. Ανέσυρε μια μπύρα από μέσα, την άνοιξε με τον αναπτήρα του και γύρισε και την κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας παράξενα. «Μάλιστα… Δειλός… Ενώ, ας πούμε, εσύ, η ηρωίδα, που δεν φοβήθηκες τίποτα και που δεν έχεις δειλιάσει ποτέ στην ζωή σου, τα έκανες όλα σωστά! Άντε και γαμήσου, Λίνα!»

«Μη με λες Λίνα, ρε ηλίθιε!»

«Όπως γουστάρω θα σε λέω!»

«Τι έκανα και βάλθηκες να με σακατέψεις; Αυτός ήσουνα κάποτε; Αυτός είσαι, φευγάτε;»

«Πόσα λάθη έκανες;» την ρώτησε ο Βασίλης, γελώντας δυνατά.

«Πόσα;»

«Κάτσε και μέτρα τα, μπέμπα. Δεν θα σε μεγαλώσω εγώ. Πρέπει να μεγαλώσεις μόνη σου!»

«Είμαι χαζή ρε! Δεν καταλαβαίνω! Δείξε μου τα λάθη μου!»

«Έχει νόημα;»

«Ναι, έχει!»

«Δεν έχει, Μελίνα. Δεν έχει. Αν είχε νόημα, θα τα είχες καταλάβει. Ας είναι. Δεν θα καθίσω να μαλώσω μαζί σου. Θα πάω σε ξενοδοχείο. Αυτό που έπρεπε, εξ’ αρχής, να έχω κάνει».

«Δεν θα πας πουθενά!» φώναξε η Μελίνα, μπαίνοντας μπροστά στην πόρτα.

«Όχι. Όχι, όχι, όχι. Δεν κατάλαβες. Όπου γουστάρω θα πάω και θα κάνω ό,τι γουστάρω, όπως άλλωστε έκανες κι εσύ! Δεν θα καθίσω να παίξω το θέατρο του παραλόγου, μαζί σου, Μελίνα. Θες να πιστεύεις ότι παντρεύτηκα κι ότι έκανα παιδί για να σ’ εκδικηθώ για τα όσα συνέβησαν μεταξύ μας; Πίστεψέ το, κούκλα μου, δεκάρα δεν δίνω!»

«Δηλαδή, δεν είναι έτσι τα πράγματα!»

«Ακούς τι λες;» ρώτησε νευριασμένα ο Βασίλης κι ύστερα έπιασε μια καρέκλα, κάθισε, άναψε τσιγάρο κι άρχισε να πίνει την μπύρα του, περιμένοντας μια απάντηση, η οποία δεν ερχόταν. «Σε ξαναρωτάω. Ακούς τι λες τόση ώρα;»

«Την αλήθεια λέω!»

«Ποια αλήθεια, Μελίνα; Την ιδανική, για σένα, αλήθεια;»

«Ιδανική;» ρώτησε εκείνη, σαστισμένα. Της έγνεψε καταφατικά ο Βασίλης. Της έκανε νόημα να καθίσει απέναντί του. Τον είχαν κουράσει οι καυγάδες. Είχε αρκετούς από δαύτους στην ζωή του. «Θα στα πω μία και μόνη φορά. Άνοιξε τα αυτιά σου κι άκου» είπε κοφτά. Κάθισε η Μελίνα, μα δεν σταμάτησε να τον αγριοκοιτάζει.

«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω το ξέσπασμά σου…» άρχισε να λέει ο Βασίλης και η Μελίνα, έκανε πως τον παρακολουθούσε, μα στην πραγματικότητα προσπαθούσε να καταλάβει την συμπεριφορά της. Πίστευε πως ήξερε τον εαυτό της, πως τα είχε διαγράψει όλα κι ότι το μόνο που ‘χε μείνει από εκείνη την παλιά ιστορία, ήταν η πίκρα για τον τρόπο που χώρισαν.

«… αντί για σένα, διάλεξα έναν απαίσιο κόσμο, γιατί, ειλικρινά, δεν άντεχα… Μ’ ακούς ή μιλάω μόνος μου;» άκουσε να την ρωτάει και πετάρισε τα βλέφαρά της.

«Χεσμένο μ’ έχεις, όντως!» της πέταξε ο Βασίλης ειρωνικά κι ύστερα επέστρεψε στην μπύρα του και τον κόσμο έξω από το παράθυρο. «Αρνείσαι να δεις τα προφανή, για να μην αναλάβεις το μερίδιο της ευθύνης που σου αναλογεί. Ας είναι. Αν και περίμενα κάτι καλύτερο, μετά από τόσα χρόνια, πάλι δικαιώνομαι. Να σου πω και κάτι;»

«Κάτι;» ψιθύρισε η Μελίνα. Τον είδε να στρέφει το κεφάλι του προς το μέρος της και να την κοιτάζει μ’ εκείνο το παραπονεμένο βλέμμα που της έριχνε, κάθε φορά που του γκρίνιαζε. «Καλά έκανα και σε χώρισα τότε, Μελίνα».

«Γιατί;»

«Το γιατί ήταν και παραμένει προφανές! Με πέταξες έξω από την ζωή μας!» αγρίεψε ο Βασίλης.

«Την ζωή μου!» φώναξε η Μελίνα.

«Την ζωή σου;» κάγχασε ο Βασίλης, στραβοκοιτάζοντάς την. «Την ζωή, σου, μπέμπα; Αυτή την υπόσχεση είχαμε δώσει κάποτε;» μονολόγησε, καθώς σηκωνόταν όρθιος. Αναστέναξε. Άδειασε την μπύρα του στον νεροχύτη. Βγήκε από την κουζίνα, ανέβηκε στο δωμάτιό της, πήρε τα πράγματά του και κατέβηκε ξανά στο σαλόνι. Την κοίταξε από απόσταση. «Ξέρεις…» άρχισε να της λέει, «… δεν θυμάμαι πια, τα όσα, κατά καιρούς, είπαμε. Μόνο εκείνη η πίκρα μου ‘χει μείνει. Η πίκρα κι ο πόνος που βίωσα εκείνο το απομεσήμερο που μου ανακοίνωσες, ότι η ζωή σου ήταν αποκλειστικά δική σου. Θα δανειστώ τα λόγια μιας φίλης. Με μαχαίρωσες στην ψυχή εκείνο το μεσημέρι, Μελίνα» της είπε κι έπειτα, χωρίς να χαιρετήσει ή να περιμένει ν’ ακούσει το οτιδήποτε, βγήκε από το σπίτι, κρατώντας τα κλειδιά της μηχανής στα χέρια του.

***

Είχε σουρουπώσει για τα καλά όταν γύρισε στο σπίτι ο Λάμπρος. Βγήκε από το αυτοκίνητο και κοίταξε το παράθυρο του δωματίου της κόρης του. Απόκοσμες έμοιαζαν οι υποφωτισμένες, από το πορτατίφ της, ροζ κουρτίνες. «Ας ελπίσουμε ότι όλα πήγαν κατ’ ευχή» συλλογίστηκε ο Λάμπρος, βάζοντας το κλειδί στην πόρτα.

Παράτησε τα πράγματά του στην κουζίνα, έβγαλε την κατσαρόλα από το ψυγείο και την πέταξε πάνω σ’ ένα μάτι για να ζεστάνει το φαγητό του. Κοίταξε τις κούπες του καφέ που ήταν παρατημένες πάνω στο τραπέζι. Άδεια η μία, γεμάτη η άλλη. Άρχισε να τσιτσιρίζει το φαγητό στην κατσαρόλα. Άνοιξε τον απορροφητήρα κι άναψε τσιγάρο. «Κραγιόν;» αναρωτήθηκε, κοιτάζοντας μια στραπατσαρισμένη γόπα στο τασάκι. Τότε του φάνηκε πως άκουσε μουσική από τον πάνω όροφο. «Μπα;» έκανε. Ανακάτεψε το φαγητό μέχρι να ζεσταθεί, το κατέβασε απ’ τη φωτιά κι ύστερα ανέβηκε στον πάνω όροφο.

«Να μπω;» ρώτησε, χτυπώντας την πόρτα του δωματίου της Μελίνας.

«Να μην μπεις!» του φώναξε νευριασμένα.

Άνοιξε την πόρτα ο Λάμπρος και την είδε να κάθεται στο γραφείο, με την κιθάρα αγκαλιά, να σκαλίζει νότες πάνω σ’ ένα παλιό τετράδιο, που ‘χε κιτρινίσει απ’ τα χρόνια αχρηστίας. Τα παγωμένα της δάχτυλα προσπαθούσαν να τρέξουν πάνω την ταστιέρα, μα, η από χρόνια παρατημένη ροζ κιθάρα, είχε αντίθετη γνώμη.

Κάθισε στο κρεβάτι ο Λάμπρος και την κοίταξε. Κλαμένη του φαινόταν. «Μάτια μου; Έγινε κάτι;»

«Όχι».

«Τίποτα σημαντικό δεν συνέβη σήμερα;»

«Όχι».

«Ο φιλοξενούμενός μου, πού βρίσκεται;»

«Έφυγε».

«Πότε;»

«Έχει ώρα».

«Έτσι, απλά, έφυγε;» επέμεινε ο Λάμπρος και η Μελίνα γύρισε και τον κοίταξε με παράπονο. Άφησε δίπλα της την κιθάρα με τις σκουριασμένες χορδές και έτριψε τα πονεμένα της δάχτυλα.

«Ταξιδιάρικο ήταν αυτό που έπαιζες. Πώς το λες;» ρώτησε, με γαλήνιο τόνο, ο Λάμπρος, μα δεν πήρε απάντηση. «Για τον Βασίλη;» συνέχισε κι εκείνη του έγνεψε καταφατικά. «Γιατί έφυγε;»

«Δεν ξέρω» ψιθύρισε η Μελίνα.

«Εγώ ξέρω» της είπε παιχνιδιάρικα. «Επίσης, κάπου εδώ, πρέπει να σου θυμίσω ότι είσαι παντρεμένη περισσότερα χρόνια απ’ όσα είναι ο Βασίλης. Πρέπει, μήπως, να σου θυμίσω τον λόγο που παντρεύτηκες ή τον λόγο που επέλεξες τον σύζυγό σου;»

«Εγώ…» ψιθύρισε η Μελίνα, σκύβοντας το κεφάλι. «Μου είπε…»

«Ναι;»

«Μου είπε ότι τον μαχαίρωσα στην ψυχή, μπαμπά μου» είπε με μια ανάσα κι ύστερα έβαλε τα κλάματα. Κάγχασε ο Λάμπρος. Σηκώθηκε και πήγε να την αγκαλιάσει. «Κορίτσι μου; Ξέρεις πως αν δεν είχε έστω και λίγο δίκιο, δεν θα έκλαιγες τώρα» της είπε ψιθυριστά.

«Το ξέρω…» τραύλισε μέσα στους λυγμούς της.

***

Ούτε που έδωσε σημασία στον θόρυβο της μηχανής ο Θανάσης, μήτε πήρε τα μάτια του απ’ τον ορίζοντα. Λυσσομανούσε ο αέρας εκείνο το απόγευμα κι ο λογισμός του ταξίδευε μακριά, πέρα απ’ την πόλη, πέρα απ’ την εποχή που ζούσε. Σκάλιζε στις αναμνήσεις του, το πέρασμά του από τούτο τον κόσμο και βαριαναστέναζε όταν έπεφτε σε κάποια χαρούμενη ή λυπημένη στιγμή.

«Μια φορά σκόρπιοι, για πάντα σκόρπιοι…» άκουσε μια φωνή να λέει. Απρόθυμα γύρισε. Ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο Βασίλης, ίδιος με τον άνθρωπο που είχε, κάποτε, φύγει. Ούτε τα γένια του είχε κόψει, ούτε τα γυαλιά του είχε αλλάξει, μήτε το τσιγάρο είχε βγάλει από το στόμα του.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» βρήκε να πει ο Θανάσης. Αγκαλιάστηκαν. «Αδερφέ μου, συλλυπητήρια. Να ζήσετε να τον θυμόσαστε τον κυρ-Αλέκο» απάντησε, ψιθυριστά, ο Βασίλης. Βούρκωσε ο Θανάσης. «Να ‘σαι καλά» μουρμούρισε, σιγανά.

«Ταλαιπωρήθηκε πολύ ο χριστιανός».

«Το ξέρω. Λες να μη το ξέρω;»

«Σας ταλαιπώρησε κι εσάς» συνέχισε ο Βασίλης, πριν πετάξει το τσιγάρο του. Έβγαλε ρετσίνες από μια πλαστική σακούλα, έδωσε μια στον Θανάση, κράτησε μια για κείνον και παράτησε την τρίτη στο μεταλλικό πάτωμα της γέφυρας. «Το ‘κοψες;» ρώτησε ο Βασίλης, όταν συνειδητοποίησε πως ο Θανάσης έψαχνε για αναπτήρα.

«Το κόβω, τ’ αρχίζω…» αποκρίθηκε εκείνος. «Φτου, κέρατο!»

«Παρ’ τον δικό μου» είπε ο Βασίλης, δίνοντας τον αναπτήρα του στον Θανάση, αφού άνοιξε το κρασί του. «Καλοτάξιδος» μουρμούρισε, υψώνοντας το μπουκάλι. Τσούγκρισε με τον Θανάση, ήπιαν από μια γενναία γουλιά κι ύστερα τον κέρασε τσιγάρο. «Για πάντα σκόρπιοι, Σάκη» μονολόγησε, παίζοντας με το γένι του.

«Ο Τάσος στο ‘πε;» ρώτησε ο Θανάσης, γυρνώντας την πλάτη του προς τα σκουριασμένα κάγκελα της γέφυρας.

«Με πήρε τα χαράματα» απάντησε ο Βασίλης.

«Τον περιμέναμε».

«Το ξέρω».

«Πώς κι έφυγες;»

«Έπρεπε. Παραμένουμε οικογένεια».

«Θα ‘ρθει κι ο κοντός;»

«Ενημέρωσα».

«Ο άλλος;»

«Ο Λαμπρόπουλος;»

«Ναι».

«Ασ’ το Σάκη. Άσ’ το» κατέληξε ο Βασίλης, κι ύστερα σώπασε. Απόμειναν εκεί, να πίνουν το κρασί τους, δίχως να μιλάνε και να σκέφτεται ο καθένας τα δικά του. Απ’ τη μία, ο Θανάσης, σκεφτόταν τις στιγμές με τον πατέρα του κι απ’ την άλλη, ο Βασίλης, σκεφτόταν τα όσα είχε ζήσει σ’ εκείνη την πόλη. Οι αναμνήσεις τους είχαν πάψει να τους στοιχειώνουν. Το πρόβλημά τους, όμως, ήταν ότι δεν είχαν αποδεχτεί τα πεπραγμένα. Ούτε ο ένας, μα ούτε και ο άλλος.

«Πού ρε φευγάτε;» ακούστηκε η φωνή της Νίκης, από απόσταση. Γύρισε απότομα ο Βασίλης. Δεν την είδε. Κοίταξε απ’ την άλλη πλευρά. Ανέβαινε πάνω στην γέφυρα μαζί με τον Τάσο. «Πού ρε μουρλή;» φώναξε κι εκείνος κι ύστερα στράφηκε προς τον Θανάση. «Άφησε μαλλί αυτή;»

«Ναι, το πήρε απόφαση» μουρμούρισε εκείνος.

«Πού ρε σκόρπιοι;» ρώτησε ο Τάσος.

«Στο μυαλό μου είσαι» του απάντησε ο Βασίλης.

«Ξύδια φέρατε;»

«Φέραμε, κοντέ. Φέραμε» είπε ο Βασίλης, σκύβοντας για να πάρει το τελευταίο κρασί από την σακούλα. «Καλό ταξίδι αφεντικό» σιγομουρμούρισε, μελαγχολικά, ο Τάσος. Ήπιε κι εκείνος κι ύστερα έδωσε το μπουκάλι στην Νίκη. «Το καλύτερο παιδί έχασε η νύχτα…»

«Δε μας παρατάς ρε Τάσο;» του γύρισε ο Θανάσης. Δεν απάντησε κανείς. Τον έβλεπαν να καταρρέει σιωπηλά, μα ήξεραν πως πάντοτε, στο τέλος της ημέρας, βρίσκει έναν τρόπο να σταθεί στα πόδια του και να συρθεί μέχρι το σπίτι για να ξεκουραστεί. Όσο δύσκολη κι αν ήταν η μέρα, όσα κι αν είχε περάσει, όσα κι αν άφηνε για να διευθετηθούν την επόμενη.

Δεν πήγε πολύς κόσμος στην κηδεία. Ήταν απαίτηση του μακαρίτη να παραβρίσκεται μόνο η οικογένεια. Το είχε δηλώσει, πολλάκις, όταν ακόμη στεκόταν στα πόδια του. Μετά ήρθε το εγκεφαλικό κι η καρδιά. Τότε, που άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία.

Τα παιδιά που δούλευαν στο μαγαζί συνόδευσαν τον κυρ-Αλέκο στην τελευταία του κατοικία. Μπροστά – μπροστά ο Θανάσης, μαζί με την κοπέλα του και τους φίλους του. Κοίταζε το κινητό του ο Βασίλης. Δεν ήθελε να ταξιδέψει, ξανά, νύχτα. Έπρεπε, όμως, να κάνει υπομονή μέχρι να ολοκληρωθεί η τελετή. Τσέκαρε γύρω του. Την είδε μέσα στον κόσμο. «Δεν έχεις σκοπό να βάλεις μυαλό» μονολόγησε. Έκανε ένα βήμα πίσω και χώθηκε μέσα στον κόσμο.

Όσο κι αν ήθελε να κρυφτεί, δεν θα κατάφερνε να αναμειχθεί με τους μαυροφορεμένους παρευρισκόμενους. Για μία και μόνη στιγμή τον έχασε από τα μάτια της η Μελίνα. Χαμογέλασε, όταν είδε ότι προσπαθούσε να εξαφανιστεί. «Σε παίζω και εκτός έδρας, κύριε Βασίλη» μουρμούρισε, χαμογελώντας αινιγματικά, πριν κάνει αναστροφή και φύγει.

Έπαιζε με τα κλειδιά του ο Βασίλης, καθώς περνούσε την πύλη του νεκροταφείου. Είχε φύγει, άρον – άρον, χωρίς να έχει ενημερώσει κάποιον. Κάτι του έλεγε ότι οι φίλοι του θα του το κρατούσαν, μα εκείνη την ημέρα δεν είχε διάθεση να καθίσει να παίξει το παιχνίδι της Μελίνας. Σφύριζε αδιάφορα, ενώ πήγαινε να πάρει την μηχανή του. Ήθελε να πιεί έναν καφέ στο κέντρο, πριν φύγει ξανά από τη χώρα. Δεν ήξερε ότι η Μελίνα είχε αντίθετη άποψη. Το συνειδητοποίησε όταν την βρήκε να κάθεται πάνω στην μηχανή του.

«Κατέβα» της είπε κοφτά, έχοντας σταυρώσει τα χέρια του και κοιτάζοντάς την πάνω απ’ τα γυαλιά του.

«Δεν υπάρχει περίπτωση» του απάντησε εκείνη.

«Θα σκοτωθούμε. Δεν το ‘χω σε τίποτα σήμερα».

«Ξέχασέ το» επέμεινε η Μελίνα.

«Μπορείς να μου πεις τι, σκατά, θέλεις, τέλος πάντων;»

«Μπορείς να μου πεις γιατί έχεις θυμώσει;» του γύρισε η Μελίνα, στον ίδιο ειρωνικό τόνο, που είχε κι εκείνος.

«Ξεπέρασέ το, επιτέλους, μωρό μου!» της πέταξε, νευριασμένα, ο Βασίλης.

«Μωρό μου;» τον ειρωνεύτηκε η Μελίνα.

«Ναι, γιατί; Έχεις συνηθίσει να το ακούς από μία τελείως διαφορετική φωνή;»

«Όχι. Απλώς μου είχε λείψει να το ακούσω από εσένα».

«Δεν με παρατάς ρε Μελίνα; Παιχνιδάκια αλλού!» της είπε κι ύστερα της έκανε νόημα να κατέβει. Δεν μετακινήθηκε η Μελίνα, που είχε πεισμώσει και δεν θα τον άφηνε, τόσο εύκολα, να φύγει. «Θα σηκωθείς ή θα σ’ αρχίσω στις ψιλές;» ρώτησε, ατάραχα, ο Βασίλης κι εκείνη του έριξε ένα τεράστιο χαμόγελο. «Η τρίτη επιλογή είναι το να με πας για καφέ» του είπε, βγάζοντάς του τη γλώσσα.

«Θα στην κόψω!» της φώναξε ο Βασίλης, μισονευριασμένα και μισοπαιχνιδιάρικα.

«Ναι; Με τι;»

«Με τα δόντια, γαμώ την καταδίκη μου» συνέχισε εκείνος.

Μισόκλεισε τα μάτια της η Μελίνα και κατάφερε να πνίξει το χαμόγελο που ήταν έτοιμη να του ρίξει. Του έβγαλε ξανά τη γλώσσα. «Δεν τρώγεσαι» μουρμούρισε απηυδισμένα ο Βασίλης. Σαν να πρόβλεψε τις κινήσεις του η Μελίνα. Πήγε να την δαγκώσει κι εκείνη τον φίλησε. Ζαλίστηκε ο Βασίλης. Επέστρεψαν οι θύμησες στο μυαλό του. Τον χτύπησε, αναπάντεχα, εκείνη η παλιά ημικρανία. Τραβήχτηκε από πάνω της. «Κέρατο…» ψιθύρισε, πριν καθίσει στην άκρη του πεζοδρομίου.

«Είσαι καλά;» απόρησε η Μελίνα, κοιτάζοντάς τον, μουδιασμένα.

«Έχω αυτή τη μαλακία που με βασανίζει από τότε».

«Καταλαβαίνω…»

«Δεν καταλαβαίνεις, Μελίνα. Μακάρι να καταλάβαινες…»

«Έχεις χρόνο για ένα καφέ;»

«Έχω».

«Είμαι με αυτοκίνητο. Θα έρθεις;»

«Ναι».

«Πάμε, τότε, φευγάτε τύπε, να πιούμε έναν καφέ».

***

«Γιατί, κάθε φορά, πρέπει να καταλήγουμε σ’ αυτό το δωμάτιο;» ρώτησε ο Βασίλης, καθώς καθόταν στην καρέκλα του γραφείου. Του χαμογέλασε η Μελίνα, λίγο πριν βγάλει τα παπούτσια της και καθίσει, οκλαδόν, στο κρεβάτι.

«Γιατί εδώ άρχισαν όλα» σχολίασε, διατηρώντας το πονηρό χαμόγελό της.

«Όχι. Δεν άρχισαν όλα εδώ. Να το σφάλμα στον συλλογισμό σου» σκέφτηκε ο Βασίλης, μα δεν ήθελε να της το πει, γιατί θα κατέληγαν πάλι σκοτωμένοι. Άναψε τσιγάρο κι απόμεινε να την χαζεύει και να συλλογίζεται πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν, τότε που και οι δύο είχαν ακραίες αντιλήψεις, έκαναν διαφορετικές επιλογές. Δεν κατέληξε πουθενά. Ήταν προορισμένοι για εκείνον τον χωρισμό, που δεν θα μπορούσαν, κάπως, να έχουν αποφύγει. Το μόνο που θα μπορούσαν να είχαν κάνει, ήταν να αναβάλλουν εκείνη την διάλυση. Ό,τι έκανε ο Βασίλης με όλες του τις σχέσεις.

«Είχες ποτέ σου την εντύπωση, ότι οι ζωές μας ακολουθούν έναν προκαθορισμένο δρόμο;» την ρώτησε κι εκείνη τον κοίταξε σκεφτικά. «Η δική μου και η δική σου ζωή;»

«Όχι. Οι ζωές τον ανθρώπων».

«Πεπρωμένο το λένε» μουρμούρισε η Μελίνα, με νάζι.

«Το μόνο πεπρωμένο που υπάρχει, είναι εκείνο που οι ίδιοι φτιάχνουμε. Δεν εννοώ αυτό. Μιλάω για τις επιλογές μας».

«Δεν σε καταλαβαίνω» σχολίασε με απορία, εκείνη.

«Ποια η πιθανότητα να παντρευτώ με κάποια, η οποία είναι ίδια σε χαρακτήρα με τις γυναίκες που με σακάτεψαν;» ρώτησε, περισσότερο τον εαυτό του, παρά εκείνη. «Δεν αναφέρομαι σ’ εσένα» διευκρίνισε, όταν είδε το πρόσωπό της να σκοτεινιάζει.

«Ακολουθείς ένα μοτίβο» του απάντησε η Μελίνα.

«Ναι, ευχαριστώ, το ξέρω. Το «γιατί» είναι αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω».

«Μπορώ να σε βοηθήσω να το καταλάβεις, αν μου πεις ποιο μοτίβο ακολουθείς. Όλο αυτό, συνήθως, πηγάζει από κάπου. Φτιάχνουμε, με το μυαλό μας, μια εικόνα. Του ιδανικού συντρόφου, του ιδανικού φίλου, της ιδανικής δουλειάς. Γενικότερα, εξιδανικεύουμε, μέσα στο νου μας, τα άτομα, τις καταστάσεις και τα βιώματα. Γι’ αυτό μπορούμε και δικαιολογούμε πολλά. Τα όσα κάνουμε εμείς και τα όσα, οι άλλοι, κάνουν» απάντησε, στοχαστικά, η Μελίνα.

Παρέμεινε αμίλητος για λίγο κι ύστερα αναστέναξε και κόλλησε το βλέμμα του στο παράθυρο. «Τι σε βασανίζει, Βασίλη;» τον ρώτησε.

«Ο εαυτός μου» μουρμούρισε, νωχελικά, εκείνος.

«Γιατί, όμως;»

«Για πολλούς λόγους».

«Πες μου έναν».

«Για σένα. Ναι, βασανίζομαι και για εσένα, χρόνια ολόκληρα. Βλέπεις κατάφερα να σε συγχωρήσω, πολύ πριν σε καταλάβω, πριν καταλάβω την λογική σου και τους φόβους σου. Έπρεπε να σου δώσω μια άφεση αμαρτιών, ήταν μονόδρομος, δεν θα μπορούσα να πάω αλλιώς μπροστά. Πέντε χρόνια πριν, χαράματα, λίγο πριν φύγω από την χώρα, σ’ ένα παγωμένο παγκάκι. Τέσσερα και πέντε, εννιά, εννιά χρόνια μακριά σου. Στην αρχή είπα «δε γαμιέται», ύστερα με ζόρισε, γύρισα πίσω, μ’ έδιωξες, ξαναγύρισα, απαίτησες, ξαναπροσπάθησα, μαλώσαμε. Τραβάει χρόνια αυτή η ιστορία, δεν έχει λήξει, για εμένα κι ούτε θα λήξει. Εγκλωβίστηκα όμως. Δεν παντρεύτηκα κι ούτε έκανα την κόρη μου, για να σ’ εκδικηθώ. Αυτά τα έκανες εσύ. Εσύ, Μελινάκι μου, πίστεψες ότι ανοίξαμε πόλεμο. Εγώ, ο ηλίθιος, σ’ ακολούθησα σ’ αυτή την κόντρα. Προσπάθησα, ουκ ολίγες φορές, να συνθηκολογήσουμε, να σταματήσουμε να είμαστε μαλωμένοι, να μην βγάζουμε τα τουφέκια κάθε φορά που βρισκόμαστε και πού καταλήγουμε; Πίσω στο μηδέν» αποκρίθηκε, ανέκφραστα, ο Βασίλης.

«Δεν σε κατηγόρησα, ακριβώς…» του ψιθύρισε φοβισμένα.

«Ρώτησες, χθες, τι μου έκανες και βάλθηκα να σε σακατέψω. Θεώρησες ότι σου έδειξα μια φωτογραφία της κόρης μου, για να σε πονέσω…»

«Όχι» τον διέκοψε η Μελίνα.

«Μεταξύ μας μιλάμε κι είμαι ακόμη ήρεμος. Το ξέρεις ότι σιχαίνομαι το ψέμα».

«Δεν… Τέλος πάντων, λάθος μου, δεν εννοούσα αυτό».

«Ωραία. Τι εννοούσες;»

«Δεν έχει νόημα» μονολόγησε η Μελίνα.

«Πολλά πράγματα που θεωρείς ότι δεν έχουν νόημα, στην πραγματικότητα, έχουν και μάλιστα παίζουν τεράστιο ρόλο σ’ όλα όσα θα μπορούσαν να διαδραματιστούν στις ζωές μας».

«Τι θα μπορούσε να γίνει, ρε Βασίλη;»

«Δεν ξέρω».

«Ν’ ανοίξεις τα χαρτιά σου, τότε».

«Δεν έχει νόημα…» άρχισε να λέει ο Βασίλης, μα μόλις την είδε να παίρνει εκείνο το ύφος «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», χαμογέλασε κι άρχισε να παίζει με τα γένια του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Άλλη μια ευκαιρία».

«Και να μεγαλώσω το παιδί που έκανες με την άλλη; Δεν σφάξανε!» αγρίεψε η Μελίνα.

Έβγαλε τα γυαλιά του ο Βασίλης κι έκλεισε τα μάτια του. Έσπασε ο αριστερός βραχίονας μέσα στο χέρι του. Έπιασε το μπουφάν του. Έβγαλε τους φακούς επαφής από την μέσα τσέπη και εκεί μέσα πέταξε τα γυαλιά του, σε δύο κομμάτια πια. «Μην πεις άλλη κουβέντα» της είπε, με προειδοποιητικό τόνο. Αγριεμένα τον κοιτούσε, με σφιγμένες τις γροθιές και τα δόντια, σαν να ετοιμάζονταν να παλέψει μαζί του. Είχε παγώσει η έκφραση του Βασίλη. Έβραζαν τα μάτια του, μα το πρόσωπό του παρέμενε γαλήνιο. Ακούστηκαν βαριά βήματα στην σκάλα, μα δεν έδωσε κανένας από τους δύο σημασία. Εκείνος έβαζε τους φακούς του κι εκείνη περίμενε τον αντίλογο για να συνεχίσει τον καυγά.

«Μελίνα Λάμπρου! Τι έβγαλε το στοματάκι σου;» φώναξε ο Λάμπρος, μπαίνοντας με φόρα μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.

«Λάμπρο, άφησέ το…» άρχισε ο Βασίλης, μα δεν πτοήθηκε ο Λάμπρος. «Αν ζούσε η Μελίνα θα σ’ είχε πετάξει απ’ το μπαλκόνι, μέσα στις τριανταφυλλιές, λέγοντάς σου ότι μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσεις το πόσο πονάνε ορισμένες κουβέντες!» συνέχισε εκείνος ακάθεκτα. Γύρισε προς τον Βασίλη. «Δέκα χρόνια αργότερα, ίδια παρέμεινε και κάθεσαι ακόμη και ασχολείσαι μαζί της; Στείλ’ την στον γέρο διάολο και πήγαινε μπροστά. Δεν πρόκειται να βάλει μυαλό!».

«Μπαμπά!» φώναξε η Μελίνα.

«Μπαμπάκια! Αλλά, βέβαια, ξεχνάμε! Ό,τι μας συμφέρει είμαστε, Λίνα! Πώς θα ένιωθες αν άκουγες κάποια, τυχάρπαστη, σαν και του λόγου σου, να μου λέει, αυτό που ξεστόμισες; Για πες μου! Πώς;» συνέχισε ο Λάμπρος.

Σηκώθηκε από την καρέκλα ο Βασίλης, κουνώντας σκεφτικά το κεφάλι του, πήρε τον Λάμπρο και βγήκαν από το δωμάτιο. «Το παιδί της άλλης; Ακούς εκεί! Τέτοιο θράσος; Πού δηλαδή και να μην ήταν ορφανή από μάνα, τι θα έβγαζε το στόμα της!» άκουσε η Μελίνα, τον πατέρα της να λέει, καθώς κατέβαιναν την σκάλα μαζί με τον Βασίλη.

«Μην ξεκινάς καυγά, Λάμπρο» του είπε ο Βασίλης, σπρώχνοντάς τον προς την κουζίνα.

«Εγώ φταίω! Έπρεπε, τότε, να σε βουτήξω απ’ την κοτσίδα και να σε παντρέψω με το στανιό, για να είσαι ευτυχισμένη, αλλά, όχι, εγώ, ο μαλάκας ο άνθρωπος, είπα ότι έχεις δικαίωμα επιλογής! Άσε με, Βασίλη, το ποτήρι έχει προ πολλού ξεχειλίσει με τις συμπεριφορές και τα καπρίτσια της!»

«Ηρέμησε μωρέ, δεν ήρθα για καυγά!» του είπε ο Βασίλης. Έβγαλε μπύρες απ’ το ψυγείο, άφησε μία μπροστά στον Λάμπρο κι ύστερα κάθισε στον πάγκο της κουζίνας. «Εγώ φταίω, που πίστεψα ότι θα είχε βάλει μυαλό» σχολίασε, ανοίγοντας την μπύρα του.

«Παίρνεις το μέρος του!» ακούστηκε η κραυγή της Μελίνας από τον πάνω όροφο. Γύρισε, με αγανάκτηση, προς τον Βασίλη, ο Λάμπρος. «Πόσο χρονών είστε;» τον ρώτησε κι εκείνος κάγχασε. «Κοντεύουμε τα είκοσι εφτά» απάντησε αδιάφορα.

«Τα τρία δεν λες καλύτερα! Πάω στοίχημα ότι η κόρη σου έχει περισσότερο μυαλό και πολύ πιο υγιή λογική από την δική μου».

«Το τραβάς, Λάμπρο» τον προειδοποίησε ο Βασίλη.

«Και τι θα κάνει; Ας πάει να πηδήξει κι εκείνη από καμιά γέφυρα, σαν την μάνα της, γιατί ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της. Όχι, τέρμα το κανάκεμα. Ας τα βγάλει πέρα μόνη της» κατέληξε ο Λάμπρος, πριν ανάψει τσιγάρο και πιάσει την φαλάκρα του. «Ακούς εκεί, φίλε μου, το παιδί της άλλης. Που αν ήταν εδώ η μάνα της, θα της είχε ρίξει μια σφαλιάρα, που θα ήταν όλη δική της…»

«Έχεις κολλήσει μ’ αυτή την ιστορία» σχολίασε ο Βασίλης.

«Με την μάνα της που αυτοκτόνησε;»

«Με την μαλακία που πέταξε. Άφησέ το. Πέρασε» μουρμούρισε, χαμογελώντας, ο Βασίλης. Δεν του πήγαινε του Λάμπρου το θυμωμένο ύφος και μόνο γέλιο έβγαζε, όταν κοκκίνιζε ολάκερος, μαζί και η καράφλα του. «Θα με πεθάνει αυτό το παιδί, θα με πεθάνει. Όσα χρόνια την θυμάμαι, έτσι. Ξεροκέφαλη μέχρι εκεί που δεν πάει. Ίδια η Μελίνα…»

***

Η συγγνώμη για εκείνα τα λόγια, ήρθε όταν ο Βασίλης είχε ήδη διανύσει την μισή διαδρομή της επιστροφής. Την διάβασε, στο κινητό του, σε μια στάση για φαγητό και τσιγάρο. Δεν απάντησε, γιατί δεν είχε κάποιο νόημα. Ήθελε να την κάνει εκείνη την συζήτηση ενώπιος ενωπίω με την Μελίνα, μα δεν τον βοηθούσε ούτε η στάση της, ούτε οι υποχρεώσεις του, που έτρεχαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ούτε και να γυρίσει πίσω μπορούσε, γιατί δεν θα είχε δικαιολογία αν περνούσε την παραμονή της πρωτοχρονιάς και την πρωτοχρονιά μακριά από το σπίτι του. Η κηδεία είχε τελειώσει, ήπιε ένα καφέ με τα παιδιά και μαζεύτηκαν για να συζητήσουν, κοιμήθηκε κι ύστερα έφυγε. Έτσι είχε πει στην Ναταλία και την Βικτωρία που τον περίμεναν στο Σαράγεβο, για να αλλάξουν χρονιά και να γιορτάσουν το όνομά του.

Στο ‘να χέρι είχε τσιγάρο και καφέ και στο άλλο ένα κακοψημένο σάντουιτς. Είχε κολλήσει το βλέμμα στο δρόμο, που φωτίζονταν, αραιά και που, απ’ τα φώτα κάποιου διερχόμενου οχήματος. Παράταιρα ακουγόταν απ’ τα ξεφτισμένα ηχεία της καντίνας εκείνος ο αμανές, αλλά, για έναν παράξενο λόγο, του κόλλησε κι άρχισε να το σφυρίζει, ανάμεσα στις μπουκιές του. «Ούτε τα γυαλιά, ρε γαμώ, δεν θα προλάβω να δώσω για φτιάξιμο, με τις ηλίθιες στο σπίτι. Γαμώ το κεφάλι μου το κλούβιο και τις επιλογές μου» συλλογίστηκε, μασώντας βιαστικά το φαγητό του και πίνοντας μια τζούρα καφέ.

Δέκα λεπτά αργότερα, βρισκόταν ξανά στο δρόμο. Οδηγούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση σε λιγότερο χρόνο και να αργήσει να πάει στο σπίτι. Ήθελε να περάσει μια βόλτα απ’ την Νίνα, πριν επιστρέψει στο σπίτι του για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

«Γιατρέ μου, κοιμάσαι;» ρώτησε στο τηλέφωνο, όταν έφτασε κάτω από το σπίτι της. Ήταν περασμένες εννιά κι υποτίθεται ότι θα έφτανε στις έντεκα.

«Ναι. Πού είσαι;» ρώτησε, νυσταγμένα, η Νίνα.

«Από κάτω. Κερνάς καφέ;»

«Ανέβα, αλλά θα φτιάξεις εσύ καφέ» του είπε κι ύστερα σηκώθηκε και σύρθηκε μέχρι το μπάνιο.

Λαχάνιασε ο Βασίλης, μέχρι να φτάσει στον τέταρτο και την σοφίτα της Νίνας. Του έκανε κακό η καθιστική ζωή, έλεγε από καιρό ότι θα έκανε κάτι να το αλλάξει, μα μόνο σχέδια έκανε. Ούτε το τσιγάρο ήταν διατεθειμένος να κόψει, ούτε γυμναστήριο ήθελε να αρχίσει.

«Έφτυσα το πνευμόνι» σχολίασε, ο Βασίλης, προσπαθώντας να τιθασεύσει τον ρυθμό της καρδιάς του και η Νίνα τον κοίταξε με απορία. «Είναι Κυριακή πρωί, αρνούμαι να καταλάβω ελληνικά» του απάντησε, χαμογελαστά. Κάθισε στην πολυθρόνα της κι ο Βασίλης έφυγε για την κουζίνα. Έβρασε νερό, έφτιαξε τους καφέδες, πήγε στο σαλόνι και κάθισε, απέναντί της, στον καναπέ.

«Της μίλησες» δήλωσε η Νίνα.

«Ναι».

«Εσύ, που έλεγες ότι δεν θα την συναντούσες καν».

«Εγώ, εγώ».

«Που δεν είσαι ερωτευμένος και που δεν θες να γυρίσεις πίσω» συνέχισε εκείνη.

«Ακριβώς» της απάντησε ο Βασίλης, πριν βάλει τα γέλια. Σοβαρεύτηκε ύστερα από λίγες στιγμές. «Δεν έχει βάλει μυαλό. Ακόμη με θεωρεί υπαίτιο για την δυστυχία της».

«Κατά κάποιον τρόπο, Βασίλη, είσαι ο υπαίτιος της δυστυχίας της. Όχι που πήγε και παντρεύτηκε ή που παραμένει με κάποιον που δεν γουστάρει. Κοριτσάκι είμαι, ξέρω πώς δουλεύουν αυτά. Υπαίτιος της δυστυχίας της, επειδή την παράτησες. Όχι, δεν έχει να κάνει με τον τρόπο που χωρίσατε, αλλά με το γεγονός. Είναι δυστυχισμένη που δεν σε έχει, φταις εσύ που την χώρισες και προσπαθεί, άθελά της κι υποσυνείδητα, να πάρει το αίμα της πίσω…»

«Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο» την διέκοψε ο Βασίλης.

«Γλυκέ μου, έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Οι σχέσεις μας δεν είναι ξεκάθαρες, γιατί, πρωτίστως, δεν έχουμε ξεκαθαρίσει με τον εαυτό μας. Κάποτε το έκανες κι εσύ αυτό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βλέπε Βικτωρία, συνεχίζεις και το κάνεις. Μπερδεμένη είναι. Ο κόσμος της είναι σε σύγκρουση. Σε αγαπάει και σε μισεί ταυτόχρονα. Τι θα έκανες στη θέση της;»

«Θα το έριχνα στο κέρμα» αστειεύτηκε ο Βασίλης.

«Ναι, μόνο που το δικό σου κέρμα είναι μονόπλευρο, όπως ήταν κάποτε. Αλήθεια, Βασίλη, γιατί έφυγες;»

«Από την χώρα;» ρώτησε ο Βασίλης, που είχε μπερδευτεί από την ερώτησή της.

«Από την Μελίνα» διευκρίνισε εκείνη.

«Ακόμη και σήμερα δεν έχω κατασταλάξει κάπου. Δεν ξέρω αν έφυγα γιατί πόνεσα ή γιατί φοβήθηκα ότι θα πονούσα στο μέλλον. Σίγουρα όμως, ένας από τους λόγους, ήταν επειδή έχασα αυτό που είχα. Το κοινό. Μοιραζόμασταν τα πάντα και με πέταξε έξω από τον κόσμο της…»

«Και αυτό σε θύμωσε;»

«Ναι. Πολύ κιόλας».

«Τραγικό δεν είναι, που παρέμεινες και παραμένεις δίπλα σ’ άτομα που σ’ εξοστρακίζουν ανά πάσα ώρα και στιγμή έξω απ’ αυτό που ονομάζεις «κοινό» και που την Μελίνα την χώρισες, με τόσο κινηματογραφικό τρόπο, για ένα λάθος, το οποίο είναι απόλυτα δικαιολογημένο;» ρώτησε η Νίνα, πίνοντας καφέ κι ο Βασίλης αναστέναξε.

«Γι αυτό σ’ αγαπάω. Επειδή μπορούμε ανά πάσα ώρα και στιγμή να γυρίσουμε την οποιαδήποτε καθημερινή μαλακία, την οποιαδήποτε ανθρώπινη μικρότητα, σε μια βαριά φιλοσοφική συζήτηση» της είπε εκείνος, στοχαστικά.

«Μ’ αγαπάς, Βασίλη;»

«Σ’ αγαπάω» απάντησε εκείνος, αδιάφορα.

«Θα έκανες έρωτα μαζί μου;» τον ρώτησε κι εκείνος λίγο έλειψε να πνιγεί με το σάλιο του. «Τι ερώτηση είναι αυτή;»

«Παγίδα» αποκρίθηκε η Νίνα, κλείνοντάς του το μάτι. «Απάντησε μου» συνέχισε.

«Δεν ξέρω».

«Λάθος απάντηση. Ναι ή όχι;»

«Εξαρτάται» αποκρίθηκε.

«Δεν εξαρτάται, το έχουμε παίξει το έργο στο παρελθόν…»

«Μη μου το θυμίζεις» την διέκοψε. «Ξέρεις πόσο καιρό προσπαθούσα να χωνέψω το γεγονός;»

«Μαγική λέξη! Γεγονός! Έχει γίνει. Άρα, μπορεί να επαναληφθεί. Άρα, δεν υπάρχει «δεν ξέρω», στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει ναι και όχι» κατέληξε η Νίνα.

«Ναι» απάντησε, δίχως να το πολυσκεφτεί, ο Βασίλης.

«Γιατί όμως;»

«Σίγουρα γιατί θέλουμε τα ίδια πράγματα στο κρεβάτι…»

«Όλα αυτά που σου την θυμίζουν;»

«Δεν είναι αυτό» της απάντησε κι ύστερα άναψε τσιγάρο. «Σίγουρα και αυτό παίζει ρόλο, αλλά δεν είναι μόνο η σαρκική επαφή, Νίνα. Είναι και τα συναισθήματα. Είναι η χημεία που έχουν δύο άνθρωποι, η μεταξύ τους οικειότητα, ο τρόπος που βλέπουν ο ένας τον άλλο. Είναι η κατανόηση, τα λόγια που θέλουν να ανταλλάξουν, οι υποσχέσεις που δεν καταρρέουν για εγωιστικούς λόγους, οι στιγμές που θέλουν να μοιραστούν. Αμέτρητα μικροπράγματα, που αν τα αθροίσεις, θα φτιάξεις κάτι υπέροχο».

«Ναι, αλλά, δεν κάνεις έρωτα μαζί μου και, κατ’ επέκταση, δεν ζεις μαζί μου. Υπάρχει, κάπου, ένα αλλά».

«Και από τις δύο πλευρές. Είμαστε αυτοκαταστροφικοί καλλιτέχνες που αντλούμε δύναμη από τις λύπες μας και χαρά από την προσφορά μας. Μπορείς να πεις ότι είμαστε ίδιοι. Δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε σε μία σχέση» της είπε ο Βασίλης, μελαγχολικά.

«Γλυκέ μου Βασίλη, το διατύπωσες υπέροχα. Μία μόνο ένσταση. Θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, μόνο για όσο θα μας έπαιρνε να επουλώσουμε τις πληγές μας. Στα είκοσι μου δεν θα το σκεφτόμουν. Στα τριάντα έξι μου, προτιμώ να μείνω μόνη, παρά δίπλα σε κάποιον που κουβαλάει τις κακοφορμισμένες του πληγές όπου κι αν πάει».

Κόλλησε το βλέμμα του στο τασάκι ο Βασίλης κι έριξε το πρόσωπό του στις παλάμες του. «Κοιμηθήκατε μαζί;» τον ρώτησε η Νίνα κι εκείνος, εντελώς ασυναίσθητα, απάντησε «πού τέτοια τύχη;»

Έβαλε τα γέλια η Νίνα, σηκώθηκε, πήγε δίπλα του και τον αγκάλιασε. «Δεν είστε ακόμη έτοιμοι για να συνυπάρξετε, Βασίλη. Ούτε εκείνη και, σίγουρα, ούτε κι εσύ. Πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα, για να φτάσετε εκεί».

«Όπως;» ρώτησε ο Βασίλης.

«Η Μελίνα πρέπει να σε μάθει και για να γίνει αυτό, εσύ πρέπει, τουλάχιστον, να ‘χεις κλείσει τις ανοιχτές σου υποθέσεις. Θα σας πάρει χρόνια. Ίσως να ζήσετε μαζί, την επόμενή σας ζωή».

«Μακριά πέφτει» προσπάθησε να αστειευτεί εκείνος κι η Νίνα του χαμογέλασε. «Κάθε άλλο. Το έχεις πει και μόνος σου. Οι αλήθειες…»

«Οι ρημάδες οι αλήθειες…» μουρμούρισε ο Βασίλης σκεφτικά, πριν σβήσει το τσιγάρο του και σηκωθεί από τον καναπέ. «Πονάει όλο μου το κορμί, σακατεύτηκα κιόλας… Γεράματα…» αναστέναξε ο Βασίλης κι εκείνες οι λέξεις προξένησαν νευρικό γέλιο στην Νίνα. Έπιασε ξανά την θέση του κι άρχισε να της αφηγείται τα όσα είχαν διαδραματιστεί, τις μέρες που ήταν στην Ελλάδα.

«Κουρασμένο σε βλέπω…» σχολίασε η Βικτωρία, όταν, κατά το μεσημέρι, μπήκε στο σπίτι ο Βασίλης. «Ιδέα σου είναι» της απάντησε, κοιτάζοντας την Νίνα, που έτρεχε προς το μέρος του. «Βόλτα;» ρώτησε, με νάζι, η μικρή. Αχνογέλασε ο Βασίλης. Της έκλεισε το μάτι. «Πάμε βόλτα, μικρή πριγκίπισσα» μουρμούρισε. Την πήρε απ’ το χέρι. Έγνεψε στην Ναταλία και την Βικτωρία και έφυγε ξανά από το σπίτι.

«Κουρασμένος είναι ο μικρός» μονολόγησε η Βικτωρία, σκεφτικά. Κάθισε στον καναπέ και έπιασε ένα ποτήρι με κρασί, που βρισκόταν στο τραπέζι.

«Σου φαίνεται» της απάντησε, από την κουζίνα, η Ναταλία.

«Επίτρεψέ μου να τον ξέρω, ένα τι, καλύτερα» συνέχισε η Βικτωρία.

«Δεν νομίζω».

«Η, τουλάχιστον, να τον ήξερα. Δεν έχει καμία σχέση με τον μικρό μου αδερφό, αυτός ο άνθρωπος».

«Μπορείς να τον καταλάβεις; Γιατί εγώ δεν μπορώ» μουρμούρισε η Ναταλία, κλείνοντας το καπάκι της χύτρας. Γέμισε ένα ποτήρι με κρασί και πήγε στο σαλόνι. «Να τον καταλάβω;» κάγχασε η Βικτωρία. «Ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του».

Κάτι πήγε να πει η Ναταλία, μα το κατάπιε. Πίστεψε, για μία στιγμή, ότι η Βικτωρία θα μπορούσε να τις λύσει όλες εκείνες τις απορίες, που με τα χρόνια είχαν εμφανιστεί. Έψαχνε τις αιτίες πίσω απ’ τις παράξενες συμπεριφορές του Βασίλη. Δεν κατάφερνε να του πάρει κουβέντα για το παρελθόν του. Είχαν συζητήσει μία και μόνη φορά, για την ζωή του κι ύστερα, οτιδήποτε συνέβη πριν την άφιξή του στο Σαράγεβο, δεν ξαναναφέρθηκε.

«Δεν ήταν έτσι πάντοτε…» άρχισε η Βικτωρία. Ένα μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο, σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Νοσταλγούσε εκείνα τα χρόνια που η ζωή ήταν απλή και τα προβλήματα αμελητέα. «Κάποτε, ο καλός σου, μιλούσε. Μιλούσαμε. Με τις ώρες μιλούσαμε. Λέγαμε τα πάντα μεταξύ μας. Ύστερα άλλαξε. Το γιατί, δεν το έμαθα ποτέ. Άρχισα να τον καταλαβαίνω απ’ τις συμπεριφορές, κυρίως απ’ την εμφάνιση και τον τρόπο που μιλούσε. Για να τον καταλάβεις, Ναταλία, πρέπει να πιαστείς από τις λέξεις…»

«Όταν μιλάει είναι που δεν τον καταλαβαίνω. Τι τα λέει ελληνικά, τι τα λέει βοσνιακά, τι τα λέει αγγλικά, ίδια κινέζικα μου ακούγονται. Τον ρωτάω τι έχει και μου λέει ότι κυνηγάει την ανατολή κι ότι δεν την φτάνει. Τι σημαίνει αυτό;»

«Ιδέα δεν έχω» απάντησε η Βικτωρία.

«Δεν ξέρω… Νομίζω ότι αρχίζω και τον χάνω».

«Δεν τον χάνεις, Ναταλία. Αν είναι να τον χάσεις, θα το καταλάβεις».

«Πώς;»

«Προειδοποιεί, μιλάει, έχει υπομονή. Ακόμη κι αν σου πει να χωρίσετε, αν δεν βρει την επόμενη και δεν μπλέξει μαζί της, σοβαρά, δεν τον έχεις χάσει. Τον ξέρω τον μικρό. Έτσι κάνει. Έτσι έκανε και με την πρώην του. Την χώρισε, μαλώσανε, σκοτωθήκανε, τα ξαναβρήκανε, ως που, κάποια στιγμή, αγανάκτησε κι έφυγε, γιατί δεν τραβούσε η κατάσταση και μετά από καιρό βρήκε την επόμενη. Ακόμη με την επόμενη είναι» σχολίασε η Βικτωρία, δείχνοντας την Ναταλία.

«Εσύ; Πώς και μόνη;»

«Εγώ, μετά τα τριάντα πέντε έχω σκοπό να σοβαρευτώ. Γλεντάω την ζωή μου» μουρμούρισε, πονηρά, η Βικτωρία κι ύστερα έβαλαν μαζί τα γέλια.

***

Δεκαέξι ώρες σερί κοιμήθηκε ο Βασίλης, για να συνέλθει. Δεν μπορούσε να δει τίποτα όταν άνοιξε τα μάτια του. «Φακοί» ψιθύρισε, όταν θυμήθηκε πως είχε διαλύσει τα γυαλιά του κι έκανε μια νοερή υποσημείωση, για να τα δώσει για φτιάξιμο. Στα τυφλά έφτιαξε τον καφέ του, πριν πάει στο μπάνιο για να βάλει φακούς.

Η Βικτωρία κοιμόταν στον καναπέ, έχοντας ρίξει το κεφάλι της στο μπράτσο του και έχοντας στην αγκαλιά της το μαξιλάρι της. «Βλαμμένη» μουρμούρισε ο Βασίλης, παρατηρώντας την, από την κουζίνα. Πέθαινε για τσιγάρο, αλλά ούτε τον απορροφητήρα μπορούσε ν’ ανοίξει, ούτε και την μπαλκονόπορτα. «Ας είναι» συλλογίστηκε, πριν πάρει τον καφέ του κι επιστρέψει στο κρεβάτι.

Σκάλιζε μηνύματα για ώρα, με την Ναταλία, που ‘χε πάρει την μικρή και είχαν πάει στην Μαρία και τον Βαγγέλη. Είχε προσπαθήσει να τον ξυπνήσει για να του πει ότι έφευγε κι ότι θα τον άφηνε για μερικές ώρες μόνο του, με την Βικτωρία, για να πούνε όσα δεν θα μπορούσαν μπροστά της. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, κοριτσάρα» της είχε πει μέσα στον ύπνο του, πριν αλλάξει πλευρό.

Πάνω που είχε πάρει την απόφαση να κάνει τσιγάρο, ξύπνησε η Βικτωρία. Την πήρε η άκρη του ματιού του, να τεντώνεται μέσα στο βαρύ πάπλωμα. «Εσύ μας έλειπες τώρα» σκέφτηκε κι αποφάσισε να το παίξει κοιμισμένος. Έβαλε το κινητό στο αθόρυβο, το έχωσε κάτω από το μαξιλάρι του κι έκλεισε τα μάτια. Την άκουγε να περιφέρεται στο σπίτι. Προσπαθούσε να παραμείνει ασάλευτος. «Ή τώρα, ή ποτέ» σκέφτηκε όταν άκουσε την ντουζιέρα να τρέχει. Πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του, πήγε στις μύτες των ποδιών μέχρι την κουζίνα, βούτηξε τσιγάρα κι αναπτήρα και βγήκε στο μπαλκόνι.

Είχε χαθεί στις σκέψεις και στις αναμνήσεις του. Ο ασθενικός ήλιος δεν κατάφερε να τον ζεστάνει. Προ πολλού είχε τελειώσει το τσιγάρο, μα το φίλτρο είχε παραμείνει ανάμεσα στα δάχτυλά του. «Καλή χρονιά, Βασίλη» μουρμούρισε για να τον ακούσει ο εαυτός του, εκείνο το κομμάτι που παρέμενε φανατικά προσκολλημένο σε εποχές που δεν ήθελε να ξαναζήσει. Έψαχνε κουράγια για να γράψει το τέλος σε πολλά ανοιχτά κεφάλαια, μα εκείνα τα χρόνια, δεν μπορούσε να δει, πόσο μάλλον να συνειδητοποιήσει, ότι εκείνο το τέρμα το είχαν σχεδόν αγγίξει τα δάχτυλά του. Δεν χρειαζόταν να κάνει καμία αναστροφή και να ζήσει τίποτα παραπάνω.

Θυμήθηκε εκείνο το πρωί που ξύπνησε δίπλα στην Μελίνα, που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, που την χάζεψε και που πήρε τις δικές του αποφάσεις. Ξαναέζησε, νοερά, τις στιγμές. «Godspeed, Βασίλη» έπιασε τον εαυτό του να λέει και κλωθογύρισε εκείνη την φράση στο μυαλό του. Για χρόνια παραμυθιαζόταν ότι το ‘χε πει για ένα σκασμό διαφορετικούς λόγους. Εκείνο το πρωινό, κατάφερε να κοιτάξει την αλήθεια στα μάτια.

Γύρισε αργά και είδε την Βικτωρία να κάθεται στον καναπέ και να τον χαζεύει. Μπήκε στο σπίτι, έκλεισε την μπαλκονόπορτα και κάθισε δίπλα της. «Καλή χρονιά, τσουλάκι» την πείραξε κι εκείνη τον κοίταξε με παραπονεμένη έκφραση. «Σήμερα σ’ έπιασε, που μου ήρθε περίοδος;»

«Τίποτα δεν μ’ έπιασε. Απλά σε πειράζω».

«Ναι, όλο έτσι με κάνεις» του γκρίνιαξε.

«Αφού σ’ αγαπάω».

«Αν μ’ αγαπούσες…» άρχισε το κήρυγμα η Βικτωρία κι ο Βασίλης, γελώντας, την αγκάλιασε σφιχτά. «Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Είσαι ένας από αυτούς. Πάει πολλά χρόνια αυτή η ιστορία και δεν πρόκειται να καταλήξει κάπου. Εμένα με έχει κουράσει. Πρέπει, κάποια στιγμή, να την αλλάξουμε» της είπε, σχεδόν ψιθυριστά, νομίζοντας ότι κάποιος μπορεί να τον άκουγε.

«Είναι αργά, Βασίλη. Παντρεύτηκες, έκανες παιδί…» μουρμούρισε, εκείνη, παραπονιάρικα.

«Τα ίδια, ακριβώς, πιστεύει και η καλή μου, η Μελίνα. Θα σώσετε να βάλετε μυαλό σ’ αυτή τη ζωή, ή να περιμένω την επόμενη; Μην απαντήσεις, ρητορική είναι η ερώτηση».

«Μιλήσατε;»

«Όπως μιλάμε πάντα. Μέσω τρίτων. Μαθαίνει για μένα, μαθαίνω για εκείνη».

«Τι να πω ρε μικρέ;»

«Τίποτα απολύτως».

«Πάτε για δεύτερο με την Νάγια;» ρώτησε η Βικτωρία κι ο Βασίλης κατάφερε να διακρίνει ένα ίχνος θυμού και ζήλιας στην φωνή της.

«Εγώ θέλω, εκείνη όχι, τα οικονομικά μας δεν μας το επιτρέπουν. Προς το παρόν. Αν δεν βάλει λίγο μυαλό στο κεφάλι, για να δει ότι εκτός από τα δικά της θέλω, υπάρχει μια ζωή που τρέχει κι ένα παιδί που έχει ανάγκες, όχι, Βίκυ, δεν θα ξαναμπώ στην διαδικασία» σχολίασε, σκεφτικά, ο Βασίλης.

«Μα… Αφού…»

«Όχι» απάντησε κοφτά ο Βασίλης.

«Και… Τι θα τα κάνεις τα λεφτά, φευγάτε;»

«Ό,τι έπρεπε να κάνει ο πατέρας σου και η μάνα σου για εμάς, Βίκυ. Δεν θ’ ανεχτώ, για τις μαλακίες της Ναταλίας, να στερηθεί τίποτα το κορίτσι μου» νευρίασε ο Βασίλης.

«Κάνε κάτι γι’ αυτό».

«Εν καιρώ…»

***

Δεν είχε σκοπό να κάνει κάτι ο Βασίλης, μόνο έβλεπε την ζωή του, στο Σαράγεβο, να κυλάει. Συχνοί – πυκνοί ήταν οι καυγάδες του με την Ναταλία, κυρίως για το οικονομικό, αλλά, κάποια στιγμή, αποφάσισε ότι ούτε και γι’ αυτό συνέτρεχε λόγος για καυγά. Οι επενδύσεις του Τάσου πήγαιναν καλά, ένα μικρό κομπόδεμα το είχε κάνει, μπορούσε να λέει ότι τα είχε βγάλει από οπουδήποτε τα λεφτά, γιατί η Ναταλία δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα των οικονομικών κι η ζωή τους έρεε, χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα. Τουλάχιστον μέχρι το βράδυ που η Ναταλία του ανακοίνωσε ότι είχε βρει δουλειά στην γενέτειρά του.

Φοβόταν εκείνη την επιστροφή ο Βασίλης, μα δεν είχε επιλογές. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, για να αντιμετωπίσει τα φαντάσματά του. Έκλεισε όλες του τις εκκρεμότητες στο Σαράγεβο μέσα σε μια εβδομάδα και ξεκίνησε για να κατέβει στην πατρίδα, να ψάξει για σπίτι και να προετοιμάσει το έδαφος για να έρθουν η Ναταλία με την Νίνα. Ετοίμασε ένα σάκο το βράδυ του δεκαπενταύγουστου, κοιμήθηκε νωρίς και σηκώθηκε αξημέρωτα. «Θα ταξιδέψω Κυριακή για να κερδίσω χρόνο» είχε πει στην Ναταλία, όταν τον είδε εκείνο το πρωί να κάθεται στο γραφείο του και να διαβάζει.

«Θα φύγεις τώρα;»

«Το απόγευμα. Καλύτερα να ταξιδέψω βράδυ, για να μην ψάχνω μέσα στη νύχτα κάπου να κοιμηθώ».

Μόνο για την Ελλάδα δεν ξεκίνησε ο Βασίλης εκείνο το καυτό, κυριακάτικο απόγευμα. Παράτησε τη μηχανή έξω απ’ το σπίτι της Νίνας, ανέβηκε πάνω, κάθισε και συζήτησαν, όπως δεν είχαν συζητήσει ξανά. «Καιρός να συνεχίσεις τον δικό σου πόλεμο» είπε κάποια στιγμή εκείνη κι ο Βασίλης έγνεψε καταφατικά. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε προς ένα πάγκο εργασίας, που ήταν στημένος ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο. Κοίταξε τα αμέτρητα μπλοκ ζωγραφικής της Νίνας. Πήρε ένα και το φυλλομέτρησε. Μυστήρια ήταν τα σχέδιά της, όπως και τα τατουάζ της. «Αυτό το θέλω» αναφώνησε ο Βασίλης, δείχνοντας στην Νίνα, την θλιμμένη πριγκίπισσα στο χαρτί.

«Γδύσου» είπε εκείνη, χωρίς να το πολυσκεφτεί.

«Στην πλάτη» σχολίασε ο Βασίλης, βγάζοντας την μπλούζα του.

«Αναμενόμενο. Ετοιμάσου να ξενυχτήσεις».

«Έτοιμος είμαι».

Κάθισε ο Βασίλης, σε μια παλιά, ξύλινη καρέκλα, με την πλάτη προς το σπίτι και το πρόσωπο προς το παράθυρο. Έβγαλε τα εργαλεία της η Νίνα κι άρχισε να ετοιμάζεται. «Κάποτε έκανα σε φίλους και γνωστούς. Το έχω χρόνια κομμένο το άθλημα. Ελπίζω να βγει καλό» σχολίασε.

«Μια χαρά θα βγει. Δεν σταμάτησες ποτέ να ζωγραφίζεις».

«Πάνω σε χαρτιά, ναι. Όχι πάνω σε δέρματα».

«Το ίδιο είναι Νίνα».

«Γενικεύεις, ανούσια».

«Ξέρεις για ποιο λόγο γίνεται η γενίκευση».

«Ξέρω» μουρμούρισε, αναστενάζοντας, εκείνη κι ύστερα άρχισε να φτιάχνει τα περιγράμματα του σχεδίου πάνω στην πλάτη του Βασίλη.

Κόντευε να χαράξει. Ο Βασίλης είχε πιαστεί και η Νίνα είχε νυστάξει. «Δεν αργώ πολύ, δεν θα κάνουμε άλλο διάλλειμα» του είπε, κάποια στιγμή, κοιτάζοντας την χαραυγή, έξω από το παράθυρο, όταν άρχισε να της γκρινιάζει ότι πιάστηκε. Δέκα λεπτά αργότερα, το τατουάζ ήταν έτοιμο. Του το έβγαλε φωτογραφία η Νίνα κι ο Βασίλης το καμάρωνε, σαν το γύφτικο σκεπάρνι.

«Πέσε κοιμήσου, Βασίλη, πρέπει να πάω στο ιατρείο» του είπε, πηγαίνοντας να ντυθεί. Μέχρι να στρώσει το κρεβάτι και να γυρίσει στο σαλόνι, ο Βασίλης κοιμόταν βαθιά, στον καναπέ.

Μια παράξενη αίσθηση χαρμολύπης άρχισε να την κυριεύει, μα δεν της έδωσε σημασία. Πήρε το παλτό της και τα κλειδιά της κι έφυγε από το σπίτι. Σερνόταν στη δουλειά κι ανυπομονούσε να μεσημεριάσει για να γυρίσει στο σπίτι της και να κοιμηθεί.

«Όλα επιστρέφουν. Όλα πληρώνονται» διάβασε η Νίνα σ’ εκείνο το χαρτί που της είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι, πριν φύγει από το σπίτι. Έπεσε, με τα ρούχα, για ύπνο στον καναπέ. Σηκώθηκε αργά το απόγευμα και ξανακοίταξε το χαρτί. Το πήρε και το έβαλε σε μια παλιά κορνίζα, την οποία κρέμασε δίπλα απ’ το παράθυρο. «Όλα πληρώνονται» μουρμούρισε, διαβάζοντάς το ξανά και ξανά.

***

Οι καταρρεύσεις είναι προδιαγεγραμμένα γεγονότα στην ζωή κάθε ανθρώπου. Δεν μπορούν να αποφευχθούν, παρά μόνο να αναβληθούν. Τις αναβολές διάλεγε πάντοτε ο Βασίλης, γνωρίζοντας πως το αναπόφευκτο δεν θα κατάφερνε, επ’ ουδενί, να το αποτρέψει.

Η πρώτη κατάρρευση και ο πρώτος, μετά από χρόνια, μεγάλος καυγάς, ήρθε λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2010. Την ημέρα που επέστρεψαν στο σπίτι τους από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στο Σαράγεβο. Μετρούσαν ήδη τέσσερεις γεμάτους μήνες στην Ελλάδα. Ο Βασίλης δεν δούλευε. Ασχολούνταν με το τεράστιο σπίτι που είχαν νοικιάσει και με την Νίνα, μιας και η απαιτητική δουλειά της Ναταλίας, την ήθελε όλη μέρα εκεί. Το είχαν συζητήσει αμέτρητες φορές. «Δεν γίνεται να λείπουμε και οι δύο, όλη την ημέρα, από το σπίτι» της έλεγε ο Βασίλης, όταν άρχισε να γκρινιάζει η Ναταλία, μα δεν ήταν διατεθειμένη να το καταλάβει. Σηκωνόταν στις οχτώ, έφευγε στις οχτώ και μισή, σπανίως περνούσε μια βόλτα από το σπίτι, το μεσημέρι, για φαγητό, πριν ξαναφύγει και επιστρέψει αργά το βράδυ. Αυτή ήταν η δική της καθημερινότητα. Μία καθημερινότητα που τον Βασίλη, σε συνδυασμό με τον παραλογισμό που προϋπήρχε, τον είχε κουράσει.

Δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για εκείνον τον καυγά. Έπρεπε, απλώς, να γίνει. Έπρεπε να μαλώσουν γιατί ο Βασίλης είχε κουραστεί να τραβάει η Ναταλία το σχοινί κι εκείνη είχε σιχαθεί την αδιάφορη στάση του. Μόνο που δεν πιάστηκαν στα χέρια. Τους σταμάτησε το κλάμα της μικρής, που είχε σταθεί στην πόρτα του διαδρόμου και τους κοίταζε φοβισμένα. Έβραζε από οργή ο Βασίλης. Προσπάθησε, όσο καλύτερα μπορούσε να καμουφλάρει τα συναισθήματά του, πήρε την Νίνα από το χέρι, την πήγε στο δωμάτιό της, την ηρέμησε, της εξήγησε όσα μπορούσε κι ύστερα την έβαλε για ύπνο. Γύρισε στο σαλόνι κι είδε την Ναταλία να ‘χει πιάσει το τραπέζι της κουζίνας και να δουλεύει.

«Αν επαναληφθεί το σημερινό, χωρίσαμε» της είπε κοφτά, πριν πάει στο γραφείο του κι αρχίσει να γράφει.

Είχε, από χρόνια, ραγίσει το γυαλί και για τους δύο. Εκείνος δεν ανεχόταν την αδιαφορία της για την κόρη τους κι εκείνης της είχε σφηνωθεί στο μυαλό ότι την απατούσε. Μάταιες ήταν όλες οι προσπάθειες του Βασίλη να της εξηγήσει κι αυτό συνέβαινε γιατί δεν ήθελε να της πει τα όσα γνώριζε. Ξενυχτούσε τα βράδια και σκεφτόταν. «Στα τριάντα, μέσα σ’ ένα διαλυμένο γάμο, με το πιστόλι στον κρόταφο και μια ζωή που τρέχει» μονολόγησε κάποιο χάραμα του Μάρτη, καθώς αγνάντευε την άδεια πόλη, από το τεράστιο μπαλκόνι του σπιτιού. Περίμενε να πάει εφτά, για να ξυπνήσει την Νίνα και να την ετοιμάσει για το σχολείο. Δεν κυλούσαν οι στιγμές και τα δευτερόλεπτα και γι’ αυτό έφταιγε η επιμονή που έδειχνε σ’ εκείνη την ιστορία. Ήξερε ότι η Ναταλία δεν θα δεχόταν εύκολα ένα διαζύγιο. Είχε ήδη κάνει την συζήτηση μία φορά και κατέληξαν σκοτωμένοι. Ήξερε κι ότι δεν θα άντεχε, αν έμενε μόνος με την κόρη του.

Στις οχτώ και μισή, αφού είχε αφήσει την Νίνα στο σχολείο, πέρασε μια βόλτα απ’ το σπίτι του Λάμπρου. «Όσο πάει και χειροτερεύει η καράφλα, γιατρέ» τον πείραξε ο Βασίλης, μπαίνοντας στο σπίτι. Πήγε στην κουζίνα και χάζεψε τα αμέτρητα χαρτιά που ‘χε απλώσει πάνω στο τραπέζι ο Λάμπρος, ενώ έφτιαχνε καφέδες.

«Τι έγινε, παιδί μου;»

«Τίποτα. Πέρασα, απλώς, να σε δω. Μένω μόνιμα πια εδώ» σχολίασε ο Βασίλης.

«Το έμαθα. Δεν ήρθες γι’ αυτό».

«Καυγάδες στο σπίτι έγινε» μουρμούρισε, αναστενάζοντας, πριν γεμίσει μια κούπα με καφέ. «Δεν ξέρω, Λάμπρο, πώς να φέρω τα πράγματα σε μία ισορροπία για όλους».

«Συζητώντας» αποκρίθηκε εκείνος κι ύστερα κάθισε στο τραπέζι και μάζεψε τα χαρτιά του. «Συζητώντας τα προβλήματά σας, με την σύζυγο, όχι μαζί μου» συνέχισε, με αδιάφορο τόνο.

«Λάμπρο, δεν βγαίνει άκρη. Μια και δύο, θαρρείς, ότι τα συζήτησα;»

«Άρα;»

«Θέλω να χωρίσω».

«Σε μένα γιατί το λες;»

«Συζήτηση κάνουμε, Λάμπρο».

«Δεν έχει νόημα αυτή η συζήτηση, Βασίλη. Με όποιον και να την κάνεις, δεν θα καταλήξεις πουθενά. Εσύ θέλεις, εκείνη, εικάζω, δεν θέλει και καταλήγετε σε καυγάδες. Προσπάθησε να αλλάξεις αυτά που την ενοχλούν και να της δείξεις τι σ’ ενοχλεί πάνω της, για να το αλλάξει. Δώσε της ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να προσαρμοστεί. Αναδιαμορφώστε την σχέση που έχετε. Δεν πρέπει, πάλι, να φύγεις…»

«Τι ν’ αλλάξω Λάμπρο; Την παράνοιά της; Της έχει καρφωθεί στο μυαλό ότι την απατάω…»

«Την απατάς;» τον διέκοψε, κρυφογελώντας.

«Μακάρι να το έκανα!» αναφώνησε ο Βασίλης.

«Γιατί της καρφώθηκε στο μυαλό;»

«Δεν ξέρω».

«Ανασφάλεια» μουρμούρισε ο Λάμπρος κι όταν είδε το απορημένο ύφος του Βασίλη, έσπευσε να συμπληρώσει την πρότασή του. «Δεν την γνωρίζω την σύζυγό σου, μόνο να εικάσω μπορώ. Γνωρίζω όμως εσένα και τις σχέσεις σου. Είχες, στο παρελθόν σου, πολλές ανασφαλείς συντρόφους, στο πλευρό σου. Ασυνείδητες επιλογές που έγιναν, γιατί ένα στερεότυπο έπρεπε να επιβεβαιωθεί. Η μάνα σου δεν είναι ανασφαλής…»

«Η αδερφή μου είναι» πετάχτηκε ο Βασίλης.

«Ωραία. Ας υποθέσουμε ότι το πρότυπο που έχεις στο μυαλό σου, είναι εκείνο της αδερφής σου. Γιατί το επέλεξες;»

«Δεν το επέλεξα».

«Συνειδητά; Όχι, δεν γίνονται συνειδητά αυτά τα πράγματα. Στάσου για μια στιγμή, γύρισε πίσω και κοίταξε την πορεία σου. Υπήρξαν γυναίκες στη ζωή σου, που δεν ήταν ανασφαλείς και που δεν προσπαθούσαν να γαντζωθούν από πάνω σου;»

«Ναι».

«Ποιες ήταν αυτές;»

«Σίγουρα η Μελίνα» αναστέναξε ο Βασίλης.

«Όχι, όμως, μόνο η Μελίνα. Με τις άλλες, γιατί δεν προχώρησες;»

«Τι με ρωτάς, τώρα, ρε γιατρέ;» μουρμούρισε, με αγανάκτηση, ο Βασίλης.

«Αυτά τα οποία θα έπρεπε να ρωτάς τον εαυτό σου».

«Με την Λίλιαν…» άρχισε να λέει κι ύστερα σηκώθηκε απ’ τον πάγκο που καθόταν κι άρχισε να κόβει βόλτες στην κουζίνα. «… δεν ξέρω. Δεν ήταν σωστές οι συγκυρίες, ήθελα να φύγω, δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της, παρέμενα κολλημένος με την Μελίνα, ήμουν πληγωμένος από την συμπεριφορά του κόσμου…»

«Δικαιολογίες. Φτηνές δικαιολογίες» απάντησε, χαμογελαστά, ο Λάμπρος.

«Τι περιμένεις ν’ ακούσεις;»

«Την αλήθεια».

«Έφυγα, Λάμπρο, γιατί με κυνηγούσε το παρελθόν μου…»

«Ήταν λύση η φυγή;»

«Είχα φύγει, από καιρό κιόλας. Δεν είχε νόημα να παραμείνω σ’ αυτή την πόλη. Έφυγα με σκοπό να μην ξαναγυρίσω κι η ζωή μου μπουρδουκλώθηκε τόσο πολύ, που με ανάγκασε να επιστρέψω. Βέβαια, αν δεν έφευγα…»

«Δεν θα καταλάβαινες τον λόγο που έγινες αυτός που είσαι και δεν θα διεκδικούσες τα όσα πραγματικά σου αξίζουν. Κάτι που το κάνεις σήμερα. Το είπες μόνος σου, στην αρχή».

«Τι είπα;»

«Διαζύγιο. Αυτό σου αξίζει, αυτό θέλεις, αυτό θα κυνηγήσεις. Ίσως με ανορθόδοξο τρόπο, γιατί αυτός είσαι, αλλά, θα το καταφέρεις. Κάποια στιγμή».

«Έχω κουραστεί, Λάμπρο. Ειλικρινά έχω κουραστεί».

«Με ποιο πράγμα;»

«Με το να κάνω πίσω».

«Κάνε, τότε, μπροστά. Μόνο μπροστά, έτσι δεν είχες πει κάποτε;» τον ρώτησε ο Λάμπρος κι εκείνη η παλιά του ατάκα, πυροδότησε έναν ορυμαγδό σκέψεων. «Θα βρω τρόπο. ‘φχαριστώ για την κουβέντα» μουρμούρισε, σκεφτικά, πριν χαιρετίσει και βγει από την κουζίνα.

Εκείνο το πρωί το πέρασε στο πάρκο της παλιάς του γειτονιάς, καπνίζοντας, προσπαθώντας να σκεφτεί και να φτιάξει μια νοητή πορεία, για να καταφέρει τα όσα αποζητούσε. Είχε πια συνειδητοποιήσει ότι οι καταστάσεις, στη ζωή του, ήρθαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να του δώσουν τα εφόδια που πραγματικά χρειαζόταν για να αποτάξει τα ζυγά από πάνω του. Εκείνους τους χαλκάδες που κάποτε, μόνος του, είχε περάσει στον εαυτό του και τον είχε αλυσοδέσει, για να μην βάλει φωτιά σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Γνώριζε ότι είχε έρθει ο καιρός των ξεκαθαρισμάτων, μα φοβόταν να εκκινήσει εκείνη την διαδικασία που θα σηματοδοτούσε το τέλος μιας επώδυνης εποχής. Είχε φτάσει η στιγμή που έπρεπε να τα βάλει με τον χειρότερο εχθρό του. Με τον ίδιο τον Βασίλη. «Οι εικόνες… Οι αλήθειες… Τα στερεότυπα…» μουρμούρισε κι ύστερα άφησε το μυαλό του να ταξιδέψει. Μηχανικά έπεσαν εκείνες οι παλιές αμπάρες στους διαδρόμους του νου του, όταν προσπάθησε να ξεθάψει τις σκηνές από τα εφηβικά του χρόνια. Δεν θυμόταν, γιατί δεν ήθελε να θυμάται. Τον σφάγιαζαν οι αναμνήσεις του και τον άφηναν αιμόφυρτο, να προσπαθεί να σηκωθεί και να σταθεί ξανά όρθιος. Ούτε τις αιτίες μπορούσε να καταλάβει, μα ούτε και τις αφορμές. Και το πιο δύσκολο κι επώδυνο που έπρεπε να κάνει, ήταν να προσπαθήσει να καταλάβει τον ίδιο του τον εαυτό και τις συμπεριφορές του.

«Πάμε, φευγάτε» διέταξε τον εαυτό του, κατά το μεσημέρι. Πήγε στο σπίτι, παράτησε την μηχανή και πέρασε απ’ το σχολείο, πεζός, για να πάρει την κόρη του. Ζέσταναν το φαγητό και έφαγαν μαζί. Δεν θα γύριζε εκείνο το μεσημέρι στο σπίτι η Ναταλία. Διάβασαν το απόγευμα. Η Νίνα τα μαθήματά της κι ο Βασίλης κάποια παλιά του κείμενα, προσπαθώντας να καταλάβει από πού απόρρεε η συμπεριφορά του.

Δύο μέρες πριν τα τριακοστά του γενέθλια, ο Βασίλης συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει η σκοτεινότερη εποχή της ζωής του. Εκείνη των ξεκαθαρισμάτων. Εκείνη όπου έπρεπε να κλείσει τα βιβλία στα οποία ο ίδιος, άνευ λόγου και αιτίας, συνέχιζε να γράφει. Εκείνη κατά την οποία θα έπρεπε να αφαιρεθεί κάθε κακόηθες στοιχείο από την ζωή του, για να καταφέρει να αναπνεύσει ελεύθερα. Δεν είπε τίποτα, σε κανένα, μόνο προσπάθησε να κρύψει τις διαφορές που είχαν αρχίσει να ριζώνουν πάνω του, σχεδόν από όλους.

Τον πήραν χαμπάρι οι φίλοι του, μα δεν μίλησε κανείς. Τους φαινόταν πως ο Βασίλης επέστρεφε, σαν ιδιοσυγκρασία και σαν χαρακτήρας, στην εποχή του λυκείου. Λιγομίλητος, εσωστρεφής, με σχέδιο για τα πάντα και άγνωστες προθέσεις. Τις αλλαγές πάνω του, τις κατάλαβε και η κόρη του. Του είπε ότι της άρεσε έτσι, περισσότερο. Άλλαξε ο τρόπος που έγραφε τα παραμύθια του και οι ιστορίες που της αφηγούνταν. Του Βασίλη δεν του αρκούσε πια να πετάξει την Ναταλία έξω απ’ την καρδιά του, έπρεπε να την εξοστρακίσει από τον κόσμο του. Ακόμη κι αυτό το είχε καταλάβει η Νίνα και συμφωνούσε μαζί του. Ούτε εκείνης της άρεσαν οι καυγάδες και οι συμπεριφορές της μάνας της.

***

«Dark times lie before us» είπε κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα στην Ναταλία, όταν έπεσε πάνω στο τραπέζι εκείνη η συζήτηση για το διαζύγιο.

«Δεν θα χωρίσουμε επειδή σε έπιασε το στραβό σου» του απάντησε, αδιάφορα, η Ναταλία, καθώς διάβαζε και πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της.

«Άλλαξε ορισμένα πράγματα τότε» της απάντησε εκείνος.

«Τι πρέπει, πάλι, ν’ αλλάξω;»

«Ωράρια, σίγουρα».

«Αυτή είναι η δουλειά μου, Βασίλη, δεν μπορώ να την αλλάξω» μουρμούρισε με αγανάκτηση η Ναταλία.

«Έπιασα δουλειά σε φροντιστήριο αγγλικών. Τι θα κάνουμε με το παιδί; Εγώ θα λείπω όλη μέρα, εσύ θα λείπεις όλη μέρα, θα την αφήσουμε στον αυτόματο πιλότο κι ό,τι ήθελε προκύψει;»

«Ας μην έπιανες δουλειά!»

«Ακούς τι λες;»

«Πολύ καλά!»

Πήρε και σκοτείνιασε. Έβραζε ο τόπος εκείνο το απόγευμα κι η συννεφιά έκανε την ατμόσφαιρα ακόμη πιο αποπνικτική. Της έπιασε το χέρι ο Βασίλης. Γύρισε και τον κοίταξε η Ναταλία. «Κοριτσάρα; Πρέπει, κάπως, να συμβιβαστείς κι εσύ. Δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου» της είπε γαλήνια, για να μην ρίξει περισσότερο λάδι στην φωτιά.

«Εγώ, καλέ μου, δουλεύω για να μπορούμε να συντηρούμε τα όσα έχουμε» μουρμούρισε η Ναταλία. Κάγχασε ο Βασίλης, έγνεψε καταφατικά κι ύστερα σηκώθηκε από το τραπέζι. «Πάω να πάρω την μικρή απ’ το μάθημα του πιάνου» σχολίασε, βουτώντας ένα μπουφάν.

«Που θα πας με τα μπουφάν, αντρούλη;» τον ρώτησε εκείνη.

«Πάει για βροχή. Μην γυρίσουμε χάλια στο σπίτι».

«Τι ώρα τελειώνει η μικρή;»

«Εφτά».

«Είναι ακόμη έξι».

«Θα πάω με τα πόδια».

«Μου θύμωσες;»

«Όχι».

«Τότε;»

«Τίποτα. Θα τα πούμε μετά» της είπε, πριν κλείσει την πόρτα του σπιτιού.

Περίμενε μόνος, για αρκετή ώρα, σ’ ένα παγκάκι, την Νίνα να τελειώσει το μάθημά της. Την πήρε απ’ το χέρι και περιπλανήθηκαν για λίγο στην πόλη, μιας κι η μικρή είχε όρεξη για βόλτα. Κατέληξαν στο σπίτι του Τάσου και της Νίκης. «Ήρθα με την λατρεία σου» σχολίασε ο Βασίλης, όταν το άνοιξε την πόρτα ο Τάσος.

«Τι κάνεις, κορίτσι όμορφο;» ρώτησε ο Τάσος την Νίνα κι εκείνη τον αγκάλιασε.

«Καλά είναι. Ξεκίνησε πιάνο» σχολίασε ο Βασίλης, μπαίνοντας στο σπίτι.

Η Νίκη έπιασε συζήτηση με τον Βασίλη κι ο Τάσος, με την Νίνα, στρώθηκαν μπροστά στην τηλεόραση κι άρχισαν να παίζουν ένα ηλεκτρονικό. «Δεν τα πήγα ποτέ αυτά τα κέρατα» σχολίασε ο Βασίλης, δείχνοντας την τηλεόραση. Έστειλε μήνυμα στην Ναταλία. «Είμαι στα παιδιά. Έλα για καφέ αν δεν έχεις δουλειά».

«Πνίγομαι στη δουλειά, καλέ μου. Καλά να περάσετε» του έγραψε η Ναταλία, ένα τέταρτο αργότερα. Το διάβασε ανέκφραστα ο Βασίλης. Κάτι πήγε να πει, μα το κατάπιε. Συνέχισε την συζήτηση με την Νίκη, σαν να μη συνέβη τίποτα.

«Σούλη; Έλα ρε μία, να δούμε τα λογιστικά μου» έκανε ο Βασίλης, από το μπαλκόνι του σπιτιού, όταν είχε πια βραδιάσει και η Νίνα είχε νυστάξει.

«Άμα με ξαναπείς Σούλη, δεν θα ξυπνήσεις το πρωί» του απάντησε ο Τάσος, μεταξύ σοβαρού κι αστείου.

«Αι μωρέ τριμάλακα, λες και δεν ξέρεις ότι σε δουλεύω».

«Τι θες να δεις;»

«Έσοδα, έξοδα, τι βάζω εγώ στο σπίτι, τι βάζει η Ναταλία… Όλα» μονολόγησε ο Βασίλης.

«Έγινε κάτι;» ρώτησε ο Τάσος, ενώ κουβαλούσε το λάπτοπ του στο μπαλκόνι.

«Για την περίπτωση που θα γίνει, θέλω να ξέρω».

«Δες εδώ» είπε ο Τάσος, δείχνοντας την οθόνη. Κοίταζε τα νούμερα ο Βασίλης και χανόταν. Τα είχε συμμαζεμένα ο Τάσος, όμως, ο Βασίλης, που δεν ήξερε ακριβώς πως κατανεμόντουσαν τα οικονομικά του, μιας κι είχε αφήσει εκείνη την δουλειά στον παλιόφιλό του, είχε μπερδευτεί. «Κάτσε λίγο. Περίμενε. Αυτή είναι η καβάντζα;» ρώτησε, δείχνοντας ένα εξαψήφιο νούμερο.

«Ναι».

«Πώς διάολο κατάφερες να μαζευτούν τόσα λεφτά, ρε απατεώνα;» αναφώνησε ο Βασίλης.

«Με στρατηγικές κινήσεις βεβαίως – βεβαίως. Θα ήταν περισσότερα, πολύ περισσότερα, αλλά έτυχαν μερικές στραβές» δήλωσε, ο Τάσος, αυτάρεσκα. Μετακίνησε τον κέρσορα με το πληκτρολόγιο και επέλεξε μια περιοχή με αριθμούς και σχόλια. «Έσοδα και έξοδα από τότε που ήρθατε Ελλάδα. Κοντά ένα χρόνο. Ούτε το είκοσι τοις εκατό δεν βάζει η σύζυγος, φευγάτε. Θα πάρει, κάποια στιγμή, χαμπάρι, ότι έχεις λεφτά και θα γίνει μπέρδεμα» σχολίασε.

«Δεν μ’ απασχολεί αυτό. Ζει με όσα βγάζει;»

«Ζει, σχετικά άνετα. Γιατί; Το αποφάσισες; Θα βγάλεις διαζύγιο;»

«Αν με αφήσει, ναι».

«Κι αν δεν σε αφήσει;»

«Θα βρω τρόπο να χωρίσω».

«Λογιστής είμαι, Βασίλη. Όχι δικηγόρος. Δικηγόρο θα χρειαστείς. Θέλεις…»

«Έχω δικηγόρο. Θα του κάνω μια επίσκεψη αύριο. Παλιός φίλος από τον στρατό».

«Ρε συ, φευγάτε…» άρχισε ξανά ο Τάσος.

«Έχω καλό δικηγόρο» τον διέκοψε ο Βασίλης.

«Ποιον;»

«Τον Νικόλα τον Ασημακόπουλο. Παλιοσειρά».

«Σοβαρά μιλάς;»

«Σοβαρά μιλάω. Κάν’ τα μου μια σούμα και στείλ’ τα ένα email, να καθίσω να τα δω και με τον Ασημακό. Φεύγω, γιατί αν μείνω παραπάνω, με βλέπω να την κουβαλάω στην αγκαλιά μου την Νίνα» μονολόγησε ο Βασίλης, προτού σηκωθεί απ’ την καρέκλα.

***

Έλειπε η Ναταλία όταν επέστρεψαν στο σπίτι. Περασμένες έντεκα ήταν. «Χεράκια, δοντάκια και νάνι» είπε ο Βασίλης στην Νίνα, που τον κοίταξε με παράπονο. Τον ακολούθησε στο μπάνιο, έπλυναν τα δόντια τους και πήγε στο δωμάτιό της. «Έρχομαι να σου πω παραμύθι» της φώναξε, μα η μικρή δεν του έδωσε σημασία.

«Απίστευτο κορίτσι» σχολίασε ο Βασίλης, όταν την είδε να κοιμάται ξεσκέπαστη. Της έριξε ένα σεντόνι, την φίλησε στο μέτωπο και βγήκε στο μπαλκόνι. Όλη η μέρα ήταν μουντή και το βράδυ ξεκίνησε ν’ αστράφτει. Κάθισε στον υπολογιστή του κι άρχισε να γράφει. Περίμενε την Ναταλία για να προσπαθήσει να τελειώσει την συζήτηση που είχε αρχίσει το μεσημέρι. Μάταια. Είχε πάει δύο και τα βλέφαρά του βάραιναν επικίνδυνα. Πήγε και ξάπλωσε στον καναπέ, μπροστά από την τηλεόραση που έπαιζε αθόρυβα. Κοίταξε το κινητό του, με το ένα μάτι. Καμία κλήση, κανένα μήνυμα. «Θ’ αργήσεις;» της έγραψε και το έστειλε. Τον ξύπνησε η απάντησή της. «Στο δρόμο είμαι. Έρχομαι». Τέσσερεις και δέκα το πρωί έγραφε το ρολόι του. Αναστέναξε.

«Ο φευγάτος ξέρει» μονολόγησε, χαμογελώντας κι ύστερα σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι του. Την περίμενε. Δεν άργησε να φανεί η Ναταλία. Δεν έκανε κανένα σχόλιο ο Βασίλης. Έκλεισε το πορτατίφ, της είπε καληνύχτα και γύρισε πλευρό. Πήγε να του πιάσει κουβέντα η Ναταλία, μα δεν το κατάφερε. Τον είχε μάθει. Πίστευε ότι ο Βασίλης είχε κατεβάσει ξανά ρολά, μόνο που, αυτή την φορά, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν μέσα στο κεφάλι του φευγάτου. Κανείς δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι σήμαιναν τα λόγια του. Όμως, όλοι φοβόντουσαν ότι είχε έρθει ο καιρός για να συμβεί αυτό που απειλούσε ότι θα κάνει. Όλοι ήταν έτοιμοι για το χτύπημα εκείνης της καμπάνας που θα γκρέμιζε, σαν ντόμινο, την πραγματικότητα, για να χτιστεί μια νέα στην θέση της.

Κι ο Βασίλης, ο δόλιος ο φευγάτος, γνώριζε ακριβώς πως καταστρέφονται οι ανθρώπινες ζωές, μιας και το ένιωθε στο πετσί του, κάθε φορά που καλούταν να μαζέψει τα σμπαράλια της δικής του ζωής. Είχε καταστρέψει κι εκείνος κι είχε λεηλατήσει στο παρελθόν, εκείνη όμως την εποχή, έπρεπε να καταλάβει τους λόγους που θα διέπραττε όσα εγκλήματα είχαν διαπραχθεί εναντίον του. Η είσοδος στον κόσμο της συνειδητοποίησης θα ερχόταν μ’ ένα θάνατο και θα τελείωνε μ’ έναν ακόμη. Δεν θα μπορούσε αλλιώς να γίνει.

Έτσι… Πέρασε καιρός. Πέρασαν πολλά. Φευγάτος ήταν εκείνο το χάραμα που χτύπησε το τηλέφωνό του, όχι από κάποιον φίλο, αλλά από έναν άσπονδο εχθρό. Πάγωσε όταν άκουσε τα μαντάτα. «Πέθανε η Νάντια».

Ένιωσε την οργή του να τον κυριεύει. «Κατάπινε!» διέταξε τον εαυτό του, μα δεν μπορούσε πια να τον ελέγξει. «Είσαι νεκρός, ποζερά» ψιθύρισε με μένος κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο. Βγήκε στο μπαλκόνι κι άναψε τσιγάρο. Τράβηξε βαθιά τζούρα. Βούρκωσε γιατί ήξερε την κατάσταση και δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει ακόμη ένα θάνατο. Δεν του πήγαινε να χωθεί σε μια ζωή που δεν του ανήκε. Κοίταξε προς την κρεβατοκάμαρα. «Έτσι θα καταλήξουμε» μουρμούρισε, θλιμμένα, πιστεύοντας ότι τον άκουγε η Ναταλία. «Έτσι και χειρότερα» συνέχισε τον συνειρμό του.

Ξανάπιασε το κινητό, κάλεσε τον αριθμό του Τάσου, κόλλησε την συσκευή στο αυτί και αναθεμάτισε όταν άκουσε το λαϊκό τραγούδι που σκέπαζε τον ήχο των μπιπ. «Έλα, φευγάτε, δεν μπορώ τώρα, έχει γίνει της κολάσεως!» απάντησε ο Τάσος στο τηλέφωνο. Λαχανιασμένος ακουγόταν.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Βασίλης.

«Πέθανε η Νάντια. Την θυμάσαι;»

«Ναι…»

«Ε, άκου γιατί βιάζομαι. Η Νάντια έπινε πρέζα, έβρισκε απ’ τον Πάνο. Δεν ξέρω τι σκατά της σούταρε, ο πατίβλακας, αλλά η γκόμενα του έμεινε στα χέρια. Τον ψάχνει ο πιτσιρικάς που τα ‘χε μπλέξει μαζί της κι όχι για να μαλώσουν. Κουβαλάει πιστόλι ο μικρός. Θα τον εκτελέσει αν τον βρει» απάντησε με μία ανάσα ο Τάσος.

«Ο γέγραφε, γέγραφε».

«Δεν κόβεις την φιλοσοφία, Βασίλη; Είναι σοβαρά τα πράγματα σου λέω».

«Ο φευγάτος ξέρει, Τάσο».

«Τι ξέρεις, φευγάτε;»

«Εν καιρώ, παλιέ, καλέ μου φίλε. Εν καιρώ…»

Ο Φευγάτος άνοιξε τα φτερά του, πέταξε, πήρε υλική υπόσταση, και έγινε ένα αρκετά μεγάλο και βαρύ βιβλίο, το οποίο είναι διαθέσιμο από τις Εκδόσεις Memento. Τα επόμενα δέκα κεφάλαια του Φευγάτου, είναι διαθέσιμα μόνο στην έντυπη μορφή του. Μπορείτε να αγοράσετε τον Φευγάτο εδώ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook