Δεν πρέπει να κοιμηθώ. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ποιος θέλει να κοιμηθεί μια τέτοια νύχτα; Να συγκεντρωθώ σε κάτι. Κάτι. Α, ναι. Η χρυσόσκονη.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ρίχνει με τα κιλά την χρυσόσκονη η Αλεξανδρινή. Στις κατασκευές της, στις τσάντες με τα δώρα, στις σκάλες, στον δρόμο. Αυτή είναι η αγαπημένη μου. Η χρυσόσκονη στον δρόμο. Και τώρα που την χαζεύω, όχι, που συγκεντρώνομαι σε αυτή, πάλι είναι η αγαπημένη μου μακράν. Λαμπυρίζει σε κάθε προβολέα αυτοκινήτου, γυαλίζει εδώ κι εκεί, όπου τη χτυπά το φως των στύλων, ανάβει και σβήνει κατά πώς την κοιτάζω.

«Έρχονται»

Πέρυσι, έριξε η αθεόφοβη μέχρι και στις γλάστρες με τα αλεξανδρινά!
«Ωραία δεν είναι, αγάπη μου; Μου φαίνεται θα κόψω ένα να το βάλω στα μαλλιά μου, θα ταιριάζει με το κόκκινο φόρεμα που μου πήρες…Εκείνο με τις πούλιες τις ασημί…; Καλά, μπορεί και να μην κόψω!»

Την κοίταζα γυρίζοντας τα μάτια μου κοροϊδευτικά, η Αλεξανδρινή με το αλεξανδρινό στα μαλλιά! Πάντα την πειράζω, την αγάπη μου, και πάντα ανταποκρίνεται στο πείραγμα! Τελικά, της έβαλα εγώ το λουλούδι στα μαλλιά της. Πόσο της πηγαίνει το κόκκινο!

«Έρχονται»

Φέτος είπε να μην το παρακάνει. Λίγη χρυσόσκονη μόνο στον δρόμο, την αγαπημένη μου, ίσα ίσα για την παράδοση. Κάθε βράδυ γυρίζω σπίτι και, λίγο πριν την αυλόπορτα, κάνω ζικ ζακ, σαν μεθυσμένος, για να την δω να στραφταλίζει στο φως των καλικάντζαρων και των ταράνδων που έχει αραδιασμένους στον κήπο. Και κάθε βράδυ, μπαίνω σπίτι πιο χαρούμενος, πιο χαλαρός, κι ας είμαι τόσο κουρασμένος.

Είμαι τόσο κουρασμένος. Αλλά δεν πρέπει να κοιμηθώ. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ποιος θέλει να κοιμηθεί μια τέτοια νύχτα;

«Έρχονται»

Απόψε θέλω να είναι όλα τέλεια. Της πήρα κίτρινες τουλίπες, τις αγαπημένες της. Ολόκληρο σχέδιο κατέστρωσε ο ανθοπώλης για να τις έχω στην ώρα τους. Και το δαχτυλίδι! Πώς το θαύμασαν εκείνες οι κύριες στο κοσμηματοπωλείο! Ρουμπίνι, να ταιριάζει με τ’ όνομά της και το κόκκινο φουστάνι της – ναι, εκείνο που δεν φόρεσε πέρυσι! Και μια πασπαλισμένη με χρυσόσκονη πιπίλα! Η αγάπη μου! «Θα γίνεις μπαμπάς!» μου είπε γλυκά την παραμονή των Χριστουγέννων! Μπαμπάς! Ένα μωρό πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και αγάπη! Όλα θα είναι τέλεια απόψε. Το ξέρω.

«Έρχονται»

Είμαι τόσο κουρασμένος. Η χρυσόσκονη στον δρόμο έχει χαθεί. Την τσαλαπάτησαν τόσα πόδια. Πού θα συγκεντρωθώ τώρα; Στο μωρό. Στην Αλεξανδρινή. Οι τουλίπες. Πού είναι; Α, να τες. Τις τσαλαπάτησαν κι αυτές μαζί με τη χρυσόσκονη. Το δαχτυλίδι; Στην τσέπη μου. Είναι; Είμαι τόσο κουρασμένος.

«Έρχονται, γλυκέ μου. Κάνε υπομονή»

Είμαι τόσο κουρασμένος. Αλλά δεν πρέπει να κοιμηθώ. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ποιος θέλει να πεθάνει μια τέτοια νύχτα;

 

Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους που δεν ήθελαν να πεθάνουν αλλά, βρέθηκαν στον δικό σου δρόμο και πέθαναν γιατί εσύ συνδύασες τη διασκέδαση των ημερών με το αλκοόλ. Και σε όλους εκείνους που προσπάθησαν να φτάσουν εγκαίρως για να σώσουν ίσως τον δικό σου άνθρωπο, μα που δεν τα κατάφεραν γιατί εσύ τους έκλεισες τον δρόμο. Και σε όλους αυτούς που δεν γιόρτασαν μια τέτοια νύχτα εξ αιτίας σου.