Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εκείνη τον κοίταξε με τις άκρες των ματιών της σκυμμένη πάνω από τη σούπα. Το μπολ ταρακουνήθηκε ελαφρά, χύνοντας λίγο από το περιεχόμενό του στο τραπέζι.
«Γρήγορα στο δωμάτιό σου, μαλακιστήρι!» φώναξε φτύνοντας σάλια και μπίρα πάνω της. Εκείνη άφησε το κουτάλι στο τραπέζι, σηκώθηκε, άρπαξε το μπολ, έχυσε το περιεχόμενό του στον νεροχύτη κι ανέβηκε τις σκάλες.
Κοίταξα στο πάτωμα. Ο Φοίβος έγλυφε τις πατούσες του, ατάραχος για ό,τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Λένε πως οι γάτες καταλαβαίνουν τα πάντα και παίρνουν δύο αποφάσεις. Είτε αδιαφορούν είτε σε κοιτάνε με μάτια που νομίζεις ότι θα σε τραβήξουν στην κόλαση. Ο Φοίβος πάντα αδιαφορούσε.
Εκείνος άφησε ένα δυνατό ρέψιμο και κατέβασε την υπόλοιπη μπίρα. Δε με κοιτούσε καν. Είχα σταματήσει να τρώω, η σούπα είχε κρυώσει από ώρα, το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος. Έκανα κίνηση να σηκωθώ και το βαρύ του χέρι με κατέβασε στη θέση μου.
«Εσύ, σπόρε, εδώ. Δεν έχεις να πας πουθενά. Πόσα βγάλαμε σήμερα;»
Έβγαλα από την τσέπη του παντελονιού μου ένα μαραμένο κόμπο από χαρτονομίσματα. Τα κοίταξε, τα πέταξε στον αέρα σηκώθηκε και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Σωριάστηκα κάτω, ο Φοίβος έκανε στην άκρη και συνέχισε να γλύφει τις πατούσες του.
«Πόσες φορές σας είπα», τον άκουσα να λύνει τη ζώνη του και μαζεύτηκα στη γωνία, «ότι εδώ δεν μένετε τζάμπα», έκανε δύο βήματα προς το μέρος μου, δε τολμούσα να κοιτάξω, «αλλά πρέπει να πληρώνετε», ούρλιαξα δυνατά, το μεταλλικό έλασμα της ζώνης βρήκε την χθεσινή πληγή μου, «για το φαγητό σας!» ούρλιαξα δεύτερη φορά, κι άλλο χτύπημα.
«Φτάνει. Θα σε πληρώσω εγώ».
Εκείνη είχε κατέβει τις σκάλες και μας κοιτούσε. Φορούσε μόνο το πάνω μέρος της πυτζάμας της.
«Έχε χάρη που έχω όρεξη σήμερα», απάντησε εκείνος και πέταξε τη ζώνη του πάνω μου. Τον άκουσα να ανεβαίνει τις σκάλες όσο έβγαζε το παντελόνι του.

Την επόμενη μέρα, η δουλειά κύλησε καλύτερα. Οι παλιότεροι μου έλεγαν ότι όσο επιμένεις όταν το φανάρι γίνει πράσινο και δε φεύγεις, τόσο ο άλλος πληρώνει γιατί του κορνάρουν από πίσω. Το κόλπο αυτό μου γέμισε λίγο περισσότερο την τσέπη κι ας δεν ένιωθα τα ακροδάκτυλά μου από το κρύο. Στην επιστροφή για το σπίτι σκεφτόμουν εκείνα τα πεντανόστιμα μπισκότα που είναι πάνω και κάτω καφέ και στη μέση άσπρο. Μου τα είχε δώσει μία κυρία μία φορά αντί για χρήματα.
«Δε θέλω να δώσεις τα λεφτά εκεί που θα πας μετά. Προτιμάω να φας κάτι».
Φοβόμουν να πάω να τα αγοράσω. Θα το καταλάβαινε εκείνος ότι μου έλειπαν λεφτά.
Μπήκα στο σπίτι και βρήκα εκείνη να κάθεται στο πάτωμα και να χαζεύει την τηλεόραση. Κάθε φορά, μετά από την επίσκεψή του στο δωμάτιό της, καθόταν έτσι. Χωρίς να μιλάει. Ο Φοίβος δίπλα της ροχάλιζε ελαφρά. Με νευρίαζε πολύ αυτό το γατί. Μας έδερνε εκείνος; Έγλειφε τα πόδια του. Μας φώναζε; Νιαούριζε κι έτρωγε. Ήθελα να το αρπάξω και να το πετάξω πάνω στην τηλεόραση.
Όρμισα κατά πάνω του αλλά αυτός με κατάλαβε και πήδηξε στην άκρη .
«Άστον ήσυχο».
Γύρισα και την κοίταξα. Σηκώθηκε από το πάτωμα, με πλησίασε και μου χάιδεψε το κεφάλι.
«Είναι ο μοναδικός μας φίλος. Με είχε σώσει στο παρελθόν, του έχω υποχρέωση».
Αδυνατούσα να πιστέψω ότι μία γάτα την είχε σώσει. Δεν απάντησα, έγνεψα μόνο κι έμεινα στην αγκαλιά της. Ήθελα να μείνω για πάντα εκεί, μύριζαν όμορφα τα μαλλιά της. Δύο δυνατά βήματα και το τρίξιμο της εξώπορτας μας χώρισαν.
Εκείνος είχε γυρίσει.

Τελικά τα λεφτά δεν ήταν αρκετά. Ποτέ δεν είναι. Έπιανα τις πληγές με το χέρι μου και μόρφαζα από τον πόνο. Έπρεπε να βγάλω κι άλλα λεφτά, έπρεπε να βρω τρόπο. Μόνο έτσι θα μας έδινε τα πολυπόθητα διαβατήρια για να φύγουμε από τη χώρα. Μας το είχε υποσχεθεί.
«Πληρώστε με και θα σας βγάλω χαρτιά να φύγετε, εσύ και το πουτανάκι σου, για όπου θέλετε. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνετε ό,τι σας λέω εγώ».
Το ημιυπόγειο που μέναμε ήταν ό,τι καλύτερο είχαμε βρει σαν στέγη εδώ και πολλά χρόνια. Κι εκείνη, ατάραχη, χωρίς να κλαίει ή να θυμώνει, έκανε οτιδήποτε της ζητούσε κι άνοιγε την πόρτα της όποτε της την χτυπούσε. Ήταν μία ηρωίδα για μένα. Σαν κι εκείνες με τις μάσκες και τις κάπες που έβλεπα στα εξώφυλλα περιοδικών στα περίπτερα.

Απόψε έκανε πολύ κρύο. Δεν ένιωθα τα χέρια μου, τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μη με βαστάνε και λεφτά είχα μαζέψει ελάχιστα. Κανείς δεν άνοιγε το παράθυρο του αυτοκινήτου του και να αφήσει το κρύο να εισβάλλει στη ζεστασιά του. Γύρισα σπίτι σίγουρος ότι δεν το γλίτωνα το ξύλο.
Τη βρήκα πεσμένη στο έδαφος, γυμνή, να κλαίει. Έτρεξα κατά πάνω της. Εκείνος καθόταν στην πολυθρόνα, με ένα μπουκάλι στο ένα χέρι κι ένα μαδέρι στο άλλο. Ο Φοίβος, κλασικά ατάραχος, δίπλα του να γλύφει τις πατούσες του. Λες και δεν υπήρχε κανείς γύρω του κι αυτός έκανε ατάραχος το μπάνιο του. Ένα τηγάνι τσίριζε επιδεικτικά πάνω στο αναμμένο μάτι της κουζίνας ενώ το αποτύπωμά του είχε στολίσει την πλάτη της. Μύριζε καμμένη σάρκα.
«Η καριολίτσα σου ούτε να μαγειρεύει ξέρει. Το αποφάσισα, θα φύγετε. Σας βαρέθηκα».
«Όχι, μας υποσχέθηκες ότι θα μας φτιάξεις τα χαρτιά μας!» φώναξα και το μετάνιωσα την ίδια στιγμή. Σηκώθηκε πάνω, πέταξε το μπουκάλι στην άκρη κι έπιασε το μαδέρι με τα δύο χέρια. Εκείνη με τράβηξε μακριά και παραπατώντας άρπαξε το τηγάνι που τσουρούφλιζε και του το πέταξε στο πρόσωπο. Εκείνος άρχισε να ουρλιάζει, το μαδέρι τού έπεσε από τα χέρια κι εγώ με θολωμένα, από την οργή, μάτια, το άρπαξα και του το κατέβασα στο κεφάλι.
Μια φορά.
Δύο φορές.
Τρεις φορές.
«Φτάνει. Τελείωσε».
Με έπιασε από την πλάτη και με τράβηξε στην αγκαλιά της.
«Πρέπει να φύγουμε. Αν μας βρουν θα μας κατηγορήσουν για φόνο», μου είπε και σηκωθήκαμε. Ο Φοίβος είχε χωθεί στην άκρη της συρταριέρας και γρατζούνιζε το πάτωμα. Εκείνη πλησίασε, τον φώναξε, ο Φοίβος επέμενε. Έφτασε στο σημείο εκείνο, έπιασε το πλακάκι δίπλα στην γωνία του επίπλου και το τράβηξε στην άκρη.
Από μέσα, έβγαλε μία μεγάλη, δερμάτινη τσάντα.
«Τα χαρτιά μας;» τη ρώτησα.
Την άνοιξε κι έβγαλε μία τσαλακωμένη δεσμίδα με χαρτονομίσματα.
«Όχι, κάτι πολύ καλύτερο» μου είπε χαμογελώντας όσο ο Φοίβος είχε κουρνιάσει στα πόδια της και νιαούριζε.