Μου πήρε πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι ο μοναδικός μου εχθρός είναι ο χρόνος. Ο αέναος και αδηφάγος χρόνος που ρέει αδιάκοπα με τελικό προορισμό τον χαμό όλων. Εκείνο το αμείλικτο και ορμητικό ποτάμι, που ό,τι κι αν κάνεις δεν θα καταφέρεις να το καθυστερήσεις. Εκείνο το αδυσώπητο ρεύμα που περνάει πάνω από τις αναμνήσεις, τις στιγμές και τα όνειρα και στιγμή με την στιγμή, τα γδέρνει και τα ξεθωριάζει. Ο χρόνος πλάθει δικές του εικόνες και θύμησες, σε κάνει να νοσταλγείς γλυκά τα όσα, όμορφα ή άσχημα, περάσανε ανεπιστρεπτί. Σε κάνει να χαμογελάς, σαν γυρίζεις με την φαντασία σου στο παρεθλόν, για να δεις από πούθε έφτασες στο σημείο που βρίσκεσαι.

Αν αφήσω τον λογισμό μου να τρέξει και να προσπαθήσει να γυρίσει πίσω τον χρόνο, μπορώ ακόμη να δω, πολύ αχνά, ένα φοβισμένο παιδί, να προσπαθεί να στρίψει τσιγάρο, σ’ ένα τσιμεντένιο πεζούλι, μπροστά από ένα τεράστιο κτήριο, χωμένο ανάμεσα σε μυριάδες ψηλά δέντρα. Ήμουν φαντάρος τότε, σβησμένος απ’ τον χάρτη, θαρρείς, χωρίς προσωπικότητα. Μια μαριονέτα ήμουνα με τσακισμένα σχοινιά, να κραυγάζω συνθήματα, εν χορό, μαζί μ’ άλλους τσαρλατάνους – όλοι μαζί μια μάζα, μια ψυχή. «Ο χρόνος» είχε γράψει ένα συνάδελφος, στον τοίχο μιας πανβρώμικης, τούρκικη τουαλέτας, «εδώ μέσα κυλάει, σαν παλιά, αργοκίνητα καράβια» κι είχε ζωγραφίσει, από κάτω, σχεδόν περίτεχνα, κάτι που έφερνε σε ιστιοφόρο. Μια αχτίδα ελπίδας, ανάμεσα σε οπαδικά συνθήματα και λόγια καψούρας προς χαμένες αγάπες και σχέσεις που τσάκισε η υποχρέωση προς την πατρίδα.

Να σου πω την αμαρτία μου, στα τριάντα και κάτι, έχω μια γλυκιά νοσταλγία για εκείνες τις αυπνίες, τα φιλαράκια, τις παρατάξεις, τις πλάκες και την ιδρυματοποίηση. Κάποτε νόμιζα πως έφταιγε το ότι πέρναγα δύσκολα, σήμερα ξέρω ότι ο χρόνος περνούσε κάθε στιγμή πάνω από τις αναμνήσεις μου και κάποτε τις έφερε στα μέτρα του και στα δικά μου μέτρα. Τώρα πια, τα ψηλά δέντρα και τα ετοιμόρροπα κτήρια, οι πρωινές μυρωδιές και οι νυχτερινοί ήχοι, είναι γλυκιές μελωδίες και όμορφες, ασπρόμαυρες και ξεθωριασμένες εικόνες, που με πλημμυρίζουν με ανάμεικτα συναισθήματα.

Εκείνα τα χρόνια, που λες, και μερικά από τα επόμενα, που έχουν πια φύγει, όλο έπαιρναν και σκοτείνιαζαν οι αναμνήσεις μου. Έλεγε τότε, ο πιτσιρικάς εαυτός μου, πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ, πως όλο και θα τον στοίχειωναν οι θύμησές του, πως τα βράδια θα πνιγόταν στο οινόπνευμα και τον καπνό, γιατί αλλιώς, δεν θα μπορούσε το μυαλό του να βρει γαλήνη. Τώρα πια, οι αναμνήσεις αυτές, έχουν βαφτεί με τα πιο λαμπερά, με τα πιο πλουμιστά, με τα αγριότερα των χρωμάτων του δειλινού. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο ο χρόνος ξεθωριάζει τα σκοτεινά σημεία, τόσο αναδεικνύει το φως που τότε αρνιόμουνα πεισματικά να δω.

Τα κείμενά μου, από εκείνα τα χρόνια, μιλάνε για έναν κόσμο που έπεφτε ουρλιάζοντας στο πιο απύθμενο πηγάδι, σε ένα δίχως τέλος κι αρχή, κενό. Οι αναμνήσεις μου, όμως, πια, με ξεγελάνε. Δεν με πονάνε, όχι γιατί προσπάθησα να επουλώσω τις πληγές, μα γιατί ο χρόνος ξέφτισε τα γρέζια που υπήρχαν στα βιώματά μου, εκείνα που με τσάκιζαν κάθε που γυρνούσα πίσω, νοσταλγώντας. Μία, δύο, τρείς, δέκα χαμένες αγάπες. Μικρότερες η μεγαλύτερες. Εφήμερες ή μονιμότερες. Δυνατότερες ή πιο ανίσχυρες. Αγάπη είχα βαφτίσει τότε, την οποιαδήποτε μεταβολή στην χημεία του εγκεφάλου. Η αγάπη, να ξέρεις, δεν είναι η ανάγκη για συντροφιά ή ζευγάρωμα. Η αγάπη δεν είναι η ανάγκη για στοργή και κατανόηση. Η αγάπη είναι κάτι που πηγάζει από μέσα μας. Και για να μπορέσεις να νιώσεις ότι σε αγαπάνε, θα πρέπει, πρωτίστως, να το επιτρέψεις εσύ στον εαυτό σου.

Οι σκέψεις μου, τότε, μιλούσανε για φιλίες που τους ήταν γραφτό να γίνουν στάχτες και να σκορπίσουν στα πέρατα της πλάσης, όχι γιατί ο κόσμος είναι κακός και ηλίθιος, μα γιατί σταμάτησαν να είναι κοινές οι πορείες των ανθρώπων και τα όσα μας χώριζαν, έγιναν περισσότερα από εκείνα που μας ένωναν. Πίκρα, θλίψη και οδύνη, όλα μαζί σ’ ένα – ένας συρφετός κάθε κακού συναισθήματος βρέθηκε να γεμίζει το μέσα μου, για όλα εκείνα που τόσο άδοξα τελείωσαν. Για τις στιγμές που πέταξα κομμάτια μιας ζωής στα σκουπίδια, για τα βράδια που έριξα τις αναμνήσεις στην λεκάνη της τουαλέτας και τράβηξα το καζανάκι.

Οι αναμνήσεις, σκοτεινές και φωτεινές, περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου, θολά και τσακισμένα, σαν παλιά βιντεοκασέτα που είχε απομαγνητιστεί κι εγώ έπρεπε να την βλέπω και να την ξαναβλέπω προσπαθώντας να βγάλω νόημα, παλεύοντας να καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί στη ζωή μου.
Κι όλα αυτά, έπαιζαν για χρόνια – ένας άθλιος θίασος σαλτιμπάγκων που είχε έρθει για αρπαχτή κι είχε ριζώσει για τα καλά, στα δικά μου τα μέρη. Μέχρι που, αναπόφευκτα, πάρθηκε η απόφαση. «Μόνο σήμερα» δήλωσα κι ύστερα τράβηξα μπροστά.

Σταμάτησα να προσπαθώ να παγώσω τον χρόνο, έχοντας συνειδητοποιήσει πως ήταν απλώς ανέφικτο. Σταμάτησα να προσπαθώ να πετάξω στα σκουπίδια τις αναμνήσεις μου, καταλαβαίνοντας πως ήταν κτήματα μου. Σταμάτησα να προσπαθώ να βρω την λογική μέσα σ’ έναν παράλογο κόσμο, γιατί κάτι τέτοιο ήταν απλά αδύνατο. Κοίταξα μπροστά, έκανα ένα βήμα κι αφέθηκα στον αέναο και αδηφάγο χρόνο.

Και ξαφνικά, μυρίζει καλοκαίρι και θάλασσα. Μυρίζει καυτή άμμος. Ακούγονται φωνές παιδιών, αρχάριοι ρακετίστες, τζιτζίκια και μύγες. Έχει σταματήσει να τρέχει το μυαλό μου και να φλέγεται. Έχει εξαφανιστεί ο ορυμαγδός αναμνήσεων, σκέψεων και εικόνων. Έχει διαλυθεί το σύννεφο που βάραινε κάθε μέρα τον νου μου.

Και τότε, που λες, ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά ελεύθερος. Τότε ήταν η πρώτη φορά που μπόρεσα να πω ότι δεν σκέφτομαι τίποτα. Ότι ηρέμησα. Ότι χαλάρωσα.

Ο χρόνος, ο μοναδικός μου εχθρός, είναι κι ένας από τους λιγοστούς μου φίλους. Δεν είναι ο μόνος που κατάφερε να απαλύνει την οδύνη και τον πόνο, ούτε ο μοναδικός που μετασχημάτισε την κάθε ρυπαρή ανάμνηση σε μια πλουμιστή και χαρμόσυνη σκηνή. Όμως είναι ο μόνος που με δίδαξε πως ό,τι έγινε, έγινε κι ό,τι κι αν κάνω πια, δεν μπορώ να το αλλάξω. Μου πήρε χρόνια να το αποδεχτώ και πλέον το γουστάρω.

Μάθε να αγαπάς τον χρόνο για όσα σου χαρίζει και μην τον μισείς για όσα σου έκλεψε. Γιατί, το ξέρουμε και οι δύο ότι στο τέλος θα στα πάρει όλα. Ακόμη και την ίδια σου την ύπαρξη. Και γι’ αυτό, το τελευταίο, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

 

Cover photo: Real Time by Netherlands Artist Maarten Baas