Γεννήθηκα παραμονή Χριστουγέννων.
Η ζωή δεν μου χαμογελάει συχνά.
Ο μικρός Χριστούλης γεννήθηκε σε στάβλο.
Εγώ γεννήθηκα σε μια γωνιά σε ένα παγωμένο, βρόμικο γκαράζ.
Η μανούλα μου ήταν μόνη της. Ούτε καν ο πατέρας μου δεν ήταν εκεί.
Αργότερα έμαθα, ότι ο βιολογικός μου πατέρας από τη μία ήταν σαν εμφάνιση ομορφόπαιδο, από την άλλη σαν χαρακτήρας ήταν αλήτης.
Γύρναγε στις γειτονιές και πούλαγε έρωτα σε αφελείς μικρές. Αφού έκανε αυτά που ήθελε, στη συνέχεια εξαφανιζόταν, ψάχνοντας καινούργιες περιπέτειες.
Ένα από τα θύματα του ήταν και η δύστυχη μαμά μου. Την εγκατέλειψε λίγο πριν έρθω στον κόσμο. Ήταν πολύ όμορφη, αλλά δεν της βγήκε σε καλό. Συχνά γινόταν αντικείμενο πόθου διαφόρων τύπων της νύχτας. Στο τέλος αυτό που της έμενε, ήταν άλλο ένα μωρό και μπόλικη ταλαιπωρία.

Θα ήταν άδικο να πω ότι δεν φρόντιζε εμένα και τα αδελφάκια μου.
Η πιο γλυκιά ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας, ήταν τα πράσινα μάτια της όταν με κοίταζαν με αγάπη.
Δυστυχώς ένα βράδυ έπεσε θύμα τροχαίου και έπρεπε από εδώ και εμπρός να καταφέρω να ζήσω μόνη μου.
Η ζωή στο δρόμο είναι πολύ σκληρή. Οι κίνδυνοι πολλοί. Οι κακοί τύποι περισσεύουν.
Ήμουνα πολύ όμορφη. Είχα κληρονομήσει τα καταπράσινα μάτια της μητέρας μου.
Όταν ζεις μόνος στο δρόμο, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να εξασφαλίζεις την τροφή σου.
Πολύ συχνά αναγκαζόμουν να τρώω από τα σκουπίδια.

Το δεύτερο πράγμα είναι να βρίσκεις ένα ασφαλές μέρος για να κοιμάσαι.
Διαρκώς πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τα εγκληματικά άτομα που γυρίζουν στο δρόμο.
Όταν είσαι κορίτσι πρέπει να προσέχεις διπλά.
Η ζωή μου χαμογέλασε για πρώτη φορά, όταν γνώρισα μια ηλικιωμένη κυρία που με συμπάθησε με την πρώτη ματιά και με υιοθέτησε.
Με αγαπούσε και με φρόντιζε. Με είχε σαν παιδί της. Εκείνη μου έδωσε και το όνομα «Λόλα».
Γρήγορα ξέχασα την ταλαιπωρία της ζωής στο δρόμο.
Ζούσα σε ένα ζεστό σπιτικό, που όλοι με αγαπούσαν,
Τα ωραία πράγματα όμως έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης.
Η ηλικιωμένη κυρία ένα βράδυ πέθανε στον ύπνο της.
Οι κληρονόμοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να συνεχίσουν να με φιλοξενούν .
Σχεδόν με πέταξαν έξω από το σπίτι.
Ευτυχώς μια φίλη της ηλικιωμένης κυρίας προθυμοποιήθηκε να με φιλοξενήσει εκείνη.
Ο εφιάλτης της ζωής στο δρόμο απομακρύνθηκε άλλη μια φορά.
Πολύ καλός άνθρωπος η καινούργια μαμά, εξαιρετική. Μπορούσε να στερηθεί και το φαΐ για να έχω εγώ τα καλύτερα. Μέχρι ένα κόκκινο φιόγκο είχε αγοράσει για το κεφάλι μου. Άλλο όμως ένα όνειρο τελειώνει. Η δεύτερη μαμά μου ήταν άνεργη. Όταν βρήκε δουλειά σε άλλη χώρα, δεν μπορούσε να με πάρει μαζί της. Πριν φύγει μου βρήκε σπίτι. Τα πράγματα αυτή τη φορά όμως δεν ήταν ρόδινα.

Η νέα μαμά ήταν ψυχαναγκαστική. Ένας πολύ ψυχρός άνθρωπος. Μου έκανε συνέχεια παρατηρήσεις. Στο μισό σπίτι δεν μου επιτρεπόταν να μπαίνω. Απαγορεύτηκαν οι βόλτες στη γειτονιά. Δεν επέτρεπε να ξαπλώνω στον καναπέ. Ήμουν πολύ καθαρή, συνέχεια πλενόμουν. Εκείνη όμως ήθελε με το ζόρι να με πλένει στη μπανιέρα, γιατί έλεγε ότι βρομάω. Δεν έφταναν αυτά, ο σύζυγος της με μισούσε. Συνέχεια τη ρωτούσε γιατί με πήρε στο σπίτι τους και του χάλασα την ηρεμία του. Με είχε χτυπήσει επανειλημμένως όταν ήμασταν μόνοι. Τώρα κουτσαίνω μετά από μία κλωτσιά που μου έδωσε χθες χωρίς κανένα λόγο.
Απελπισμένη έκλαιγα όλη νύχτα και η νέα μου μαμά αντί να με πάρει αγκαλιά και να με χαϊδέψει, έλεγε στον άντρα της ότι έφτασε ο καιρός να με πάνε στο γιατρό για την εγχείρηση. Εγώ δεν έχω τίποτα είμαι μια χαρά, τι εγχείρηση θέλουν να νου κάνουν;

Έχω αρχίσει να φοβάμαι. Δεν θέλω να μένω σε αυτό το σπίτι που δεν με αγαπάνε. Τελείωσε, το πήρα απόφαση, στη πρώτη ευκαιρία θα φύγω. Καλύτερα στο δρόμο.
Την επόμενη μέρα όταν έμεινε για λίγα λεπτά ανοιχτή η εξώπορτα, βρήκα ευκαιρία και έφυγα.
Ελεύθερη επιτέλους. Πάλι στο δρόμο. Πάλι φαΐ από τα σκουπίδια και ύπνος σε χαρτόκουτες.
Η ελευθερία μου είχε βαρύ τίμημα και το ήξερα. Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Για να πω την αλήθεια ζηλεύω λίγο κάποιους και κάποιες σαν κι εμένα, που από το δρόμο βρεθήκαν σε ένα ζεστό σπίτι, με μια αγκαλιά και ένα πιατάκι φαΐ. Τώρα νιώθω σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Ήταν ένα παραμύθι που διάβαζε η ηλικιωμένη κυρία, η πρώτη μου μαμά, στην εγγονούλα της. Καθόμουν δίπλα στη σόμπα και άκουγα κι εγώ. Η μαμά έλεγε ότι έδειχνα πως καταλάβαινα την ιστορία.

Δεν χάνω το κουράγιο μου και ελπίζω πως και για μένα υπάρχει ένας καλός άνθρωπος, με μια μεγάλη αγκαλιά που χωράω κι εγώ μέσα. Εγώ υπόσχομαι από τώρα ότι θα γίνω η καλύτερη συντροφιά. Μπορεί κάπου να με έχετε δει στο δρόμο. Να τρέχω να προφυλαχτώ από τα αυτοκίνητα και τη βροχή. Να σκαρφαλώνω σε δέντρα, γιατί με κυνηγάει ένας άγριος σκύλος.
Να παίζω κυνηγώντας μύγες και πεταλούδες.
Να κοιμάμαι στον ήλιο.
Να κυνηγάω στο σκοτάδι.
Να ζητιανεύω χάδια.

Είμαι όμορφη με πράσινα μάτια, βελούδινο μαύρο τρίχωμα και πολύ γλυκό νιαούρισμα.Προς το παρόν με λένε Λόλα, αλλά μπορείτε να με πείτε ότι όνομα θέλετε. Εγώ και με ένα απλό ψιτ, θα έρθω να τριφτώ στα πόδια σας.

Όλγα Σωτηρακοπούλου