TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε!

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε!

Δεκέμβρης 2017

Αθήνα. Πλάκα.
Εκείνη καθόταν σε ένα τραπέζι σε ένα από τα γραφικά μαγαζάκια της Πλάκας. Πάντα την αγαπούσε αυτή την περιοχή. Πάντα έλεγε πως ήθελε να ζήσει εδώ, τόσο όμορφη, σαν να βγήκε από παραμύθι. Αλλά σήμερα καμία ομορφιά δεν έβλεπε… Κρύο έβλεπε. Κρύο ένιωθε στη ψυχή της. Μουντή και άχρωμη η Πλάκα κι ας ήταν όλη γιορτινή και έτοιμη να υποδεχθεί το νέο χρόνο

Μαυρίλα και μέσα και έξω.

Ένιωθε να βουλιάζει σε μια μαύρη θάλασσα. Αργά, ηδονικά σχεδόν… Τόσο οικεία που μάλλον είχε αποδεχθεί τον αργό αυτό θάνατο κι απλά αφέθηκε.

Μέχρι να φανεί το τέλος…

“Όταν κλείνει μια πόρτα μια άλλη πάντα ανοίγει”.

Οκτώβρης 2019

Αθήνα. Πλάκα.

Ο καιρός ακόμη καλοκαιρινός. Οι τουρίστες πηγαινοέρχονταν ενθουσιασμένοι χαζεύοντας την ομορφιά της περιοχής. Ενθουσιασμένη κι εκείνη, χανόταν στα στενά, έβγαζε φωτογραφίες δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει την ομορφιά της περιοχής άλλη μια φορά, ψάχνοντας να βρει το μαγαζί που είχε καθίσει τότε.

2 χρόνια περίπου πριν.

Σαν από ταινία, ήθελε να είναι όλα ίδια για τις φανούν πιο μεγάλες οι διαφορές. Όλα ίδια κι όλα τόσο διαφορετικά.

Φως μέσα κι έξω! Ανάσες. Αβίαστες, αυτόματες, όπως πρέπει να είναι. Χωρίς δυσκολία, χωρίς την υπερβολική ανάγκη να φουσκώσεις τα πνευμόνια σου για να φτάσει ο αέρας.

“Όταν μια πόρτα κλείνει, μια άλλη πάντα ανοίγει”, αλλά Θεέ, μου αυτοί οι ενδιάμεσοι διάδρομοι, είναι μια κόλαση.

Δε ξέρω σε τι φάση σε πετυχαίνω στη ζωή σου.
Δε ξέρω εσύ από ποια κατάσταση ξέφυγες ή θέλεις να ξεφύγεις.

Πού σε βρίσκω; Στη σκοτεινή πλευρά; στη φωτεινή ή στο διαολεμένο μεσοδιάστημα; Αν είσαι στη φωτεινή, ήδη ξέρεις τον δρόμο, μα αν σε πετυχαίνω σε μια από τις άλλες δυο, Θέλω μόνο να σου πω, πως λυπάμαι που κάποιος εκεί έξω σε έκανε να χάσεις τη πίστη σου. Που σε έκανε να πιστέψεις πως το να σε αγαπήσει κάποιος είναι κάτι δύσκολο. Πως η αγάπη, είναι κάτι δύσκολο. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ! Πως η αγάπη είναι θυσία, πως χρειάζεται να είσαι σε μια διαρκή πάλη με τον εαυτό σου και με τις σκέψεις σου. Σε έναν αδιάκοπο αγώνα να αποδείξεις. Πως το φυσιολογικό είναι να παλεύεις και να υπονομεύεις εσένα, προκειμένου να κρατηθούν οι ισορροπίες.

Και πάνω στο σχοινί που τέντωνες βρισκόσουν μόνο εσύ να ακροβατείς κι έπεσες και τσακίστηκες.

Ισορροπία – εαυτός, 1-0.

Καλό είναι που τσακίστηκες.

Πονάς, το ξέρω. Πονάς τόσο πολύ που κανένα “παυσίπονο” δε σε πιάνει. Πονάς τόσο διαολεμένα που εύχεσαι να πέθαινες. Τόσο δυνατά που είσαι σίγουρος ότι το τέλος που περίμενες επιτέλους έφτασε. Οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη κι εσύ είσαι εκεί, κάτω στο πάτωμα. Ο πόνος ξεσκίζει τα σωθικά σου.
Ίσα που ανασαίνεις μη και ξεγελαστεί ο θάνατος και σε περάσει για ζωντανό και δε σε πάρει να λυτρωθείς πια. Κατά μία έννοια, έχεις πεθάνει.

Το θέμα τώρα είναι να αποφασίσεις αν θα παραμείνεις πεθαμένος ή αν θες να αναστηθείς.

Αν θες, μπορείς να μείνεις εκεί. Δε θα προσπαθήσω να σε σηκώσω. Αρχικά γιατί δεν μπορώ. Μόνο εσύ μπορείς. Τελεία. Και έπειτα, γιατί πια, δε δίνω τα χέρια μου οπουδήποτε. Τελεία ξανά.Αν θες να σηκωθείς, θα παλέψεις πολύ. Θα κάνεις κάθε μέρα κι ένα βήμα. Θα πονάς, θα ματώνεις. Μη ξεχνάς ότι είσαι τσακισμένος, χτυπημένος. Θα πονάς πολύ. Ένα βήμα κάθε μέρα. Έτσι το κατάφερα, έτσι μόνο το καταφέρνεις.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Καμιά Ανάσταση δε φτάνει, αν πρώτα δεν ανέβεις τον Γολγοθά σου και δε Σταυρωθείς.Κανέναν Παράδεισο δεν μπορείς να εκτιμήσεις στο μέγιστο, αν πρώτα δε γευτείς τη κόλαση. Καμία ψεύτικη σχέση δε θα καταφέρεις να αποβάλεις από τη ζωή σου, αν πρώτα δε φροντίσεις να αποκαταστήσεις τη μόνιμη σου σχέση. Αυτή που θα σε ακολουθεί πάντα ως το τέλος. Αυτή με τον εαυτό σου.

Πρέπει να είσαι πρώτα δικός ΣΟΥ, για να μπορέσεις να είσαι μετά οποιουδήποτε άλλου. Πρέπει να έχεις παλέψεις τους πιο δυνατούς σου δαίμονες, πριν γνωρίσεις και αποδεχτείς τους δαίμονες κάποιου άλλου, για να είσαι συμπληρωματικός συμπολεμιστής μαζί του κι όχι να πάρεις τη μάχη του πάνω σου. Να μάθεις να λες όχι. Να μάθεις να βάζεις όρια. Να μάθεις να λες αντίο. Να μη σε πονάνε οι αποχωρισμοί με ανθρώπους που μόνο σε ρουφάνε. Με ανθρώπους που μόνο παίρνουν, που μόνο σε χρησιμοποιούν. Να τους λες, στο καλό! Kαι να κλείνεις διά παντός τη πόρτα πίσω σου. Να μάθεις να σε αγαπάς. Να σε φροντίζεις. Να σε τοποθετείς ψηλά. Τότε μόνο θα αρχίσεις να συναντάς κι άλλους του είδους σου.

Θα εκπέμπεις σε συχνότητες πιο υψηλές και σαν μαγνήτης θα βλέπεις να έρχονται κοντά σου άνθρωποι που ξέρουν και να δίνουν, άνθρωποι που δε χρειάζεται να πείτε πολλά για να συνεννοηθείτε, άνθρωποι που τους μιλάς για κόλαση και ξέρουν τι εννοείς, γιατί πέρασαν από εκεί. Το χάδι τους είναι απαλό για να μη σε φοβίσει, τα λόγια τους είναι μετρημένα και συνοδεύονται από πράξεις γιατί ξέρουν πως οτιδήποτε λιγότερο, απλά δεν μετράει. Δεν είναι η αγάπη πάλη. Δεν είναι οι σχέσεις δύσκολες. Οι λάθος άνθρωποι σε έκαναν να ασπαστείς αυτή την ιδέα. Πέταξε την από πάνω σου.

Δεν είσαι υποχρεωμένος να κρατάς ισορροπίες. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι μη χάσεις αυτούς που δε φοβούνται κι εκείνοι να σε χάσουν. Τέρμα οι προσωρινές λύσεις, οι προσωρινοί άνθρωποι, τα προσωρινά λόγια για να περάσει μια βραδιά. Τέρμα οι προσωρινές αγάπες, τα προσωρινά φιλιά, οι περιστασιακές φιλίες.

Όταν φτάσεις τόσο χαμηλά κι αποφασίσεις να σηκωθείς στα τσακισμένα σου πόδια, όταν κάθε βήμα σου αφήνει αίμα κάτω και κραυγή, όταν μόνο εσύ ξέρεις πως έφτασες να ξαναδείς φως κι όχι σκοτάδι, δε δέχεσαι τίποτα λιγότερο από τα πάντα. Και πολύ καλά κάνεις.

Όλα ή τίποτα.

Το τίποτα το έζησες και πια τίποτα δε μπορεί να σου κάνει. Το λίγο, σκοτώνει. Μένει το “όλα”.

Οκτώβρης 2019

Αθήνα. Πλάκα.

Πίσω το σκοτάδι, μπροστά Καλοκαίρι. Ιούλης… Κι όλο της γυρνούσε αυτός ο στίχος στο κεφάλι. “Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε”. Τους ανθρώπους, τις καταστάσεις, το παρελθόν και το μέλλον… τη ζωή! Έκλεισε ένα σημείωμα γρήγορα γρήγορα στο χέρι της που κουνούσε κάνοντας νόημα σε έναν άντρα που μόλις μπήκε στο μαγαζί και το βλέμμα του περιπλανιόταν ανιχνευτικά στα τραπέζια να τη βρει. Έκατσε δίπλα της και της χαμογέλασε ζεστά. Άπλωσε το χέρι της, και του το ακούμπησε στο δικό του.

“Λίγο πριν έρθει το χέρι σου να κουμπώσει στο δικό μου, είχα αρχίσει να μαθαίνω να με αγαπώ. Αλλιώς δε θα σε έβλεπα, δε θα μπορούσα να σε αγαπήσω, δε θα σου έδινα το χέρι μου όταν άπλωσες το δικό σου. Σε ευχαριστώ που ξέρεις να χαϊδεύεις απαλά. Δεν άργησες όπως σου αρέσει να λες. Δεν χάσαμε χρόνια. Ήρθες την κατάλληλη στιγμή”.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Βούλα Ραπτούδη

Επιμένω σε έναν άλλο κόσμο απο γεννησιμιού μου γιατί αυτός εδώ δεν μου ταιριάζει καθόλου.
θα φας τα μουτράκια σου, μου έλεγε η μανούλα μου, και είχε απόλυτο δίκιο.
Τα έφαγα και συνεχίζω να τα τρώω και γι'αυτά τα σπασμένα μουτράκια γράφω από όταν με θυμάμαι.
Όχι μόνο τα δικά μου αλλά και τα δικά σου.
Γελάω και κλαίω πολύ.
Αγαπάω ή αδιαφορώ πολύ.
Γενικά οτιδήποτε κάνω, νιώθω, είμαι, είναι πολύ.
Το λίγο δεν μου ταίριαξε ποτέ και δε του ταίριαξα κι εγώ, εδώ που τα λέμε.
Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το να μιλάω για μένα.
Αυτά λοιπόν.
Είμαι οι ιστορίες που θα διαβάσετε, ή μήπως είσαι εσύ σε αυτές τις ιστορίες;
Βούλα Ραπτούδη

Latest posts by Βούλα Ραπτούδη (see all)