Τις λατρεύω τις φράουλες. Σνιφ, σνιφ, σνιφ, ποιος τρώει φράουλες κοντά μου ρε παιδιά; Βγήκαν κιόλας οι άτιμες; Ε, Μάιος είναι πια, άρχισαν να τις πουλάνε. Μακάρι να έβρισκα τίποτα ανοιχτό να αγόραζα, αλλά την ώρα που θα φύγω από την έκθεση, θα έχει νυχτώσει ήδη, θα είναι όλα κλειστά.

Πάντα τρελαινόμουν για φράουλες, τρελαίνομαι για την υπόγλυκη ξινούτσικη γεύση τους, για την σάρκα τους με τα σποράκια που μπαίνουν στα δόντια μου, για το σχήμα τους και για το χρώμα τους, για όλα. Θυμάμαι που είχαμε προσπαθήσει να κάνουμε τις 9 1/2 εβδομάδες με τις φράουλες, τι γέλια είχαμε κάνει. Τα είχαμε κάνει όλα μαντάρα, δεν θυμάμαι αν καθάρισαν ποτέ τα σεντόνια μετά. Ναι μάλιστα, τι σκατά θέλω και τα θυμάμαι αυτά, ώρα είναι τώρα να πάρω τη Ρόζι να μου γράφει αντικαταθλιπτικά πάλι. Λοιπόν, τέρμα το διάλειμμα, καιρός να πάω πάλι να σταθώ δίπλα στα βιβλία μου.

Μα που είναι αυτή η γυναίκα μου, το κέρατο μου μέσα; Που με σέρνει σαββατιάτικα σε εκθέσεις βιβλίου και παζάρια. Τι κόλλημα έχει φάει και με αυτά τα βιβλία και με αυτή την συγγραφέα, ούτε που θυμάμαι πως την λένε. Τέλος πάντων, τι μανουριάζω κι εγώ, ένα πράγμα μου ζήτησε κι αυτή η καημένη, είναι ευκαιρία να βγει και ο μικρός καμιά βόλτα. Τι θα κάναμε μέσα στο σπίτι πάλι. Εντάξει εγώ θα έπαιζα με τον μικρό, ένα Σαββατοκύριακο τον χαίρομαι με την κωλοδουλειά, από το πρωί ως το βράδυ. Πως μεγαλώνουν έτσι γρήγορα βρε παιδί μου, δεν προλαβαίνω να παρατηρώ τις αλλαγές στο σωματάκι του, στο μυαλουδάκι του, στο πως φέρεται, στα πάντα! Πότε πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια, σαν τώρα θυμάμαι την στιγμή που γεννήθηκε. Μα το Θεό, σαν να είναι ακριβώς αυτή η στιγμή, τι κλάμα είχα ρίξει που είχα γίνει πατέρας, τρομάξανε να με συνεφέρουνε. Τι θα γίνει τώρα, θα τους βρω πουθενά; Κρατάω και τις φράουλες του μικρού.

Ακόμα και μετά από δύο βιβλία, αναρωτιέμαι αν αξίζω να γράφω. Τα γράψιμο μου έσωσε την ζωή, αλλά σημαίνει τίποτα στην ζωή κάποιου άλλου; Όλες αυτές οι γυναίκες που έχουν έρθει για να τους το υπογράψω, στα αλήθεια, εννοούν όσα μου λένε; Να ‘τη πάλι η μυρωδιά από τις φράουλες. Και κάτι άλλο νιώθω ότι είναι γνώριμο, μια άλλη μυρωδιά. Και κάτι άλλο. Ακούω και κάτι που μου φαίνεται οικείο, μια φωνή. Δεν βλέπω καλά, δεν είναι δυνατόν. Έχω κερώσει στην θέση μου, δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό, δεν θέλω να συμβαίνει. Έχουν παγώσει τα χέρια μου και τα πόδια μου. Θέλω να φύγω, δεν προλαβαίνω…

– Γεια σου Μιχάλη…
– Τι κάνεις εσύ εδώ Ναταλία;
– Τι κάνεις Μιχάλη; Καλά σε βλέπω.
– Καλά είμαι, εσύ;
– Και εγώ καλά…
– Μη μου πεις ότι έχεις έρθει κι εσύ για τα βιβλία. Βέβαια, πάντα διάβαζες πολύ, το θυμάμαι.
– Ναι, για τα βιβλία έχω έρθει κι εγώ. Εσύ; Τι κάνεις εδώ; Από ό,τι θυμάμαι, εσύ δεν ήσουν του διαβάσματος.
– Ναι, έχω έρθει για την γυναίκα μου, έχει φάει κόλλημα με αυτή την συγγραφέα, θέλει να της υπογράψει ένα βιβλίο.
– Σοβαρά; Ε, τότε να το φέρει να της υπογράψω.
– Τι εννοείς; Ξέρεις την συγγραφέα;
-Τι να εννοώ Μιχάλη; Ναι την ξέρω πολύ καλά την συγγραφέα, πιο καλά δεν γίνεται, αφού εγώ είμαι η συγγραφέας.
– Μην μου πεις…
-Γιατί να μην σου πω βρε Μιχάλη; Εντάξει, όπως βλέπεις δεν λέει Ναταλία το βιβλίο, αλλά ναι, εγώ το έχω γράψει και αυτό και το δεύτερο που είναι στον πάγκο.
– Μπράβο, μπράβο… πολύ χαίρομαι…
(Χαίρεσαι πραγματικά Μιχάλη; Χαίρεσαι που με βλέπεις όρθια και όχι σπασμένη όπως με είχες αφήσει; Σημαίνει κάτι για σένα αυτό, ή σου είναι τελείως αδιάφορο;)
– Εσύ; Πως πάει η οικογένεια; Είσαι πολύ ευτυχισμένος που έγινες πατέρας. Το ήθελες τόσο πολύ.
(Τόσο πολύ ώστε να διαγράψεις σε μια νύχτα 20 χρόνια, τόσο πολύ ώστε να μην κοιτάξεις ούτε μια φορά πίσω σου, να δεις ό,τι γκρεμιζόταν…)
– Ναι, όλα πολύ καλά. Η δουλειά καλά, ο μικρός καλά. Εντάξει, δεν συγκρίνονται με αυτό που κάνεις εσύ βέβαια…
(Αλήθεια Μιχάλη; Θεωρείς σημαντικό το ότι έγραψα 2 βιβλία; Στο δικό σου βιβλίο έχει κάποια αξία αυτό; Ή η αξία μου σαν άνθρωπος μηδενίστηκε όταν απέτυχε και η τρίτη εξωσωματική;)
– Χαίρομαι που σε βλέπω καλά Ναταλία. Πάντα σου έλεγα ότι πρέπει να βρεις ένα χόμπι να σε γεμίζει. Είναι ωραίο να απασχολείσαι με κάτι. Βρήκαμε και οι δυο ένα σκοπό στη ζωή μας. Δεν είμαστε πια μικροί, κοντά στα πενήντα και οι δύο, να αφήσουμε κάτι πίσω μας, πάντα στο έλεγα.
(Ναι, θυμάμαι ότι μου έλεγες ότι η ζωή σου δεν είχε νόημα χωρίς ένα παιδί. Άραγε, όταν φύγουμε από την ζωή, τι θα μετράει περισσότερο; Το παιδί που θα αφήσεις πίσω σου ή τα δικά μου βιβλία; Υπάρχει ζυγαριά να τα ζυγίσει;)
– Ναι, θυμάμαι πολλά από αυτά που μου έλεγες Μιχάλη…
(Θυμάμαι πόσο με αγαπούσες κάποτε. Θυμάμαι πόσο μου έλεγες ότι με θαύμαζες που διάβαζα Πωλ Ελυάρ και άκουγα Νένα Βενετσάνου. Ότι καμιά άλλη κοπέλα που είχες γνωρίσει δεν ήταν σαν και μένα. Η αντικαταστάτρια μου είναι σαν και μένα; Α ναι, θυμάμαι που μου είχες πει ότι τη διάλεξες γιατί μπορούσε να σου χαρίσει ένα παιδί…)
– Άστα τώρα αυτά βρε Ναταλία, τόσος καιρός πέρασε…
(Στα χείλη μου καίει μια ερώτηση, η πιο γυναικεία, η πιο ανθρώπινη ερώτηση, από καταβολής κόσμου: Την αγαπάς πιο πολύ από εμένα; Στα μάτια μου παίζει μια ταινία. Παίζει μια ζωή μαζί σου, μια οικογένεια μαζί σου, ένα παιδί μαζί σου, γεράματα μαζί σου.)
– Κάναμε και οι δύο λάθη Ναταλία, ποτέ δεν έχει μόνο ο ένας ευθύνη.
(Και ήταν τόσο μεγάλα τα λάθη μου που έπρεπε να τα πληρώσω έτσι; Ήταν τόσο πιο μεγάλα από τα δικά σου για να πληρώσω τέτοιο τίμημα;)
– Να σου υπογράψω ένα βιβλίο να το πας στη γυναίκα σου.
– Μα υπόγραψες με το πραγματικό σου ονοματεπώνυμο, θα καταλάβει ποια είσαι. Θα καταλάβει ότι η συγγραφέας είσαι εσύ.
– Να μην σε κρατάω άλλο Μιχάλη. Δεν μου λες, γιατί κουβαλάς φράουλες μαζί σου;
– Για τον γιο μου είναι. Τις λατρεύει τις φράουλες.

 

Κουμπούκα