Χριστουγεννιάτικο δείπνο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η βίλα είχε κτιστεί για να φιλοξενήσει πολλά παιδιά, πολλούς συγγενείς και μερόνυχτα γεμάτα θαλπωρή. Βρισκόταν στην εξοχή και απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα από το χιονοδρομικό κέντρο του νομού. Είχε έναν πολύ περιποιημένο κήπο, γκαράζ, μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου, τρία πατώματα, εκτός από το ισόγειο και το κατεστραμμένο υπόγειο, αποτελούμενα από δωμάτια με κατά κύριο λόγο δύο και τρία κρεβάτια, αντίστοιχα μπάνια και μπαλκόνι σε κάθε όροφο. Η κουζίνα είχε προδιαγραφές μαγειρείου ενός στρατοπέδου. Κάποια από τα έπιπλα ήταν τόσο παλιά, όσο η ιστορία αυτής της οικίας (δηλαδή, πάνω από δύο αιώνες). Το σαλόνι, όπως και όλο το σπίτι, ακόμα και οι χώροι που δε χρησιμοποιούνταν, ήταν στολισμένο χριστουγεννιάτικα, ενώ η τραπεζαρία μύριζε από τα φαγητά και ηχούσε τα χαμόγελα και τις συζητήσεις μικρών και μεγάλων. 

 Η οικογένεια των Γιάννη, Μαρία (γονείς), Σπύρου και Θωμαΐς (παιδιά) Σκίρκα είχαν υποδεχτεί για άλλη μια φορά ξαδέρφια και ανίψια. Ήταν Παραμονή Πρωτοχρονιάς και, όπως κάθε χρόνο, τις γιορτινές μέρες έπαιρναν άδεια από τις δουλειές τους και μαζεύονταν στο μεγαλύτερο σπίτι που κατείχε η οικογένεια Σκίρκα από τις αρχές του 19ου αιώνα, και το οποίο είχε περάσει στην κατοχή του Γιάννη. Όχι ότι οι άλλοι συγγενείς υπολείπονταν σε αγαθά, αλλά τα ηνία της περιουσίας που είχαν οι πρόγονοί τους τα χειριζόταν ο Γιάννης, όντας το πιο πρόσφατο πρώτο παιδί και αγόρι που άφησαν πίσω τους ο αποθανών Ηλίας και η επίσης αποθανούσα Κυριακή Σκίρκα.

 Οι καρέκλες στην τραπεζαρία ήταν η μία δίπλα στην άλλη, με τους γονείς μαζεμένους στο ένα μισό και τα παιδιά στο άλλο. Ο Γιάννης και η Μαρία είχαν δώσει άδεια στο προσωπικό, χρονιάρες μέρες να τις περάσουν με τους δικούς τους. Άλλωστε πλέον το σπίτι είχε μπόλικα χέρια για να το φροντίσουν.

 Οι κουβέντες των μεγάλων είχαν να κάνουν κυρίως με εργασιακά και πολιτικά θέματα, καθώς επίσης και με μόδα. Τα παιδιά έλεγαν για τα videogames (ένα ολόκληρο τμήμα του ισογείου είχε home cinema και κονσόλες) και για διάσημους. Ήταν όλοι τους ντυμένοι για την περίσταση. 

 Όταν η ώρα πήγε έντεκα και μισή, η μια αδελφή του Γιάννη, η Ανθή, ρώτησε: «Να φέρουμε το γλυκό;»

 Τα παιδιά συμφώνησαν αμέσως, όπως και οι άλλοι ενήλικοι.

 «Θα έρθω και εγώ», είπε η Αλέκα (το τρίτο παιδί του Ηλία και της Κυριακής).

 «Θα σας βοηθήσω και εγώ, κορίτσια», πετάχτηκε και η Στεφανία (πέμπτη, κατά σειρά).

 «Μισό, περιμένετε», πετάχτηκε η Δήμητρα, σύζυγος του Μάνου (αδερφός του Γιάννη).

 Η Μαρία έκανε να σηκωθεί και αυτή, αλλά η Αλέκα τη σταμάτησε: «Δεν πειράζει, Μαρία μου, θα τα φέρουμε εμείς».

 «Είστε σίγουρες;»

 «Ναι, κάτσε εσύ με τους άντρες, για να μην αρχίσουν τα του ποδοσφαίρου και δεν βγάζουμε άκρη μετά».

 «Ναι, ναι», συμφώνησαν οι άλλες δύο.

 «Καλά, εντάξει».

 Οι τρεις γυναίκες αποσύρθηκαν στην κουζίνα. Ετοίμασαν τα πιάτα για τον κάθε έναν, με ένα μεγάλο κομμάτι κέικ σοκολάτα και μπισκότο. 

 Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μετά κοίταξαν την πόρτα της κουζίνας. Ένευσε η μία στην άλλη.

 Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχαν φάει όλοι το κέικ τους.

 Στις δώδεκα, σήκωσαν τα ποτήρια και χαιρέτισαν ο ένας τον άλλο.

 Στη μία, τα παιδιά είχαν αποσυρθεί στα δωμάτιά τους.

 Οι μεγάλοι κάθονταν κοντά στο τζάκι του σαλονιού. Είχαν από ένα ποτήρι κονιάκ και τα έλεγαν. Ο Γιάννης και η Μαρία κάθονταν δίπλα-δίπλα, ενώ οι υπόλοιποι ήταν διασκορπισμένοι γύρω τους. Το πορτραίτο του πρώτου Σκίρκα που υπήρξε, του Πέτρου, ήταν ακριβώς πάνω από το κεφάλι του Γιάννη. Ήταν επιφανής νομικός της εποχής του, αλλά το τέλος του ήταν πρόωρο: τον βρήκε η κόρη του νεκρό στις αρχές της δεκαετίας του 1850. Ένα χρόνο πριν, έθαψε την σύζυγό του. Έκτοτε οι φήμες έδιναν και έπαιρναν για το γένος Σκίρκα, αλλά δίχως αυτό να επηρεάσει σημαντικά την οικονομική κατάσταση ή τα εργοστάσια που κατείχαν οι απόγονοι του Πέτρου Σκίρκα.

 Η Μαρία ένιωθε λίγο άβολα, ήταν η αλήθεια. Ποτέ δε συμπάθησε ιδιαίτερα τα αδέλφια του Γιάννη, ούτε και τις συζύγους τους, και πίστευε πως τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Ο άντρας της, από την άλλη, είχε επιλέξει να παραβλέψει τα ελαττώματα των συγγενών του. Έτσι και εκείνη υπέμεινε την παρουσία τους –άλλωστε, ήταν μόνο για τα Χριστούγεννα και την Μεγάλη Εβδομάδα.

 Στην κουβέντα, συμμετείχαν ουσιαστικά μόνο οι άντρες: ο Γιάννης, ο Μάνος, ο Προκόπης (σύζυγος της Αλέκας), ο Νίκος (σύζυγος της Ανθής) και ο Λουκάς (σύζυγος της Στεφανίας). Οι γυναίκες έλεγαν μόνο ένα «ναι» ή «αχά». Βασικά, απείχαν.

 Κάποια στιγμή, ο Μάνος ζήτησε συγνώμη και αποχώρησε για λίγο. Η συζήτηση έχασε λίγο το ρυθμό της, ωστόσο συνεχίστηκε.

 Η Μαρία χρειάστηκε μερικά λεπτά, αλλά εν τέλει πρόσεξε τα βλέμματα που αντάλλασσαν οι άλλες γυναίκες μεταξύ τους ή και με τους άντρες τους. Δεν έκανε αμέσως τη σύνδεση στο μυαλό της, αλλά μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά της. Ήταν ματιές του ενός ή δύο δευτερολέπτων, χωρίς ομιλίες, χωρίς κάποια συγκεκριμένη έκφραση. Χωρίς κινήσεις. Μια αδιόρατη συνεννόηση.

 Έκανε να πιάσει το χέρι του Γιάννη, αλλά τότε ήρθε ο Μάνος, κρατώντας κάτι χαρτιά και ένα πιστόλι.

 «Τι είναι αυτό το όπλο;» ρώτησε η Μαρία.

 «Μαρία, για το υπόλοιπο της βραδιάς», είπε η Αλέκα, «μη ξαναμιλήσεις».

 Ο Γιάννης ήπιε λίγο ακόμα κονιάκ.

 Η Μαρία στράφηκε προς την πόρτα και τις σκάλες, σκεπτόμενη τα παιδιά.

 «Δεν θα ξυπνήσουν, παρά αργά το πρωί. Φροντίσαμε γι’ αυτό», είπε η Στεφανία, αναφέροντας μετά το υπνωτικό που είχε ρίξει στο κέικ που έδωσαν στα παιδιά.

 «Αδερφέ», είπε ο Μάνος, «θα υπογράψεις τα χαρτιά, με τα οποία περνάς σε εμένα και τις αδελφές μας την περιουσία. Εντάξει;»

 Ο Γιάννης δεν μίλησε.

 «Μην κάνεις το δύσκολο, αδερφέ». Ο Μάνος σήκωσε το πιστόλι. «Δεν το έφερα για πλάκα».

 Σιγή για λίγο.

 «Τι, πέφτεις από τα σύννεφα, αδερφούλη;» ρώτησε η Ανθή. «Σοβαρά περίμενες να ανεχτούμε να τα έχεις όλα εσύ και εμείς τα μείνουμε με τα ψίχουλα; Αρκετό καιρό τα ευχαριστήθηκες. Καιρός να πάρουμε ό,τι μας ανήκει».

 «Άσε που εμείς έχουμε γνώσεις», είπε η Στεφανία. «Εσύ ούτε το πανεπιστήμιο δεν έβγαλες».

 «Πώς τολμάτε, γαμώτο;» είπε η Μαρία. «Πώς…;»

 «Σκάσε!» φώναξε ο Λουκάς. «Σκάσε, γιατί δεν θα τη βγάλεις καθαρή».

 Ο Γιάννης δεν μίλησε αμέσως. Κοίταξε το ποτήρι του. «Το σπίτι έχει ένα μειονέκτημα», είπε. «Αυτό νόμιζα, δηλαδή».

 «Το ξέρουμε», είπε ο Μάνος. «Το υπόγειο. Θα το φτιάξουμε και θα το γεμίσουμε με πράγματα, να ’σαι σίγουρος.  Μιας και εσύ ήσουν τόσο ανεπρόκοπος…»

 «Το οποίο», συνέχισε ο Γιάννης χωρίς να δώσει σημασία, «μάλλον θα έλεγα ότι τελικά είναι πλεονέκτημα».

 Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

 Ο Γιάννης χαμογέλασε και ήπιε το υπόλοιπο ποτό του.

 Ο Μάνος του έδωσε τα χαρτιά. «Υπόγραψε».

 Ο Γιάννης κοίταξε τον Μάνο. «Το υπόγειο δεν είναι άδειο. Άδειο ήταν μέχρι το 1848. Τότε ήταν που ο Πέτρος Σκίρκας κατάλαβε ότι η γυναίκα του είχε διαταραχθεί ψυχολογικά. Την έκλεισε εκεί κάτω, τη φίμωσε, την έδεσε με αλυσίδες και την τάιζε. Δεν άφηνε κανέναν να πάει εκεί, μόνο ο ίδιος πήγαινε. Τα γράφει όλα στο ημερολόγιό του». Έβγαλε από την τσέπη του ένα ταλαιπωρημένο δερματόδετο σημειωματάριο.

 «Τι; Τι στον άνεμο λες;» ρώτησε η Αλέκα.

 «Είναι ένα μυστικό που περνά από γενιά σε γενιά. Δεν το μαθαίνουν όλοι, μόνο όσοι είναι έμπιστοι. Στη δική μας περίπτωση, ο μπαμπάς το έδωσε σε εμένα».

 Μια παράξενη μυρωδιά γέμισε το χώρο. Μια πολύ άσχημη μυρωδιά.

 «Και το καλύτερο», είπε ο Γιάννης, «είναι πως η Φανή Σκίρκα ζει ακόμα. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και εσείς».

 Οι άλλοι γύρισαν το κεφάλι. Κάποιοι ήταν ζωντανοί, όταν δύο αλυσίδες εκτοξεύτηκαν και αποκεφάλισαν τον Μάνο και την Αλέκα. Η λευκοντυμένη μορφή, μια πάλαι ποτέ όμορφη γυναίκα, είχε χάσει το περισσότερο δέρμα της, ενώ σκουλήκια σέρνονταν στις άδειες κόγχες και το στόμα της.

 Τα αδέρφια του Γιάννη, καθώς και οι σύζυγοί τους, πέθαναν εκείνη τη βραδιά. Το φάντασμα της Φανής επέστρεψε στο υπόγειο, παίρνοντας μαζί του τα πτώματα, ενώ το ζεύγος καθάρισε το χώρο.

 Την επόμενη μέρα, κυρίως τα παιδιά των νεκρών πρώτα ρώτησαν για κάτι αλυσίδες που ακούστηκαν το βράδυ και μετά για τους γονείς τους.

 

Η ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα είναι συμπτωματική και ακούσια.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook