«Μα πώς της ήρθε να κάνει Δεκέμβριο μήνα πάρτι γενεθλίων στην θάλασσα. Πάντα περίεργη αυτή η κοπέλα. Ανάποδη. Μην κάνει και κάτι φυσιολογικό. Λες και θα της πήγαινε στραβά η μέρα. ΄Η η νύχτα. Ανάλογα τις διαθέσεις της»

Κι έτσι κάπως γκρινιάζοντας και κακαρίζοντας η Μυρτώ με την Δανάη ξεκίνησαν για το πάρτι της τρίτης παιδικής φίλης τους, την Εύα.

Όνομα και πράγμα η Εύα. Αμαρτία ολόκληρη. Χάριζε μήλα σε επίδοξους Αδάμ αβέρτα και τους άφηνε έξω από τον παράδεισο της γελώντας επιδεικτικά. Φλογερή κοκκινομάλλα με φιδίσιο σώμα, χόρευε σαν να έβγαινε από το κοφίνι της κόμπρας υπνωτίζοντας το κοινό της.

Η Μυρτώ ανήκε στην ίδια κατηγορία γυναίκας. Καστανή, με εκρηκτικό μπούστο και σαρκώδη χείλη. Λίγο πιο μαζεμένη και πιο επιλεκτική στις παρέες της. Μαγευτική όμως με πολλούς επίδοξους θαυμαστές στο πέρασμά της.

Μόνο η Δανάη ήταν λίγο παράταιρη σε αυτή την παρέα. Χαμηλών τόνων και με βλέμμα που κάρφωνε το χώμα όταν οι φίλες της που υπεραγαπούσε άφηναν μαγιόσκονη στο πέρασμά τους. Μελαχρινή με μια τσιγγάνικη ομορφιά. Παράξενη. Με λιγότερες εμπειρίες ζωής και με σώμα που ακολουθούσε την καρδιά.
Όλες ξεχωριστές και μοναδικές με την δική τους τρέλα που όταν ενωνόταν γινόταν απλά έκρηξη.

Το πάρτι ήταν στην παραλία και η Εύα είχε προνοήσει να ζεστάνει τους καλεσμένους της με διάσπαρτες φωτιές και μπόλικο αλκοόλ. Τα ηχεία από το beach bar που είχε ανοίξει αποκλειστικά για εκείνη -βλέπεις μια τέτοια κόμπρα είχε και τις ανάλογες άκρες-έπαιζαν γρήγορη μουσική και όλοι βρίσκονταν ήδη σε έκσταση από τα πρώτα λεπτά παραμονής τους εκεί.

Η ώρα είχε περάσει και πολλά πηγαδάκια είχαν κατέβει στην αμμουδιά για να απομονωθούν λίγο από τους ξέφρενους ρυθμούς. Κάπου εκεί σε μια ξαπλώστρα είχε αράξει και η Δανάη. Από τα πρώτα λεπτά είχε εντοπίσει τον Άκη, ήδη πιωμένο και απόμακρο σε ένα σκαμπό του bar να ισορροπεί σε γκρίζα ζώνη στις γυναίκες γύρω του που τιτίβιζαν. Καμία από αυτές δεν καταλάβαινε αν την ήθελε η όχι. Δημιουργούσε προσδοκίες σε όλες αλλά σε καμία δεν έδινε αυτό που ήθελαν. Πάντα της άρεσε αλλά τον φοβόταν. Ήταν από εκείνους τους τύπους που μπορούσε να ερωτευτεί και να γινόταν ένα με την μάζα των κοτόπουλων που ακέφαλα πια γυρνούσαν ξανά και ξανά πάνω του. Για αυτό και ποτέ δεν τον πλησίασε παραπάνω από ένα καλησπέρα.

Ένα άρωμα που έσκισε στα δυο τον αέρα της διέκοψε κάθε σκέψη της. Ξύλο, πιπέρι και περγαμόντο ανακατεμένο με βότκα. Στέκονταν πάνω της από την πίσω πλευρά της. Ο Ακης την κοιτούσε με μάτια μεθυσμένα και υγρά, χαμογελαστός.
«Καλησπέρα Δανάη, να κάτσω; Θες παρέα;»

Η Δανάη διστακτικά μάζεψε τα πόδια της στο στήθος, μέσα στο οποίο η καρδιά της κόντευε να σπάσει, και του έκανε νεύμα να καθίσει. Το τρέμουλο της προδόθηκε τα πρώτα κι όλας δευτερόλεπτα.
«Κρυώνεις έτσι; Κι εγώ κρυώνω. Έχω μια ιδέα για αυτό. Περίμενε με δυο λεπτά αν θες»
Όση ώρα εκείνος έλειψε η Δανάη προσπαθούσε να συγκεντρώσει την σκέψη της. Αναρωτιόταν τι ήθελε μαζί της. Όλοι ήταν τουλάχιστον τρεις ξαπλώστρες παρά πέρα, κάποιοι θαρραλέοι και αρκετά μεθυσμένοι είχαν βουτήξει στην θάλασσα και οι περισσότεροι ήταν πάνω ακόμα και γλεντούσαν.
«ΤρελοΕυα» ψιθύρισε ξεψυχισμένα και ταυτόχρονα ένιωσε κάτι βαρύ και χνουδωτό να την κουκουλώνει.
«Είχα κουβέρτα στο αμάξι από το κάμπινγκ. Έλα μπορείς απλά να προσκυνήσεις την προνοητικότητα μου.»

Λίγα λεπτά αργότερα είχαν πέσει κι οι δυο κάτω από τα γέλια κι η Δανάη ζούσε τον χειρότερο εφιάλτη της. Λίγο την άγγιζαν τα πόδια του στα πόδια της και είχε χάσει την αίσθηση του υπόλοιπου σώματος της. Αν ερχόταν πιο κοντά της το πιο πιθανό ήταν να έλιωνε με συνοπτικές διαδικασίες. Γελούσε και ταυτόχρονα ερωτευόταν και μισούσε. Εκείνον που είναι τόσο γοητευτικός, τα μέλι του μάτια που την χτυπούσαν κατευθείαν στο κεφάλι, τον κωλοχαρακτήρα του που την έλκυε τόσο βαθιά. Πάλευε μέσα της μέχρι που παραιτήθηκε και άφησε ελεύθερο τον εαυτό της να δεχθεί ότι προκύψει. Κι εκείνος έμπειρος εραστής το κατάλαβε. Όπως καθόντουσαν απέναντι με την κουβέρτα τυλιγμένη γύρω τους και με πολλά αδιάκριτα μάτια στραμμένα πάνω τους, εκείνος γλίστρησε το χέρι του αργά και κατέβασε ήσυχα το καλσόν της βάζοντας τα δάχτυλα του κάτω από το μουσκεμένο κιλοτάκι της αρχίζοντας να την χαϊδεύει αργά. Ανέκφραστος και συνεχίζοντας την συζήτηση επιταχύνοντας ελαφρά το τρίψιμο στην κλειτορίδα της. Η Δανάη ξεροκατάπιε αμήχανα. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί να μην φανεί η έξαψη της, πράγμα αδύνατο. Ο Ακης της ψιθύρισε να συνεχίσει κανονικά την κουβέντα γιατί υπάρχουν μάτια που κοιτούν και της πρότεινε σε λίγα δευτερόλεπτα που εκείνος θα σηκώνονταν να τυλιχτεί με την κουβέρτα ολόκληρη. Δεν καταλάβαινε τίποτα απλά έγνεψε ναι και ανακουφίστηκε με την προοπτική να σηκωθεί από κοντά της. Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα θα αρκούσαν για να αρχίσει ανεξέλεγκτα να βογκάει.

Έτσι κι έγινε. Ο Ακης σηκώθηκε και με μια κίνηση έμεινε με το μποξεράκι του βουτώντας στην παγωμένη θάλασσα. Η Δανάη τυλίχτηκε ολόκληρη με την κουβέρτα αποσβολωμένη. Καθώς έβγαινε θαύμασε το γυμνασμένο σώμα του και το θάρρος του να βγαίνει αργά και με στιλ σαν να βούτηξε στην μπανιέρα του σπιτιού του. Πήγε από την πίσω πλευρά της ξαπλώστρας και μπαίνοντας κάτω από την κουβέρτα την αγκάλιασε από πίσω κάνοντας «σκαμνάκι» .
«Τώρα δεν θα αναρωτιούνται. Κουκουλώθηκα γιατί κρυώνω.» Της ψιθύρισε και κόλλησε το παγωμένο του σώμα στο δικό της που έκαιγε.

Αργά και διακριτικά τράβηξε το κιλοτάκι της προς τα κάτω ίσα να αποκαλύψει τους γλουτούς της και με μια κίνηση έβαλε μέσα της τον αντίχειρα του στριφογυρίζοντας τον. Ένα βογγητό της ξέφυγε κι εκείνος με το άλλο του χέρι της έπιασε τον λαιμό. Έβγαλε το δάχτυλο του και έβαλε μέσα την στύση του σκληρή παρά το κρύο.
Άρχισε να κινείται πολύ αργά και βασανιστικά. Δεν φαινόταν σχεδόν τίποτα απέξω, κάτω από την κουβέρτα όμως η θερμοκρασία είχε αγγίξει αυτή του ηλίου. Τα πόδια της Δανάης συσπωντουσαν ανεξέλεγκτα και ο φόβος της αποκάλυψης στους άλλους την διέγειρε κάθε στιγμή και περισσότερο. Έμπαινε και έβγαινε ξανά και ξανά με μικρές διακριτικές κινήσεις και το χέρι του της έσφιγγε τον λαιμό υπενθυμίζοντας της να φέρεται σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
«Κάποιος έρχεται.» Τον άκουσε να της ψιθυρίζει. «Κάνε ότι κοιμάσαι».
Έκλεισε τα μάτια της και άκουγε τον Ακή χωρίς καμία διακύμανση στην φωνή του να εξηγεί στον καλεσμένο ότι ήπιε λίγο παραπάνω η κοπέλα και την προσέχει για λίγο μην πάθει καμία αναρρόφηση.
Ένιωσε τον κόλπο της να συσπάται δυνατά και να τον γεμίζει με τον έρωτα της. Εκεί. Μπροστά σε κάποιον που δεν ήξερε καν αν τον γνώριζε και με εκείνον μέσα της να σφίγγει τους μυς της στύσης του χωρίς να την αφήνει δευτερόλεπτο χωρίς ερεθίσματα στο σώμα της. Καθώς άκουγε τα βήματα του γνωστού αγνώστου να απομακρύνεται, ένα πνιχτό βογγητό γέμισε τον γυμνό της γλουτό με τον δικό του έρωτα καυτό και πυκνό. Έμεινε ακίνητη, ξεψυχισμένη προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της.

Λίγες μέρες αργότερα, την ησυχία που απολάμβανε στη μοναξιά του σπιτιού της διατάραξε ήχος αυτοκινήτου ένας κούριερ. Άνοιξε το κουτί που παρέλαβε με περιέργεια κι από μέσα έβγαλε την κουβέρτα κι ένα σημείωμα.
«Καλές γιορτές μάγισσα. Αλλαγή χρόνου θα κάνω στο beach bar. Με ένα μπουκάλι κρασί και χωρίς αδιάκριτα μάτια. Νομίζω θα κάνει κρύο. Αν έχεις την ευγενή καλοσύνη θα ήθελα πίσω την κουβέρτα μου. Ακης»