Με γυρισμένη την πλάτη τηγανίζω λουκανικάκια. Πίσω μου, γύρω από το τραπέζι της κουζίνας γίνεται πανδαιμόνιο. Τέσσερις γυναίκες, κυρίες, κοπελίτσες, κοριτσάκια, φασαριόζικα νήπια, όπως θες πες το, κάνουν την ωραιότερη φασαρία του κόσμου.

Μαζευτήκαμε πάλι απόψε, στο σπίτι μου για άλλη μια φορά, αφού γκρίνιαξα ξανά για το ότι δεν έχω αυτοκίνητο, γιατί πονάει η πλάτη μου, γιατί δούλευα όλη τη βδομάδα και ό,τι άλλο βρήκα πρόχειρο. Ήρθαν χωρίς δεύτερη συζήτηση, με προσέχουν, το μάτι τους πάνω μου συνέχεια, τους βγήκα, βλέπεις, προβληματική. Μια η μέση μου, μια ο βήχας μου, το στομάχι μου, κάτι ταχυκαρδίες, χωρίς θέμα δεν τις αφήνω τις τέσσερις κυρίες μου, όλα κι όλα, τις προσέχω όσο με προσέχουν!

Έχει έρθει και η αλλοδαπή, όπως συνηθίζουμε να τη λέμε από τότε που έφυγε για το εξωτερικό να ζήσει εκεί μόνιμα, για την αγάπη ρε γαμώτο! Χτυπάει συναγερμός μόλις έρχεται, είναι μακριά μας και μας λείπει συνεχώς.

• Να’ρθω; Θές βοήθεια;
• Να βγάλω ποτήρια;
• Κάνε πιο κει να περάσω, δε χωράω, έχω πάρει 2 κιλά τελευταία
• Έλα ρε, κατάφερες και μπήκες στο small;
• ΜΗ ΒΑΖΕΙΣ ΤΟΣΟ ΛΑΔΙ ΣΤΟ ΤΗΓΑΝΙ!!!
• Τι θα πιεις;
• Κόκα κόλα
• Μην τα μπερδέψεις μόνο, πριν έπινες τσάι…
• Πονάει το γόνατό μου
• Να μην πήγαινες στα βουνά την ηλικία σου, θες ένα παυσίπονο;
• Δεν παίρνω φάρμακα, τι είμαι; Γριά είμαι;
• Κοίτα λίγο την ταυτότητα σου και τα ξαναλέμε…
• Για τον Τζώνυ όμως δεν ψάξατε καλά
• Το «επανάληψη μήτηρ μαθήσεως» δεν κολλάει στην περίπτωσή σου, ξεκόλλα

Φυσικά και κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε, μην ενοχλείστε. Μόνο εμείς. Σαράντα χρόνια (δεν είναι σχήμα λόγου) συνύπαρξης αυτό το αποτέλεσμα έχουν. Εχει ξεφύγει πια από τον ορισμό της φιλίας, έχει γίνει οικογένεια, δεμένη με άρρηκτους δεσμούς, δοκιμασμένη σε βάθος χρόνου και καταστάσεων, δεσμοί αίματος, αδερφές από άλλο πατέρα κι από άλλη μάνα, αδερφές από επιλογή, τόσο σωστή που λες, δεν μπορεί, μου’χει κάτσει λαχείο!

Μικρά κοριτσάκια γνωριστήκαμε, σε άλλες εποχές, αθώες, που το μόνο που μας απασχολούσε ήταν τα γκομενιλίκια, θα μπορούσα να γράψω τόμους επί του θέματος! Το γλυκό πουλί της νιότης κοπανιότανε πάνω απ’ τα κεφάλια μας με μανία κι εμείς πέφταμε απ’ τη μια παπαριά στην άλλη αλλά δεν φταίγαμε, το κωλόπουλο έφταιγε.

Αλλά, σου λέει, δεν μπορεί, κάποτε ωριμάζει ο άνθρωπος. Το τι έκανε η καημενούλα η ζωή για να μας εντάξει στον κόσμο των ενηλίκων, μόνο η ίδια το ξέρει. Μας έστειλε τα πάντα όλα! Απελπισμένους έρωτες, κλάματα στα πατώματα, απαγωγές από βλαμμένους που δεν καταλάβαιναν ότι δεν τους θέλουμε (ναι, αλήθεια! Την απήγαγαν τη φιλενάδα μου μπροστά στα μάτια μου!), στροφή στην κουλτούρα και τη διανόηση γιατί έτσι είμαστε εμείς αγάπη μου! Υπεράνω! Φασμπίντερ και ξερό ψωμί κι ας μην καταλαβαίναμε Χριστό!

Είχαμε και κουλά επαγγέλματα στο μενού, μία τη στείλαμε αεροσυνοδό στη Σαουδική Αραβία… με τσαντόρ! Αμ πως;

Είδε κι αποείδε η ζωούλα, δουλίτσα δε γινότανε, έβαλε τα μεγάλα μέσα. Πάρτε γάμους και παιδιά να ισιώσετε, να δείτε τι εστί βερίκοκο μπας και βάλετε μυαλό! Σε καλό μου! Γέλασα πάλι! Αλλά πάντα και οι πέντε μαζί, να βλέπει η μία τα χαϊρια της άλλης μπας και παραδειγματιστούμε! Ξαναγέλασα!
Κάνω την αρχή και τις παίρνω όλες στο λαιμό μου – πλην μίας, της εξυπνότερης – και να με σειρά εμφανίσεως αρραβώνες, γάμοι, εγκυμοσύνες, γέννες, μωρά, γκρίνιες, διαζύγια, αλλά πάντα όλες μαζί να μαζεύει η μία τα συντρίμμια της άλλης, να ξαναστηνόμαστε στα πόδια μας, να τα ξεχνάμε όλα και να συνεχίζουμε ακάθεκτες!

Οσο και να μπερδεύτηκαν ανάμεσα μας σύζυγοι, αλλοδαποί και ημεδαποί, Γαλλίες, Αγγλίες, παραλίγο Λίβανοι (άγιο είχαμε!), φεύγαμε, γυρνούσαμε, χανόμαστε για λίγο μέσα στις υποχρεώσεις, ξαναβρισκόμαστε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Συνεχίζαμε την κουβέντα που είχαμε αφήσει ατελείωτη ένα χρόνο πριν, την κουβέντα που δεν τελείωσε ποτέ, που δεν θα τελειώσει στον αιώνα τον άπαντα!

Σήμερα, εδώ στο σπίτι μου, ανάμεσα σε τσίπουρα, μπύρες, λουκανικάκια, τυροπιτάκια και άναρχες συζητήσεις που δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε που πρωτοξεκίνησαν, τις κοιτάζω και γλυκαίνει το βλέμμα μου, τις ακούω και νομίζω πως ακούω την ομορφότερη μελωδία του κόσμου, σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι που τις έχω στη ζωή μου, τι θα έκανα αν δεν υπήρχαν; Ειδικά την τελευταία χρονιά, τη χρονιά της δοκιμασίας… Ολες εδώ, όλες πάνω από το κεφάλι μου, κρεμασμένες στα τηλέφωνα, μαζί μου όπου έπρεπε να τρέξω, αλαφιασμένες πιο πολύ από μένα, τόσο που μου’ρχόταν να τους φωνάξω «πως κάνετε έτσι μωρέ για έναν ηλίθιο καρκίνο;  Θα περάσει! Αφού είμαστε μαζί!». Και πέρασε! Γιατί είμαστε μαζί!

Κι εγώ είμαι εδώ για σας τρελοκαμπέρες! Θα την αντέξω τη μούρλια σας μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός μου! Δεν μπορώ να αντέξω χωρίς την παρέα σας και την αγάπη σας!

Τελικά η ζωή που προσπάθησε να μας βάλει μυαλό απελπίστηκε, τα’παιξε μαζί μας αλλά στο τέλος μας λυπήθηκε και μας έδωσε τουλάχιστον μια προίκα να πορευτούμε, έδωσε τη μία στην άλλη!

Το νου σας ρεμάλια! Έχουμε προίκα αφάγωτη!