Βρίσκομαι πριν μερικά χρόνια μόνος μου σε μια Αγγλική κωμόπολη που λέγεται Deal για να βοηθήσω στην δημιουργία ενός νέου μενού σε μια gastro pub το οποίο ανανέωνε κάποιος καλός φίλος μου σεφ που ζει εκεί.

Η σύζυγός μου έχει μείνει πίσω στην Ελλάδα λόγω δουλειάς, ενώ η γυναίκα του φίλου μου βρίσκεται στο Λονδίνο εκείνες τις μέρες, μαζί με την μικρή τους κόρη, έτσι ώστε να μας δοθεί δημιουργικός χωροχρόνος δίχως “αντιπερισπασμούς”, έτσι ώστε να πειραματιστούμε, σχεδιάσουμε, κοστολογήσουμε και μοντάρουμε όλο αυτό.

Να μην σας τα πολυλογώ, άντρες, μόνοι μας, έχουμε πλακωθεί με αφοσίωση στην δουλειά και δοκιμάζουμε, μαγειρεύουμε, συνδυάζουμε, πίνουμε και τέλος καταλήγουμε στο τι και πώς θα στήσουμε την κάρτα, γενικά περνάμε καλά. Έχουμε πλέον αρκετό χρόνο να σκοτώσουμε (πήγα για εβδομάδα και στην τρίτη ημέρα το έχουμε φιξάρει) και τώρα το πάμε στο χαλαρό.

Ο φίλος, σε αντίθεση με μένα, (να τα λέμε κι αυτά), είναι λίγο μπερμπάντης και γνωρίζει μέσες-άκρες, δεν μπήκα στον κόπο να ρωτήσω πως, κάποιον κύκλο ελαφρού BDSM (που καμία σχέση δεν έχει με τα Μ&S btw), της καλής κοινωνίας της περιοχής που τον έχει “προσκαλέσει”- και καλά – σ’ ένα private party το οποίο θα γίνει σε ανάλογο theme σε κάποιο night club που λεγόταν Rivals, εκεί κοντά τους.

Μου λέει:
-Μαλάκα κανόνισε, θα πάμε!
Του λέω:
-Μαλάκα, ούτε να το συζητάς! Εννοείται 🙂

Τεσπα, ετοιμαζόμαστε να βγούμε, Παρασκευή βράδυ, σε όλη την περιοχή γίνεται της whore’s the railings και το Καλύτερα μην έρθεις να δεις, φτάνουμε κάποια στιγμή στην είσοδο ενός παρακμιακού κτιρίου και μπαίνουμε, κάπως βιαστικά για να μην μας (τον, βασικά) αναγνωρίσει κανείς, έχοντας πληρώσει ένα 20αρικο έκαστος.

Κατευθυνόμαστε στο (ο Θεός να το κάνει) Μπαρ, παραγγέλνω μια μπύρα κι έπειτα γυρίζω και επεξεργάζομαι τον χώρο και τους θαμώνες.

Μαλάκα μου, πιο άσχημο κόσμο δεν είχα ξαναδεί στην ζωή μου. Εάν γινότανε διαγωνισμός: Η Ασχημότερη Μilfara κι ο Ασχημότερος Πορνόπουρός του Κόσμου, θα τον κέρδιζαν κάποιοι από αυτούς που ήταν εκεί μέσα.

Μιλάμε για πατσάδες σε PVC στα όρια της αντοχής του, κάτι σαν γεμάτες καπότες με μηχανισμό εκπυρσοκρότησης και χαλασμένη ορολογιακή βόμβα, έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή, κάθε φορά που περνούσε καμία κοντά μου, μισόκλεινα τα μάτια όπως όταν κάποιος σε απειλεί με τεντωμένο λαστιχάκι…

Του λέω του δικού μου: “Βλέπεις ότι βλέπω;”
Μου λέει: “Fucking hell, man”

Στο καπάκι, βλέπω μια ωραία γκόμενα να περνάει και να κατευθύνεται προς μια πόρτα που δεν είχα παρατηρήσει μέχρι τότε και την οποία φυλάει ένας σωματώδης μπράβος.
Χμμμ, σκέφτομαι…

Μετά από λίγο ένα άλλο, σχετικά ωραίο ζευγάρι κάνει το ίδιο, δίνει ένα νεύμα στον μπράβο κι αυτός τους αφήνει να περάσουν.

Λέω: – Μαλάκα, άκου, είμαστε εδώ με την σαβούρα και το hoi polloi και όλη η αφρόκρεμα της πόλης, η ελίτ, τα κομάντο (oi ligoi) πάνε σε άλλη αίθουσα.

Κι εγώ το παρατήρησα ρε συ αλλά πως θα περάσουμε; με ρωτάει ο φίλος μου.

Τι εννοείς βρε βλάκα, του λέω, μαζί μου είσαι, φυσικά θα περάσουμε, ακολούθα, παίρνουμε τις ακόμη σχεδόν γεμάτες μπύρες μας και κατευθύνομαι προς τα εκεί με αποφασιστικό βηματισμό, ενώ ο φίλος μου ακολουθεί διστακτικότερα

Γεμάτος αυτοπεποίθηση κι αφού ολοφάνερα Δεν ανήκει ο “L-Ùni” ανάμεσα στις πατσαβουρόπατσούρες και ο φυσικός του χωρος βρίσκεται από την άλλη πλευρά αυτής της πόρτας, του δίνω κι εγώ ένα νεύμα “insider” όπως ειχα δει να κάνουν κι οι προηγούμενοι, κάτι σαν μασονική χειραψία στο Eyes wide shut να πούμε, που δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο επιλογής στον σωματοφύλακα από το να με αφήσει να περάσω ανενόχλητος, ενώ γυρίζω και του λέω για τον δικό μου:

“Αυτός είναι μαζί μου!”
και τον αφήνει να περάσει επίσης, χωρίς πολλά-πολλά.

Γεμάτος περηφάνια και χαρά ακούω τον δικό μου να λέει: “Μαλάκα you did it! You Did It! Τα κατάφερες! Είσαι Θεός” συνεχίζει να μου λέει καθώς διανύουμε τα τελευταία μέτρα του σκοτεινού αυτού διαδρόμου ο οποίος καταλήγει… στο γαμημένο car park της εξόδου!

Και μείναμε με την μπύρα στο χέρι να μας έχει πιάσει ένα σπαστικό γέλιο, οι μόνοι νηφάλιοι εκεί έξω!

Φόλλόου γιορ ίνστινκτ ρε!