Χρονοταξιδιώτης Ι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο σερβιτόρος με τ΄ ατημέλητα μαλλιά που σκίαζαν τα μάτια του, ακούμπησε με νωχελικές κινήσεις το λευκό φλιτζάνι του καφέ της πάνω στο δρύινο τραπεζάκι. Η Αθηνά χάζεψε το εσωτερικό του μικρού καφέ με τη γκρι πατίνα στον τοίχο, τις ζεστές δρύινες αποχρώσεις στο πάτωμα, τα ξύλινα τραπεζάκια, τους πάγκους και τις ραφιέρες, όπως και τις πινελιές του πορτοκαλί στις υφασμάτινες καρέκλες. Το βλέμμα της στάθηκε για λίγο σ΄ ένα ζευγάρι που κάθονταν σ΄ ένα τραπεζάκι παραδίπλα και συνομιλούσε ζωηρά. Η κοπέλα, που φορούσε ένα στενό λευκό παντελόνι και γαλάζιο τοπ με βαθύ ντεκολτέ, έγειρε και φίλησε με πάθος τον νεαρό άντρα με τα γεμάτα τατουάζ χέρια, που φορούσε ένα απλό t-shirt, με μια νεκροκεφαλή και βερμούδα. Έπειτα κοίταξε έξω από τις μεγάλες τζαμαρίες τον δρόμο. Σ’ εκείνο το σημείο ο δρόμος σχημάτιζε ένα ταυ, έτσι πέρα από τον δρόμο που περνούσε μπροστά από το καφέ, ένας ακόμα μ΄ ελάχιστες πινελιές πράσινου ξεκίναγε από μπροστά του. Δεξιά της ήταν ένα άχαρο, φρεσκοβαμμένο γωνιακό κτίσμα με κεραμοσκεπή, που έμοιαζε πιο πολύ με φράχτη παρά με κτίριο και είχε ψηλά μια σειρά με μικρά άχαρα παράθυρα. Από τ΄ αριστερά υψωνόταν μια γωνιακή μεσοπολεμική πολυκατοικία με τους κλασικούς τραχείς τοίχους που το μόνο ενδιαφέρον που είχε, ήταν τα λευκά μάρμαρα που αγκάλιαζαν την βάση της και τους στρογγυλούς καγκελόφραχτους φεγγίτες στο ισόγειο. 

        Η Αθηνά μόλις είδε ένα από τα δύο εξωτερικά τραπεζάκια ν΄ αδειάζει, πήρε τον καφέ της και κατευθύνθηκε προς εκεί. Ήταν πολύ όμορφη μέρα για να κάθεται μέσα. Ένα γυαλιστερό τετραγωνισμένο όχημα της πυροσβεστικής βγήκε από την πύλη του άχαρου κτιρίου αριστερά της και διέσχιζε αργά τον δρόμο που περνούσε μπροστά από το καφέ μουγκρίζοντας, με τη σειρήνα του σβηστή. Η Αθηνά ένιωσε να τρέμει και μια δύναμη να ρουφά την ενέργεια της. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και όταν τα ξανάνοιξε, είδε έκπληκτη να περνά από μπροστά της ένα ταλαιπωρημένο κόκκινο όχημα πυροσβεστικής Magirus με μακρύ στρογγυλεμένο καπό, που έκλεινε μπροστά με μια μεγάλη σχάρα εξαερισμού. Μια αναδιπλούμενη επεκτεινόμενη σκάλα δίπλωνε πάνω από την καμπίνα του οχήματος, που ξερνούσε τουλούπες μαύρου καυσαερίου και βογκούσε σαν άρρωστος σύζυγος. Τέσσερις άνδρες με κιτρινωπή στολή και σκούρο κράνος, που έμοιαζε με αρχαιοελληνική περικεφαλαία, στέκονταν όρθιοι στο χώρο της βάσης της σκάλας. Ο ένας της έγνεψε φιλικά καθώς περνούσαν από μπροστά της. Η Αθηνά κοίταξε σαστισμένη το άχαρο κτίριο απ΄ όπου βγήκε το όχημα, το οποίο ήταν τώρα παλιό και φθαρμένο με μια τεράστια μεταλλική πόρτα να φράζει την είσοδο του. Το τραπεζάκι έμοιαζε να το κατάπιε η γη και όταν γύρισε για ν΄ αναζητήσει τον σερβιτόρο αναπήδησε ξαφνιασμένη καθώς στη θέση του μικρού καφέ βρισκόταν τώρα ένα ψιλικατζίδικο. Μπροστά από τα σκονισμένα τζάμια του υπήρχαν σταντ με εφημερίδες και περιοδικά με ματ χαρτί. Την προσοχή της τράβηξαν οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων με τ΄ όνομα “Παπανδρέου” να φιγουράρει σχεδόν σε όλες. Έσκυψε και κοίταξε την χρονολογία, 1965. 

«Αδύνατον!» αναφώνησε σαστισμένη και προχώρησε με τρεμάμενα πόδια ως την είσοδο του μαγαζιού. Δεξιά υπήρχε ένας λιτός ξύλινος πάγκος, που πάνω του ήταν αραδιασμένα βάζα με πολύχρωμα γλειφιτζούρια και καραμέλες όλων των χρωμάτων και σχημάτων, ενώ μια στενή ξύλινη πόρτα μισοκρυβόταν πίσω του. Μερικά ράφια στερεωμένα στον τοίχο ήταν κατάφορτα μ΄ εμπορεύματα που είχε δει μόνο σε φωτογραφίες. Η μυρωδιά από καραμέλες ήταν διάχυτη στο χώρο. Ένας λιανός άντρας με στεγνό πρόσωπο, μα ευγενικά μάτια και ένα πλατύ χαμόγελο πίσω από τον σανιδένιο πάγκο εξυπηρετούσε μια γυναίκα μ΄ ένα μονόχρωμο βιολετί φόρεμα σε γραμμή άλφα και ένα κίτρινο φιόγκο πάνω στα φουσκωτά καρέ μαλλιά της. Δυο πιτσιρίκια με κοντά παντελονάκια και κοντοκουρεμένα μαλλιά κοίταζαν αναποφάσιστα ένα ράφι με πολύχρωμα σακουλάκια, που είχαν ζωγραφιές από πατατάκια και γαριδάκια, ενώ ένας έφηβος περίμενε υπομονετικά πιο πίσω φορώντας ένα λευκό κοντομάνικο πουκάμισο μέσα από το παντελόνι, που το στερέωνε με μια λεπτή ζώνη και κρατούσε ένα τεύχος Μίκυ Μάους στα χέρια. Η Αθηνά πισωπάτησε αναστατωμένη και κοίταξε ξανά γύρω της πιο προσεκτικά. Οι μεσοπολεμικές πολυκατοικίες όπως αυτή με τα ημιεξαγωνικά έρκερ, όπου βρισκόταν το μικρό καφέ, που είχε μετατραπεί σε ψιλικατζίδικο, έστεκαν ίδιες και απαράλλαχτες, τ΄ αμάξια στον δρόμο όμως ήταν ελάχιστα και όλα τους γυαλιστερές αντίκες με καμπυλωτά μακριά καπό. Ένα λευκό Standard 8 ήταν σταθμευμένο στη γωνία, ενώ ένα κόκκινο κάμπριο triumph πέρασε από μπροστά της σα βολίδα. Μια ογκώδη σκούρα μπλε mercedes automatic ερχόταν προς το μέρος της και έστριψε αριστερά χωρίς να βγάλει φλας. Το σαγόνι της κρέμασε μόλις αναγνώρισε την πλούσια ξανθιά κώμη της γνωστής Ελληνίδας σταρ. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει κινήθηκε προς το αμάξι, το οποίο γκάζωσε αφήνοντας πίσω του μαύρο καπνό. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και στηρίχθηκε στον επενδυμένο με λευκό μάρμαρο τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας, ενώ το φλιτζάνι που κρατούσε τόση ώρα, έπεσε και έσπασε πιτσιλίζοντας με καφέ τα παπούτσια της. Κοίταξε μισοζαλισμένη ακόμα μια φορά προς το αμάξι που απομακρυνόταν, όταν μια  φωτιζόμενη ταμπέλα που έλεγε “Τζάκι”, δίπλα σε μια λιτή ξύλινη πόρτα της τράβηξε την προσοχή. Πιο δίπλα ένας πίνακας με φωτογραφίες της τραγουδίστριας Γιοβάνας και του Χαιρόπουλου στα νιάτα τους διαφήμιζε το πρόγραμμα του κοσμικού κέντρου. Προχώρησε ως εκεί παραπατώντας και πήρε ένα από τα λιτά ασπρόμαυρα φυλλάδια στο χέρι της. Το κοίταξε και η αίσθηση ότι κάποιος ρουφούσε τα τελευταία ψήγματα δύναμης της, επέστρεψε. Η Αθηνά ένιωσε όλα γύρω της να στροβιλίζονται, έσφιξε τα μάτια παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, όταν ένιωσε να χάνει το στήριγμα της και να πέφτει στα γόνατα.

Είχε ακόμα σφιχτά κλεισμένα τα μάτια της, όταν άκουσε έκπληκτη τα τζιτζίκια να τερερίζουν. Προσπάθησε ν΄ ανοίξει τα μάτια της, μα αμέσως τα έκλεισε σφιχτά. “Δεν είναι δυνατόν!” επαναλάμβανε από μέσα της σαν μάντρα. Με το χέρι της ψαχούλεψε το δάπεδο και το τράβηξε πονεμένη όταν ένιωσε να την τσιμπούν αγκάθια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε αποφασιστικά τα μάτια της. Χώμα και ξερόχορτα! Ήταν γονατισμένη πάνω σε χώμα και ξερόχορτα! Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Κοίταξε τα χέρια της, στο ένα είχε μπηχτεί ένα αγκάθι, ενώ στο άλλο κρατούσε ακόμα το τσαλακωμένο φυλλάδιο, το οποίο έχωσε βιαστικά στην τσέπη της, ώστε να μπορέσει να βγάλει το αγκάθι. Έπειτα κοίταξε γύρω της, οι πολυκατοικίες είχαν χαθεί! Δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα πετρόκτιστα σπίτια με κεραμοσκεπή σπαρμένα εδώ και εκεί, μισογκρεμισμένοι φράκτες και κιτρινισμένα από την ξεραΐλα χωράφια. Από πάνω τους δέσποζε ο ξερόβραχος του Λυκαβηττού, γυμνός από δέντρα. Κοίταξε στα δεξιά της και αναγνώρισε αμέσως τον κατάφυτο με πεύκα Υμηττό. Ένας βοσκός ντυμένος με μια βρώμικη φουστανέλα σαλάγαγε ένα κοπάδι πρόβατα που ερχόταν κουδουνίζοντας προς το μέρος της. Ανασηκώθηκε και κοίταξε πίσω της, ο εθνικός κήπος είχε εξαφανιστεί! Τώρα πια μπορούσε να δει καθαρά τον βράχο της Ακρόπολης και τον Παρθενώνα, ενώ μια χούφτα πέτρινα σπιτάκια  με κεραμοσκεπές φώλιαζαν στην βάση του βράχου. Πιο πέρα έβλεπε τις στήλες του Ολυμπίου Διός και τον Ιλισό που στραφτάλιζε στο δυνατό φως του μεσημεριού. Ένα κάρο περνούσε από έναν καρόδρομο εκεί κοντά. Ο αμαξάς φορούσε ένα γαλάζιο φέσι και τραγούδαγε δυνατά έναν αμανέ στα Τούρκικα. Η Αθηνά δεν άντεξε άλλο και λιποθύμησε.

         Αχνές ομιλίες ακούγονταν και ένιωσε κάτι να την ταρακουνά άγαρμπα. Η Αθηνά άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και προσπάθησε να εστιάσει στο πρόσωπο που αχνοφαινόταν από πάνω της. Αναγνώρισε τον σερβιτόρο με τ΄ ατημέλητα μαλλιά και ένας αναστεναγμός ανακούφισης της ξέφυγε. 

«Κυρία είστε καλά;» την ρωτούσε επίμονα ένας άντρας πίσω του.

       Η Αθηνά ανατρέξτε με το βλέμμα της το χώρο. Οι γκρι πατιναρισμένοι τοίχοι, τα μοντέρνα φωτιστικά, το μπαρ με τα μπουκάλια και τις πορτοκαλί καρέκλες, ήταν όλα εκεί. Ανασηκώθηκε με δυσκολία, ακόμα ζαλισμένη και κατάφερε να ψελλίσει 

«Είμαι καλά…». 

       Μα ήταν; Ποτέ της δεν κατάφερε δώσει μια λογική εξήγηση στο τι της είχε συμβεί εκείνη την ημέρα. Ίσως θα ήταν πιο εύκολο αν δεν της έπαιρνε μια ώρα να καθαρίσει τα  τ΄ άγανα, που είχαν μπλεχτεί στα κορδόνια των αθλητικών της και δεν έβρισκε το φυλλάδιο από το κοσμικό κέντρο “Τζάκι” καταχωνιασμένο στην τσέπη της…

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook