Η μέρα ξεκίνησε ηλιόλουστη. Όλα γύρω της λουσμένα στο ζεστό φθινοπωρινό φως. Τεντώθηκε χαμογελώντας και σηκώθηκε. Έκανε στα γρήγορα ένα ντους, ήπιε τον καφέ της, έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στο βαλιτσάκι της κι άρχισε να ετοιμάζεται. Χτένισε τα μαλλιά της σε μια όμορφη αλογοουρά, ολοκλήρωσε το άψογο μακιγιάζ της και βγήκε από το σπίτι τσουλώντας το βαλιτσάκι με τα εργαλεία της. Βγαίνοντας από το ασανσέρ συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει τα καινούργια της εργαλεία. Το κατακόκκινο κραγιόν και το eyeliner. Ανέβηκε γρήγορα στο σπίτι, τους χαμογέλασε και τα πήρε μαζί της. Πόσο όμορφη ήταν αυτή η μέρα!

Πρώτο ραντεβού η φίλη της η Αναστασία. Ήταν καλεσμένη σε μια τηλεοπτική εκπομπή και εμπιστευόταν μόνο την Ιωάννα για ένα τέλειο μακιγιάζ. Οι δυο γυναίκες συζητούσαν και γελούσαν, σε σημείο που η Ιωάννα δεν μπορούσε να δουλέψει. «Σταμάτα λίγο ρε χαζό! Σαν τον Μπόζο θα σε κάνω!». Και δώσ’ του γέλια. Το όμορφο πρόσωπο της Αναστασίας αναδείχθηκε υπέροχα με το μακιγιάζ. Οι δυο φίλες αγκαλιάστηκαν και έδωσαν ραντεβού το βράδυ για ποτό.

Επόμενο ραντεβού η κυρία Καίτη. Θα της έβγαζε πάλι την ψυχή. Αυτή η γυναίκα δεν ξέρει τι ζητάει. Ποτέ όμως! “Όχι κόκκινο της φωτιάς, βαθύ κόκκινο. Αχ… δεν είναι ωραίο… Βάλε ένα τριανταφυλλί”. Τριανταφυλλί; Σοβαρά τώρα; “Και η σκιά να μην είναι πολύ σκούρη και είμαι σαν να έχω φάει μπουνιά. Ναι βρε πουλάκι μου, λίγο πιο σκούρη όμως! Πολλά μου παίρνεις όμως Ιωάννα μου. Σε μένα πρέπει να κάνεις καλύτερη τιμή!”
Αμ, θα την φας την μπουνιά κυρία Καίτη μου!
Βάζει λίγη μουσική στο αυτοκίνητο να χαλαρώσει. “Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη”. Φτάνει στο σπίτι της κυρίας Καίτης, παίρνει μια βαθιά ανάσα και χτυπάει το κουδούνι.

«Άντε, ήρθες επιτέλους; Έλα κι έχουμε πολλή δουλειά. Το απόγευμα έχω να πάω στους αρραβώνες της ανιψιάς μου και θα είναι εκεί η τσούχτρα η γυναίκα του ξαδέρφου μου. Θέλω να με κάνεις να λάμπω!»
«Καθίστε κυρία Καίτη μου να ξεκινήσουμε. Θέλετε κάτι έντονο ή κάτι πιο φυσικό;»
«Φυσικό θέλω, αλλά να κάνει εντύπωση!»
Και αρχίζει το μαρτύριο. «Δεν έχεις καμία σκιά να στραφταλίζει λίγο; Και το ρουζ πιο ροζ, να δείχνει υγεία! Όχι μαύρο eyeliner, βάλε λίγο χρώμα! Τι κραγιόν είναι αυτό; Σαν πεθαμένη μοιάζω!»
Ως εδώ μωρή σκρόφα! Δεν θα με τρελάνεις εσύ! «Τότε κυρία Καίτη μου, θα σας βάλω ένα κραγιόν που πήρα χθες. Πραγματικά υπέροχο! Όλα τα μάτια πάνω σας θα είναι!»
«Αχ, ναι! Αυτό θέλω». Βγάζει το κατακόκκινο κραγιόν και βάφει προσεκτικά τα χείλη της. Της δίνει τον καθρέφτη κι εκείνη ενθουσιάζεται! «Αυτό είναι! Επιτέλους τα κατάφερες!»
Ναι, επιτέλους τα κατάφερα…

Συνέχισε για το τοπικό κανάλι, όπου είχε να ετοιμάσει τους παρουσιαστές της μεσημεριανής εκπομπής. Ωραία δουλειά, σε ράγες. Ήξεραν τι ήθελαν, ήξερε να το κάνει. Είχε ένταση και κούραση η συγκεκριμένη δουλειά, αλλά την αγαπούσε. Και τα παιδιά στο κανάλι την αγαπούσαν. Πήρε δεύτερο καφέ και έβαλε φωτιά στα πινέλα και τα σφουγγαράκια της. Έκατσε να δει την αρχή της εκπομπής, βεβαιώθηκε για το άψογο αποτέλεσμα και έφυγε χαμογελαστή.

Χτυπάει το κινητό. «Έλα Ιωάννα μου, η Άννα είμαι».
«Ποια Άννα;»
«Η ξαδέρφη της Ελένης που γνωριστήκαμε προχθές. Θα είσαι στο μαγαζί να περάσω να τα πούμε;»
«Εκεί πηγαίνω τώρα. Έλα σε κανένα μισάωρο».
Τι θέλει τώρα αυτή; Ούτε που με είχε συμπαθήσει και φαινόταν στο βλέμμα της. Τέτοια ξινίλα δεν κρύβεται! Φτάνει στο μαγαζί και την βρίσκει να περιμένει. Μωρέ μπράβο πρεμούρα! Φτιάχνει καφέδες και κάθονται.
«Λοιπόν Άννα, πως από δω;»
«Να βρε συ, ήθελα να σε ξαναδώ. Μου έκανες τρομερή εντύπωση! Μου αρέσει πολύ η δουλειά σου και είπα μήπως μου δείξεις κανένα κόλπο…»
Όχι που δεν θα ήθελε κάτι. Αυτή είναι η δουλειά μου ρε! Θα σου δείξω τη δουλειά μου; Θα σου δώσω στο χέρι όσα μου πήρε χρόνια να μάθω;
«Δεν είναι εύκολο αυτό, αλλά ένα δυο πράγματα, ευχαρίστως να σου τα δείξω».
Όχι! Πότε θα μάθω να λέω όχι; Όλοι κάτι θέλουν από μένα κι εγώ τους το δίνω στο πιάτο!
«Νομίζω πως πρώτα πρέπει να σου δείξω πως να βάζεις σωστά eyeliner. Θα εγκαινιάσουμε ένα πολύ καλό που πήρα χθες.»
«Τέλεια! Σε ευχαριστώ πολύ!»
Χάρηκες ε; Θα σου μείνει η χαρά.

Λίγη ώρα μετά η Άννα έφευγε πιστεύοντας πως πέτυχε τον σκοπό της, και η Ιωάννα ετοιμαζόταν για το ραντεβού της. Καινούργια πελάτισσα, της την είχε στείλει η κυρία Καίτη. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια γυναίκα με αυστηρό παρουσιαστικό. Της εξήγησε τι ήθελε. Ένα φυσικό μακιγιάζ, σε γήινους τόνους που να ταιριάζει στην ηλικία της. Απλό και συγκεκριμένο. Σε λίγη ώρα η Ιωάννα είχε τελειώσει και χαμογελούσε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Όχι όμως και η πελάτισσα. “Τι είναι αυτό; Είναι πολύ μουντό. Πολύ άχρωμο. Θα μπορούσες να βάλεις ένα πιο κόκκινο κραγιόν, ένα πιο έντονο ρουζ, μια φωτεινή σκιά!”
Έννοια σας κυρία μου. Την επόμενη φορά θα γίνουν όλα όπως τα θέλετε!

Τα πόδια της πονούσαν από την κούραση. Μάζεψε το βαλιτσάκι της για να γυρίσει στο σπίτι. Σωριάστηκε στον καναπέ και την πήρε ο ύπνος κατευθείαν. Κάποια στιγμή, άκουσε σαν σε όνειρο το κινητό της να χτυπάει.
«Έλα Αναστασία μου. Τι ώρα είχαμε πει να βρεθούμε; Νωρίς είναι ακόμα.»
«Άνοιξε γρήγορα την τηλεόραση! Στο τοπικό. Έχει ειδήσεις. Άνοιξε σου λέω!»
«Τώρα πουλάκι μου! Άνοιξα. Τι συμβαίνει;»
«Αυτή δεν είναι η κυρία Καίτη, η πελάτισσά σου;»
«Ναι, αυτή. Τι έγινε ρε συ;»
«Είχε πάει λένε, σε κάτι αρραβώνες και ξαφνικά ξεράθηκε. Μέχρι να έρθει ασθενοφόρο είχε πεθάνει.»
«Όχι ρε γαμώτο! Κρίμα η γυναικούλα… Θα πάρω την κόρη της να μάθω για την κηδεία.»
«Θα έρθεις τελικά απόψε;»
«Δώσε μου λίγο χρόνο να ετοιμαστώ, κι έρχομαι. Να κάνω και δυο τηλεφωνήματα που θέλω…»

Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε μουδιασμένη να κοιτάζει την οθόνη της τηλεόρασης. “Δεύτερος μυστήριος θάνατος στην πόλη μας. Η Άννα Μαυρίκου βρέθηκε νεκρή από τον αδερφό της στο μπάνιο του σπιτιού της. Ο ιατροδικαστής μίλησε για ανακοπή. Θα περιμένουμε τα αποτελέσματα της νεκροψίας για να είμαστε σίγουροι”.
Η Ιωάννα χαμογέλασε και έπιασε το κινητό της.
«Γιόσι καλησπέρα. Η Μαύρη ορχιδέα είμαι. Τελικά θα πάρω και το ρουζ!»