Ρίγανη, θυμάρι και πορτοκαλιά μαζί, αναμεμιγμένα με φρέσκο οργωμένο χώμα και βροχή. Γεύσεις και μυρωδιές του φθινοπώρου, με τα ελληνικά εδέσματα και το παλιό κρασί να ερωτοτροπούν με τον ουρανίσκο.

Ο μαύρος βασιλικός με το βαρύ άρωμα και την πικάντικη μεθυστική γεύση, φλερτάρει με την πέτρα, το ξύλο και το φθινοπωρινό λυκόφως, το κυκλάμινο κρυφοκοιτά δειλά την νωπή φύση δίνοντας χρώμα στο σκοτεινό δάσος.

Κι εγώ καθισμένος επάνω σε μια ξερολιθιά, σε τόπο ιερό, αρχαίο, μεθυσμένος από τα αρώματα της φύσης, κοιτώ τις πεσμένες κολόνες του αρχαίου ιερού στο παχύ χορτάρι και στοχάζομαι τα μελλούμενα και τα τωρινά και τα περασμένα, όλα μαζί στο ίδιο κουβάρι μπερδεμένα.

Στοχάζομαι τις μέρες της δόξας, όταν θεοί, ημίθεοι και «αθάνατοι» θνητοί, ζούσαν στον κόσμο αντάμα. Άνθρωποι, θεοί και αγάλματα, πατούσαν την ίδια γη, κάτω από τον ίδιο ουρανό, πολεμούσαν τους ίδιους εχθρούς και άφηναν παρακαταθήκη αιώνες τώρα, αποθηκευμένη κληρονομιά στην μνήμη του σύμπαντος κόσμου.

Προσκλητήριο των αιώνων στους αρχαίους και στους νέους, με την βουή της μάχης να χάνεται, την αχλή να κατασταλάζει και την κλαγγή των σπαθιών των χάλκινων ηρώων, να αντιλαλεί στο σύμπαν.

Ακούγονται ακόμη οι πολεμικές κραυγές και οι ιαχές τους, φωνές πόνου και θανάτου, φωνές νίκης και αλαλαγμοί.

Νιώθεις την ανάσα τους στο πρόσωπό σου και ακούς τις φωνές τους, αισθάνεσαι την αγωνία τους και την θλίψη τους, καθώς βλέπουν την φυλή τους να χάνεται. Γενναίοι Ατρείδες, χάλκινοι γίγαντες, αρχαίοι πρόγονοι, πατήσαμε το χώμα σας, νιώσαμε την βροχή σας στο σώμα μας, γευτήκαμε τον αέρα σας και σας προδώσαμε!

Δώσαμε τα φώτα σας στον κόσμο, τους μάθαμε την τέχνη σας, τους μάθαμε να μιλάνε, τους μάθαμε την γλώσσα σας, τους μάθαμε πώς είναι να είναι Άνθρωποι, χτίσαμε τον πύργο της Βαβέλ και καταστραφήκαμε!

Χρόνια τώρα ίδια σκόνη, ίδιος αέρας, ίδιος ήλιος, ίδιος ουρανός, μεταφέρει εικόνες, φωνές και αναμνήσεις, καταγεγραμμένες στα γονίδια της ψυχής ανά τους αιώνες.

Φοβού τους Δαναούς, τους γνωρίζοντες την αλήθεια και την αρχαία τέχνη και τα μυστικά των Γραφών, τους γνωρίζοντες τις λύσεις των γρίφων.
Φοβού τους Δαναούς, που φτιάξανε την κιβωτό και κρύψανε όλη την γνώση του παρελθόντος, την δύναμη του σύμπαντος, κρύψανε την αλήθεια της ζωής.
Δως μου τα χέρια σου! Δως μου τα χέρια σου! Φωνές από παλιά, από τα βάθη των αιώνων.

Δως μου τα χέρια σου, να έρθεις στης Αλήθειας το φως, να γίνει η στάχτη ύλη, χαρτί και πάπυρος και γνώση και σκέψη και αλήθεια μαζί! Ξέρει η γη να κρύβει τα μυστικά της, χρόνια τώρα, πολύ καλά.

Στο λυκαυγές του πολιτισμού, τι να πιστέψω, τι να ονειρευτώ; Προσμένοντας το φως να τρέψει σε φυγή τις σειρήνες και τις Ερινύες, ανοίγοντας τον δρόμο για την άφιξη των προγόνων και της αλήθειας.

Προσμένοντας την ανατολή, την αυγή της ημέρας, του έτους, των αιώνων, την ανατολή του παρελθόντος.

Βαδίζοντας στον ιερό δρόμο για την Ελευσίνα, παρέα με αστροθεάμονες και νυχτακουστές, με επιμελώς ατημέλητους ρήτορες και φωτοδότες της γνώσης, με τους μύστες των Ιερών Μυστηρίων.

Χρονοταξιδευτές του παρελθόντος και του μέλλοντος, άρχοντες και δούλοι του χρόνου, στη γραμμή του επάνω που πλανιέστε, πέστε μας τι βλέπετε, ποιό το μέλλον και ποιο το παρελθόν μας; Ακούγεται κάτι αχνά από μακριά;

Το λυκόφως δίνει την θέση του στο σκοτάδι και οι στοχασμοί πνίγονται από την δροσιά της νύχτας, το αρχαίο ιερό χάνεται και σκιές αρχίσουν να χορεύουν ανάμεσα στις ιερές πέτρες. Αναπνέω με λαιμαργία και νιώθω να γεμίζουν τα στήθια μου και η ψυχή μου και ακούω τις φωνές τις νύχτας, ξυπνώντας από τον λήθαργο του φωτός, ψάχνοντας τ’ απομεινάρια της ημέρας. Σπασμένα όστρακα, σπασμένα όνειρα και ψίχουλα που αφήνουν οι αδαείς προσμένοντας να ξαναβρούν το δρόμο. Ξυπνούν με το λυκόφως και ξεχύνονται στα μονοπάτια του χρόνου.

Προσμένουν την ανατολή για να γυρίσουν πάλι στα λαγούμια τους, κρατώντας στην αγκαλιά τους τα λάφυρα τους, γεμίζοντας τις φωλιές τους με όνειρα και χαμένες προσδοκίες, με ψίχουλα και ρανίδες απελπισμένου ιδρώτα.

Ακούω το φεγγάρι, που μου γνέφει μέσα από τα σύννεφα, παίζοντας κρυφτό με τ’ αστέρια, στέλνοντας τα, μικρούς πυρόμορφους αγγελιοφόρους να μου ψιθυρίσουν στα αυτιά το μικρό μυστικό του.

Κοιτώ το παιχνίδι του ουρανού με τα σύννεφα και τα αστέρια, μέσα από το καθρέφτισμα της θάλασσας, το πρόσωπο του φεγγαριού κλεμμένο στης θάλασσας την αγκαλιά, καθισμένος στον αρχαίο κήπο μιας κάποιας διαφορετικής κι όμως τόσο γνωστής πόλης, κάπου μακριά κι όμως τόσο κοντά.
Γεύομαι τ’ άρωμα του αέρα και της θάλασσας και κάτι μαγικό, μη γήινο, ανακατεμένο με των λουλουδιών της νύχτας.

Ονειρεύομαι τη ζωή και το όραμα μιας προσμονής, το ψιθύρισμα και το χάδι στα αυτιά και τα μαλλιά, το ρίγος στο δέρμα από την φθινοπωρινή δροσιά της νύχτας, το άρωμα του σώματος και των μαλλιών μιας μυστηριακής νεράιδας.

Γυρεύω την νεράιδα, φύλακα των ευχών των χαμένων αστεριών, με το διάφανο πέπλο της και τα αιθέρια μαλλιά της, με τα σαγηνευτικά της μάτια και το αισθησιακό άρωμά της.

Που στο όνομά της πέφτουν τα αστέρια καιόμενα στον χτύπο της Γης, με την αστερόσκονη να λαμπυρίζει αλλάζοντας τον ρου των επιθυμιών των απλών θνητών.

Χτυπώ την πόρτα του χρόνου και αναζητώ τον θρύλο, την όμορφη νεράιδα των ευχών των χαμένων αστεριών, που στο άκουσμα του μυστικού ονόματος της, γνωρίζουν οι θνητοί ότι κρατούν στα χέρια τους την ευτυχία της ζωής!

Μ΄ ακούτε ξωτικά της Γης και του Ουρανού, νεράιδες των νερών της Άνοιξης, πού είναι η Εκλεκτή σας; Έχω το μαντίλι της και επιθυμώ να της το πλέξω στα μαλλιά της.

Σ΄ ακούω. Ακούγεσαι στο θρόισμα των δέντρων και του αγέρα, σε μία χώρα μακρινή αλλιώτικη. Μυρίζω τ΄ άρωμά σου και νιώθω την ανάσα σου στο στήθος μου, και προσμένω…

 

Γιώργος Κύριλλος