Αν η χαρά είχε χρώμα, θα’ χε το χρώμα της λιακάδας, που σε μεθά και ζεσταίνει στο κορμί σου. Αν η λύπη είχε χρώμα, θα’ χε το χρώμα του γκρίζου ουρανού, που η «μουντάδα» του ανασταίνει τα σκοτάδια της ψυχής. Κι η χαρμολύπη; Άραγε τι χρώμα θα’ χε η χαρμολύπη;

———-
Από τότε που πέθανε η μητέρα, κάθε χρόνο γύρω στα μέσα του Νοέμβρη, η Μυρτώ επέστρεφε στο πατρικό της. Ένιωθε ότι την καλούσε το δάσος του Μπελοκομίτη, οι νεράιδες των παραμυθιών που της έλεγε η μάνα σαν σεργιάνιζαν πιασμένες χέρι χέρι τα μονοπάτια του, κι η παρηγορητική σιωπή του, κάθε φορά που η αυστηρότητα του πατέρα την ανάγκαζε σε φυγή. Δεν έμενε πολύ. Δεν άντεχε τις μνήμες. Αλλά αυτή τη φορά, μετά τον πρόσφατο χωρισμό της, είχε την ανάγκη να κουρνιάσει στο κρεβάτι που τρύπωνε παιδί όταν ξέσπαγε μπόρα, την ανάγκη να νιώσει ελεύθερη. Το αγαπούσε το χωριό της, κι ας μην το κατάλαβε ποτέ.

Κι ενώ οι ώρες στο χωριό περνούσαν αργά, οι μέρες κύλησαν γρήγορα, και το τελευταίο πρωινό ξημέρωσε. Τυλιγμένη σε μια ζεστή κουβέρτα, η Μυρτώ πήρε στα χέρια της ένα κουτί με παλιές φωτογραφίες, κι έκατσε στη βεράντα να πιει ζεστό ελληνικό καφέ. Μια ζωή κρυμμένη σ’ ένα κουτί, ένα απλό χάρτινο κουτί… Κι ήταν εκείνη η στιγμή, η μοναδική ως τότε φορά από την Κυριακή της 11ης Νοεμβρίου του 2012, που η Μυρτώ άκουσε ξανά τη ζεστή φωνή της μάνας ν΄αντηχεί. «Άνοιξέ το Μυρτώ». Και η Μυρτώ το άνοιξε… Και μαζί και το μικρό μπλε τετράδιο που αντίκρισε μπροστά της.

6 Οκτωβρίου 1975
Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου. Ο γάμος έγινε. Όσο κι αν έλπιζα να εμφανιστεί εκείνος και να με πάρει μακριά, τίποτα απ’ όσα είχε υποσχεθεί δεν έγινε. Ο άντρας που νόμιζα για ιππότη δείλιασε, δεν ήρθε ποτέ, κι εγώ έγινα γυναίκα του Ανέστη. Στα δύσκολα και στα εύκολα. Στη χαρά και στην αντάρα.

15 Ιανουαρίου 1976
Τρεις μήνες πέρασαν κι ακόμα να τον καταλάβω. Είμαστε τόσο διαφορετικοί. Η μάνα λέει πως θα μάθω να τον αγαπώ. Αγάλι αγάλι έρχεται ο έρωτας. Αλλά η δική του η καρδιά άλλα λέει. Το άγγιγμά του είναι τραχύ και η ματιά του αδιάφορη. Και για παιδί ούτε κουβέντα. Είναι νωρίς λέει και φεύγει από το κρεβάτι σαν τολμώ να ανοίξω κουβέντα.

3 Ιουνίου 1976
Τον είδανε με άλλη. Δεν αρνήθηκε λέξη. Δεν προσπάθησε καν να με σταματήσει σαν έκανα να φύγω. Στην πραγματικότητα δεν έδειξε καν να τον ενδιαφέρει. “Και πού νομίζεις πως θα πας; Ή μήπως θαρρείς πως ο πατέρας σου θα επιτρέψει τέτοιο ρεζιλίκι;”. Πόσο δίκιο είχε. «Τα κάνουν οι άντρες αυτά. Κάνε υπομονή και σε σένα θα γυρίσει» είπε η μάνα και μου’ κλεισε την πόρτα.

17 Οκτωβρίου 1976
Περπατώ στο χωριό κι όλοι ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη μου. Κάθε φορά κι άλλη. Άλλοτε χήρα, άλλοτε ζωντοχήρα κι άλλοτε τραγουδιάρα απ’ την πρωτεύουσα. Η μάνα του ρίχνει το φταίξιμο σε μένα. «Να’ σουν ικανή να τον κρατήσεις. Λαμπάδες ίσα με το μπόι του ν’ ανάβεις που δεν σε πετά από το σπίτι, έτσι στέρφα που΄σαι.». Πόση ταπείνωση να αντέξω Θεέ μου; Πόσο εξευτελισμό; Δεν το επέλεξα εγώ. Εκείνος επέλεξε για μένα..

27 Δεκεμβρίου 1977
Τα χειρότερα Χριστούγεννα της ζωής μου. Τον είδα στο Παυσίλυπο να αγκαλιάζει και να φιλά μια ξένη γυναίκα. Όμορφη. Σαν νεράιδα. Επιστράτευσα το κουράγιο μου και τους ακολούθησα. Μπήκαν σφιχταγκαλιασμένοι σ΄ένα χαμόσπιτο πίσω από το 5ο Δημοτικό. «Ζηλευτό ζευγάρι» είπε μια μαυροφορεμένη γυναίκα που με είδε να τους κοιτώ. Πόση ντροπή Θεέ μου. Και τώρα; Να του πω τι; Γιατί τη σπίτωσε; Γιατί μου το κάνει αυτό; Θλίψη κι απελπισία με κυρίεψε. Δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι, αλλά δεν είχα και πού να πάω. Γύρισα με σκυμμένο το κεφάλι, πιο ταπεινωμένη και συμβιβασμένη από ποτέ.

15 Ιουνίου 1978
Πάει καιρός που έπαψα να γράφω. Σαν άλλαξε ο χρόνος, άλλαξε κι ο Ανέστης. Άλλος άνθρωπος. Μαζεύτηκε σπίτι. Κάποιες φορές νιώθω πως ντρέπεται όταν με κοιτά. Ίσως και να κουράστηκε -δεν είναι και παιδαρέλι-, μπορεί και να τον παράτησε. Ποιος ξέρει; Σημασία έχει ότι τώρα είμαστε καλά. Κάποιες φορές με κάνει και να γελώ και θέλει να προσπαθήσουμε και για παιδί. «Τόση περιουσία κρίμα να τη φάνε τ’ ανίψια» λέει γελώντας και μ’ αγκαλιάζει σφιχτά, όπως εκείνη. Μακάρι η Μεγαλόχαρη να μας αξιώσει. Μακάρι!

3 Σεπτεμβρίου 1978
Χθες την είδα στο παζάρι. Η ματιά μου καρφώθηκε στην κοιλιά της και το μυαλό μου πήγε να εκραγεί. Μια κοιλιά φουσκωμένη σαν αυτή που μήνες λαχταρώ. Ποιανού να είναι το παιδί; Κι αν είναι δικό του; Φοβάμαι να τον ρωτήσω. Δεν θέλω μια σκιά από το παρελθόν να διαλύσει ό,τι μήνες χτίζουμε. Όχι τώρα που άρχισα να ονειρεύομαι και πάλι.

28 Δεκεμβρίου 1978
Το τηλέφωνο χτύπησε αργά το βράδυ κι ήρθε πάλι απροσδόκητα η καταιγίδα. Μέχρι να κάνω να σηκωθώ είχε φύγει. Επέστρεψε σπίτι ξημερώματα. Την έχασα για πάντα» έλεγε και ξανάλεγε. Στα χέρια του έσφιγγε ένα χαρτί. «Θήλυ. 25 Δεκεμβρίου 1978. Αγνώστου πατρός». Ώστε ήταν δικό του το παιδί. Ένιωσα όλη μου την οργή, όλη μου τη ζήλια, να σχηματίζουν τη μορφή τους. Αυτή νεκρή κι αυτό φασκιωμένο πλάι της. Γιατί Θεέ; Γιατί μου το’ κανες αυτό;

29 Δεκεμβρίου 1978
Μυρτώ την έλεγαν. Πέθανε πάνω στη γέννα, σ’ εκείνο το χαμόσπιτο της οδού Θεσσαλονίκης, πίσω από το 5ο Δημοτικό. Όσο κι αν τη μισούσα, τη στιγμή που ο άγνωστος άντρας άφησε το μωρό στο κρεβάτι, λύγισε η ψυχή μου. «Αν σου πάει η καρδιά, πέτα το κι αυτό, όπως πέταξες τη μάνα του» είπε στον Ανέστη φεύγοντας. Κι εκείνο έμεινε εκεί να με κοιτά με τα μαβιά του μάτια, κάνοντας τα χεράκια του μικρές μπουνίτσες, λες και είχε θυμό – μια σταλιά- για «το άδικο» που ζούσε. Ένα μωρό. Ένα πανέμορφο κοκκινομάλλικο κοριτσάκι στο κρεβάτι που δεν έμελλε να καρπίσει. Και τότε μου χαμογέλασε κι εγώ της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Το φως της και η σκιά μέσα μου πάλεψαν. Και κέρδισε το φως.

13 Μαρτίου 1979
Δύο μήνες και κάτι μαζί της. Ο Ανέστης δεν ήθελε να την κρατήσουμε, αλλά μάρτυς μου ο Θεός δεν θα άφηνα κανέναν να μου την πάρει. Η μάνα του στάθηκε βράχος δίπλα μου, και η μικρή κοκκινομάλλα νεράιδα έγινε για πάντα δική μου με χαρτιά και σφραγίδες, κόντρα στη βούληση του πατέρα της, κόντρα στα κουτσομπολιά του χωριού, κόντρα σε κάθε ανθρώπινη λογική. Αυτό το μωρό δεν έφταιξε σε τίποτα, όπως δεν έφταιξα κι εγώ.

29 Φεβρουαρίου 1980
Η Μυρτώ όσο μεγαλώνει της μοιάζει περισσότερο. Δεν με νοιάζει όμως. Την αγαπώ όπως κι αν είναι. Η μικρή μου νεράιδα ήρθε στη ζωή μου και έκλεψε την καρδιά και τη σκέψη μου για πάντα. Κι εγώ, μια κοινή θνητή, της ορκίστηκα αιώνια πίστη και αφοσίωση. Σ’ αγαπώ Μυρτώ μου κι ας ήρθες από μακριά, κι ας βγήκες από άλλο κορμί. Είσαι δική μου κόρη τώρα. Κόρη της καρδιάς και της ψυχής μου.

Η Μυρτώ κοίταξε ψηλά στον ουρανό τα γκρίζα σύννεφα που είχαν μαζευτεί. Κόντευε να βραδιάσει κι ο καφές δίπλα της είχε παγώσει εδώ και ώρες. Σάμπως κι ο χρόνος δεν είχε παγώσει ξαφνικά; Μια ζωή… Μια ζωή που δεν ήξερε… Η δική της ζωή…

8 Αυγούστου 2010
Σαν χθες θυμάμαι που την πήρα στην αγκαλιά μου και τώρα ετοιμάζεται να γίνει μάνα. Τόσα χρόνια δεν κατάφερα να της πω λέξη, κι ας το είχα ορκιστεί στον Ανέστη. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Κι αν με μισήσει που της έκρυψα την αλήθεια; Κι αν τη χάσω;

Η βροχή δυνάμωνε λες και η πλάση έκλαιγε μαζί με τη Μυρτώ. Κι οι αγαπημένοι της κοκκινολαίμηδες είχαν σωπάσει από ώρα. Νιώθοντας το μέτωπό της να καίει, γύρισε και την τελευταία σελίδα.

11 Νοεμβρίου 2012
Συγγνώμη Μυρτούλα μου. Σχώρα με κοριτσάκι μου. Σχώρα με που σ’ αγάπησα τόσο πολύ… Η ζωή δεν μας ρωτά πότε, πως και πόσο…

Η Μυρτώ σήκωσε το βλέμμα της στον ξάστερο ουρανό. Το φεγγάρι είχε βγει και τ’ αστέρια τρεμόπαιζαν σαν τη φλόγα της καρδιά της.
———-

Αν η χαρμολύπη είχε χρώμα θα’ χε το χρώμα του φθινοπωρινού δάσους, την ώρα που ο Πλάστης αναμειγνύει στην παλέτα του μια δόση μελαγχολίας για κείνο που φεύγει, μια δόση χαράς για κείνο που μένει, μια δόση ελπίδας για κείνο που θα’ ρθει…