Άνοιξε δειλά τα μάτια της. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της να κοιτάξει από το παράθυρο. Ήθελε να τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά. Να ήταν απλά ένας εφιάλτης που θα χανόταν το πρωί. Έκανε με το ζόρι τα λίγα βήματα που την χώριζαν από το τζάμι και τράβηξε την κουρτίνα. Άρχισε να ουρλιάζει. Στεκόταν εκεί, ματωμένος. Ένοιωθε ότι την έβλεπε, ότι άκουγε τις κραυγές της και χαμογελούσε μοχθηρά.

Τεντώθηκε και γύρισε στο πλάι να ξυπνήσει τον Γιώργο. Του έδωσε ένα γρήγορο φιλί, άναψε την καφετιέρα κι άρχισε να ετοιμάζεται. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε έξω. Άρχισε να γελάει σαν παιδί. Χιόνιζε και στον κήπο το είχε ήδη στρώσει. Ευτυχώς ήταν Παρασκευή. Θα περνούσαν το Σαββατοκύριακο παίζοντας χιονοπόλεμο και πίνοντας ζέστη σοκολάτα μπροστά στο τζάκι.

Είχε μόλις βάλει καφέ όταν ο Γιώργος μπήκε στην κουζίνα. “Κοίτα αγάπη μου, χιονίζει. Δεν είναι υπέροχο;” Αυτός ίσα που μούγκρισε μια καλημέρα. Της φώναξε επειδή δεν του σέρβιρε καφέ. Πήρε την κούπα του και πήγε στο σαλόνι. Προσπάθησε να μην κλάψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να εμποδίσει τα δάκρυα να τρέξουν. Τον αγαπούσε τόσο πολύ. Αυτός όμως τελευταία είχε αλλάξει. Ήταν μονίμως θυμωμένος κι έτοιμος για καυγά. Προσπαθούσε να μην τον προκαλεί. Έτρεχε να προλάβει τις επιθυμίες του για να μην τον αναγκάσει να της φωνάξει. Αυτή έφταιγε για όλα. Που ήταν ακατάστατη, που δεν ήταν καλή μαγείρισσα, που έπρεπε να λείπει πολλές ώρες στη δουλειά. Δεν έφταιγε ο Γιώργος της. Κι όταν της έδωσε σφαλιάρα, πάλι αυτή έφταιγε. Είχε υψώσει τη φωνή της ενώ ήξερε ότι δεν ήθελε να του αντιμιλάει.

Με το ζόρι οδήγησε το βράδυ που τελείωσε από τη δουλειά. Όλα ήταν κάτασπρα κι ο δρόμος γλιστρούσε. Τρόμαξε για μια στιγμή, αλλά ευτυχώς έφτασε σώα στο σπίτι. Ζήτησε από το Γιώργο να περάσει να την πάρει αλλά της είπε να γυρίσει μόνη της. Δίκιο είχε. Μετάνοιωσε που του το είπε. Θα έπρεπε να κάνει διπλή απόσταση από το γραφείο του μέχρι τη δουλειά της. Παρακαλούσε να μην τον είχε εκνευρίσει με την απερισκεψία της. Έκανε ένα γρήγορο μπάνιο κι έπεσε για ύπνο. Αν την έβρισκε να κοιμάται δεν θα καυγάδιζαν τουλάχιστον.

Η πρώτη της κίνηση μόλις ξύπνησε ήταν να τραβήξει τις κουρτίνες του σαλονιού. Ήταν πανέμορφο το τοπίο έξω. Ήθελε να βγει, να κυλιστεί στο χιόνι, να κοκκινίσουν τα μάγουλα της από το κρύο. Όπως τότε που ήταν παιδί. Έφτιαξε καφέ κι άναψε τσιγάρο, καθισμένη μπροστά στο τζάκι. Το έσβησε βιαστικά και σηκώθηκε. Θα έβγαινε στην αυλή να χαρεί το χιόνι. Να προσποιηθεί έστω για λίγο ότι όλα ήταν υπέροχα στη ζωή της. Έβαλε σκούφο, παλτό και γάντια και έτρεξε έξω.

Στροβιλιζόταν με τις νιφάδες να πέφτουν επάνω της. Ένοιωθε πραγματικά ευτυχισμένη. Αποφάσισε να φτιάξει χιονάνθρωπο. Μπήκε στο σπίτι να πάρει το κόκκινο πλεκτό κασκόλ κι εκείνο το παλιό λαδί σακάκι που δεν φορούσε ποτέ. Ξεκίνησε ανυπόμονη να φτιάχνει τον κορμό. Ήταν ενθουσιασμένη. Σαν να είχε γίνει παιδί ξανά. Στοίβαζε το χιόνι που σιγά σιγά έπαιρνε μορφή. Του έβαλε ένα καρότο για μύτη. Το μακρύ κόκκινο κασκόλ. Το σακάκι της. Σε μια παρόρμηση της στιγμής του φόρεσε και το παπιγιόν του Γιώργου. Εξάλλου δεν το φορούσε ποτέ. Είχε γίνει τόσο όμορφος ο χιονάνθρωπος της. Έστρωνε και λείαινε το χιόνι κι ήταν σαν να τον χάιδευε. Άρχισε να του μιλάει. Για τη ζωή της. Για τον άντρα της. Για το πόσο δυστυχισμένη ένοιωθε ώρες ώρες. Ούτε που κατάλαβε ότι έκλαιγε. Τα δάκρυα της έπεφταν πάνω στον χιονανθρωπο.

Άκουσε το Γιώργο να φωνάζει έξαλλος. Προσπάθησε να σκουπίσει τα μάτια της γρήγορα. Βγήκε έξω κι άρχισε να ουρλιάζει. Επειδή αντί να του φτιάξει πρωινό αυτή έπαιζε με το χιόνι λες κι ήταν καμία παιδούλα. Άρχισε να του φωνάζει κι αυτή. Ακούμπησε πάνω στον χιονάνθρωπο της κι αισθάνθηκε ότι έπαιρνε δύναμη. Ο Γιώργος έτρεξε καταπάνω της. Την έπιασε από τα μαλλιά. Της είπε ότι την επόμενη φορά που θα υψώσει τη φωνή της θα το μετανοιώσει φριχτά. Προσπάθησε να γλυτώσει από τα χέρια του. Από τη σφαλιάρα άρχισε η μύτη της να τρέχει αίμα. Αυτός, σαν να μην συμβαίνει κάτι μπήκε στο σπίτι κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Αγκάλιασε τον χιονάνθρωπο κι άρχισε να κλαίει. Το αίμα της λέκιαζε το λευκό χιόνι. Ένοιωσε κάτι μέσα της να παγώνει. Σε μια στιγμή μόνο η αγάπη της για τον Γιώργο έγινε μίσος. Ευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της αυτός να πεθάνει. Είδε πλέον ξεκάθαρα ότι δεν έφταιγε αυτή. Τον δικαιολογούσε συνεχώς για ό,τι άσχημο έκανε. Μέχρι εδώ όμως. Δεν θα του επέτρεπε ποτέ ξανά να την πληγώσει. Δεν θα τον άφηνε ποτέ ξανά να την χτυπήσει.

Μπήκε μέσα μετά από ώρες τρέμοντας από το κρύο. Δεν γύρισε καν το κεφάλι να τον κοιτάξει. Καθόταν στον καναπέ κι έβλεπε ατάραχος τηλεόραση. Ανέβηκε στην κρεββατοκάμαρα κι έπεσε στο κρεββάτι με τα ρούχα. Ούτε κατάλαβε πότε την πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από έναν έντονο θόρυβο. Κατέβηκε κάτω στο σαλόνι. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Άκουγε τον ρυθμικό ήχο από το σημείο που φύλαγαν τα ξύλα. Άναψε το φως της αυλής και βγήκε έξω. Το θέαμα που αντίκρισε την έκανε να κοκκαλώσει. Προσπάθησε να φωνάξει αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Νόμιζε ότι ονειρεύεται. Δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό που έβλεπε. Ήταν ο χιονάνθρωπος της. Είχε στα χέρια του το τσεκούρι. Γύρω του ματωμένα κομμάτια σάρκας. Είδε το κάτω μέρος ενός ποδιού. Φορούσε ακόμη παντόφλα. Την παντόφλα του Γιώργου. Άμορφα ανθρώπινα μέλη ήταν παντού σκορπισμένα. Ο τρόμος δεν την άφηνε να αντιδράσει. Όταν μπόρεσε να κινηθεί έκανε μεταβολή κι έτρεξε στο σπίτι. Κλειδώθηκε στην κρεββατοκάμαρα πιστεύοντας πως ήταν απλά ένα όνειρο.

Άνοιξε δειλά τα μάτια της. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της να κοιτάξει από το παράθυρο. Ήθελε να τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά. Να ήταν απλά ένας εφιάλτης που θα χανόταν το πρωί. Έκανε με το ζόρι τα λίγα βήματα που την χώριζαν από το τζάμι και τράβηξε την κουρτίνα. Άρχισε να ουρλιάζει. Στεκόταν εκεί, ματωμένος. Ένοιωθε ότι την έβλεπε, ότι άκουγε τις κραυγές της και χαμογελούσε μοχθηρά. Σαν να τον άκουσε να της ψιθυρίζει “για σένα το έκανα. Τώρα είσαι ελεύθερη”.