Χωρίς να ξέρω (X)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

«… δεν σου έδιναν και το απολυτήριο μαζί; Τι σ’ έστειλαν εδώ με τόσες μέρες άδεια;» ρώτησε ο διοικητής του Βασίλη καθώς κοίταζε τα χαρτιά του. Είχε επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για να υπηρετήσει τις τελευταίες μέρες της θητείας του, μόνο που, σχεδόν όλες, ήταν οι άδειες που δεν είχε πάρει ποτέ. Έπιασε χαρτί και μολύβι ο διοικητής κι άρχισε να σκαλίζει και να κάνει υπολογισμούς. Μουρμούριζε ακατάληπτα.

Ο Βασίλης στεκόταν προσοχή μέσα στην φρεσκοσιδερωμένη του στολή και περίμενε. Δεν του είχαν έρθει εκείνα τα δύο χρόνια όπως ακριβώς τα ήθελε κι είχε σκοπό να ζορίσει λίγο ακόμη τον εαυτό του για να πιάσει τους στόχους που είχε θέσει στον εαυτό του. «Μέχρι να…» μουρμούρισε ο διοικητής κι ύστερα σώπασε. «Φύγε. Θα πω να σου βγάλουν τις άδειες» συνέχισε. Χαιρετήθηκαν κι ο Βασίλης βγήκε από το γραφείο.

Στις τρεις το μεσημέρι βγήκε από το στρατόπεδο φορτωμένος με τα πράγματά του και το χαρτί της άδειας. Είχε καταφέρει να κρατήσει σχεδόν άθικτες όλες τις μέρες που δικαιούταν για το τέλος. Την έβγαλε με τις φοιτητικές για να γυρίζει και να δίνει μαθήματα στην σχολή. Διάβαζε μέσα στην θητεία. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και πήρε τηλέφωνο τον Θανάση.

«Ζεις ρε;» ρώτησε κοφτά ο Βασίλης.

«Που ‘σαι ρε δόκιμε;» του απάντησε μισογελώντας εκείνος.

«Θα πιούμε καφέ;»

«Έλα απ’ το σπίτι, τώρα ξύπνησα».

Έκλεισαν το τηλέφωνο κι ο Βασίλης έβαλε πλώρη για το καπιταλιστικό. Δεν του είχε λείψει η πόλη που μεγάλωσε ούτε στο ελάχιστο. Του φάνηκε πως άλλαζε, πως έφευγαν οι μονοκατοικίες κι έδιναν την θέση τους σε νέα κι ομορφότερα κτήρια, περισσότερο ψυχρά μα σταθερά. «Προάστιο ήμασταν ρε φίλε» σχολίασε ενώ βάδιζε στους δρόμους που μεγάλωσε, παρατηρώντας την ανοικοδόμηση. Χτύπησε το κουδούνι του Θανάση, ανέβηκε στον πρώτο, μπήκε στο σπίτι κι αγκαλιάστηκαν. «Καλός πολίτης, αδερφέ μου».

«Τον Δεκέμβριο απολύομαι» απάντησε γελώντας ο Βασίλης.

«Τότε; Τι έπαιξε;»

«Έπρεπε να μου δώσουν τις άδειες. Τελείωσα, απλά πρέπει να περάσουν οι μέρες για να πάρω το απολυτήριο. Εσύ; Νέα;» του είπε μόλις έπιασε την θέση του κι ο Θανάσης πήγε να φτιάξει καφέδες.

«Εγώ έχω αίσθημα».

«Το έριξες τελικά το γκομενάκι;»

«Μάλλον μ’ έριξε αυτή» αστειεύτηκε ο Θανάσης.

«Λέγε ρε».

«Ναι, σου λέω. Απίστευτο πλάσμα, φευγάτε. Θα την γνωρίσεις…»

«Έχεις σκοπό να στεριώσεις δηλαδή;» τον διέκοψε ο Βασίλης.

«Ελπίζω» αποκρίθηκε ο Θανάσης πριν γυρίσει την κουβέντα. «Εσύ;»

«Εγώ θέλω να τακτοποιηθώ. Θα πάω να δω σπίτια το απόγευμα. Αν βρω κάτι καλό θα το κλείσω. Κοιτάω και για όχημα. Κανένα τετρακοσάρι, ίσα για τις μετακινήσεις. Κοιτάω και για δουλειά στο ταυτόχρονο. Φιλοξενείς;»

«Ναι ρε φίλε, το ρωτάς;»

Το μεσημέρι τους πέρασε με τις εξιστορήσεις των ευτράπελων που συνέβησαν κατά την διάρκεια της θητείας του Βασίλη. Του έδωσε ο Θανάσης τα κλειδιά του αυτοκινήτου για να βγει στην γύρα και να κοιτάξει για σπίτι. Είδε τρία ο Βασίλης και κανένα δεν του άρεσε. Το τέταρτο του έκανε κλικ από την είσοδο. Ο σπιτονοικοκύρης ήταν ένας φαλακρός πενηντάρης που πήγαινε σαν να είχε καταπιεί σανίδια. Κοφτό το βήμα του, στρατιωτικό, βήμα παρελάσεως. «Ίσως να ‘ναι καραβανάς» σκέφτηκε ο Βασίλης μόλις άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και βρέθηκαν στο άδειο σαλόνι.

Στενό ήταν, μ’ ένα στενό μπαλκονάκι που έβλεπε στο δρόμο, μα ηλιόλουστο. Μικρή η κουζίνα του, μικρό και το μπάνιο, μα το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο. «Με τι ασχολείσαι, είπαμε;» ρώτησε ο ιδιοκτήτης κι ο Βασίλης έβαλε όλη του την μαεστρία για να απαντήσει. «Υπηρετώ την θητεία μου στον ένδοξο ελληνικό στρατό».

«Μπράβο παιδί μου» απάντησε εκείνος φουσκώνοντας το στήθος του. Έπιασαν την κουβέντα. Βγήκαν στο μπαλκόνι για να κάνουν τσιγάρο και να συζητήσουν. Του έκοψε και από την τιμή του Βασίλη, είπε ότι τον συμπάθησε. Με το κλειδί στο χέρι έφυγε από εκεί, συμφωνώντας πως θα έκαναν την επόμενη μέρα τα συμβόλαια. Γύρισε στου Θανάση και του έδειξε το κλειδί. «Γιάφκα θα το κάνω, φιλαράκι!» σχολίασε γελώντας ο Βασίλης.

Την επόμενη μέρα βγήκε στην γύρα, μίλησε με παλιούς γνωστούς και φίλους. Κατάφερε να βρει μια παλιά τραπεζαρία, ένα ψυγείο που δεν δούλευε η κατάψυξή του, μια κουζίνα με χαλασμένο φούρνο, μια μικρή τηλεόραση κι ένα διπλό κρεβάτι, σχεδόν ολοκαίνουριο. Τον έφαγε το κουβάλημα. Τα είχε στήσει όλα μέχρι το βράδυ. Σαν νεκρός έπεσε στο κρεβάτι και το πρωί που σηκώθηκε ήταν πιο χαρούμενος από ποτέ.

Μέχρι να συμμαζευτεί, κατάφερε να βρει και όχημα, μέσω του Βαγγέλη. Πουλούσε ένα παλικάρι την μηχανή του για να πάρει μεγαλύτερη κι ο Βασίλης άδραξε την ευκαιρία και την πήρε. «Καλό είναι, τραβάει, καλοδουλεμένο κιόλας, δεν το έτρεχε ποτέ ο Βάϊος, δεν είναι τέτοιος τύπος. Βολτάδικο ήτανε. Τώρα, μ’ εσένα, δεν ξέρω πόσο σμπαράλια θα γίνει» του είπε ο Βαγγέλης αφου έκαναν την πρώτη τους βόλτα μαζί, με τις μηχανές τους, μέσα στην πόλη. «Πως το βλέπεις;» ρώτησε ο Βαγγέλης όταν σταμάτησαν στο πάρκο, στην παλιά τους γειτονιά κι έπιασαν το παγκάκι τους.

«Πρέπει να βγάλω δίπλωμα» σχολίασε ο Βασίλης αδιάφορα.

«Δεν σε παίρνει ακόμα… Ηλικιακά… Στα είκοσι ένα…» αποκρίθηκε ο Βαγγέλης.

«Έστω για μηχανάκι. Δεν με παίρνει να με σταματήσουν».

«Αυτοκινήτου έχεις;»

«Έβγαλα μέσα».

«Γιατί δεν έπαιρνες αυτοκίνητο;»

«Γιατί ούτε μου περισσεύουν, ούτε έχω όρεξη. Καλύτερα μ’ αυτόν τον σατανά. Να παίρνει αέρα το κεφάλι μου» σχολίασε γελώντας ο Βασίλης.

«Από δουλειά;»

«Ψάχνω…»

Ο Θανάσης του την βρήκε την δουλειά, δύο εβδομάδες αργότερα. Συστημένο τον έστειλε σ’ ένα γνωστό του πατέρα του που χρειαζόταν μεταφραστή. Το έπαιξε και λίγο πονεμένη ιστορία ο Βασίλης, ο φοιτητής που τα οικονομικά του είναι χάλια και οι γονείς δεν μπορούν να συνεισφέρουν, που κατάφερε να μην χρωστάει πολλά, υπηρετώντας παράλληλα την θητεία του, και την πήρε την θέση. Ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τον Βασίλη που δεν είχε πολλές απαιτήσεις. Ήθελε να κάνει μια ήρεμη ζωή κι είχε τελείως διαφορετική αντίληψη για τις ανέσεις από τον μέσο άνθρωπο.

Έχοντας πλέον μια σιγουριά στα οικονομικά του, ξετίναξε την καβάτζα του για να επιπλώσει το σπίτι. Πήρε ένα μικρό σαλόνι, ένα γραφείο, ένα λάπτοπ, δυο χαλιά, κομοδίνα για την κρεβατοκάμαρα, κάτι φωτιστικά… Στα τέλη του Οκτωβρίου είχε κρατήσει λεφτά μόνο για τα πάγια του επόμενου μήνα και περίμενε το μηνιάτικο για να αρχίσει να μπαίνει σε σειρά.

Το τελευταίο Σάββατο του Οκτώβρη, ο Βασίλης μίλησε με τον Λάμπρο στο τηλέφωνο κι αφού εκείνος τον διαβεβαίωσε πως η Μελίνα δεν ήταν στο σπίτι και πως θα αργούσε να γυρίσει, πήρε την απόφαση να τον επισκεφθεί. Με τα χρόνια και τις συζητήσεις, τον ένιωθε σαν πατέρα του. Ήταν ένα απ’ τα λίγα άτομα που είχε πεθυμήσει. Καβάλησε την μηχανή κι έφυγε. Την πάρκαρε μπροστά απ’ την αυλόπορτα του νεοκλασικού. Αναστέναξε. Του έλειπε η Μελίνα απίστευτα. Είχαν περάσει δυόμισι χρόνια απ’ τον χωρισμό τους και το μυαλό του ήταν ακόμη κολλημένο σ’ εκείνη.

«Έλα μέσα, παιδί μου» του είπε ο Λάμπρος όταν άνοιξε την πόρτα και τον πέτυχε να χαζεύει τον κήπο.

Κάθισαν στο σαλόνι κι έπιασαν την κουβέντα όπως παλιά. Όπως τότε που ήταν ακόμη με την Μελίνα. Έλεγε κι έλεγε ο Βασίλης κι ο Λάμπρος σημείωνε. Τον έπιασε κάπου το παράπονο κι είπε πράγματα που δεν είχε πει σε κανένα. Τον κοίταξε εξιχνιαστικά ο Λάμπρος. «Κάποια στιγμή, το ξέρεις κι εσύ νομίζω, πρέπει να τα βάλουμε κάτω. Βουνό κουβαλάς, Βασίλη. Πρέπει να το αφήσεις πίσω σου και να φύγεις μπροστά».

«Κάποια στιγμή» απάντησε αόριστα ο Βασίλης.

«Από βδομάδα».

«Εντάξει».

«Τακτοποιήθηκες απ’ όλα. Τι σου λείπει τώρα;»

«Η Μελίνα» απάντησε κοφτά ο Βασίλης.

«Εγώ δεν μπαίνω στην μέση» δήλωσε ο Λάμπρος με ένα τελεσίδικο τόνο κι ο Βασίλης του έγνεψε. Πήρε ένα χαρτί κι έγραψε την διεύθυνση και το τηλέφωνό του. «Αν… Ο μη γένοιτο…» σχολίασε πριν το δώσει στον Λάμπρο και φύγει.

Γυρίζοντας σπίτι, η Μελίνα πέτυχε τον Βασίλη να στέκεται έξω απ’ το πατρικό της και να το κοιτάζει. Του σήκωσε το χέρι μα δεν την είδε. Φόρεσε κράνος, καβάλησε μια παρκαρισμένη μηχανή κι έφυγε. Έτρεξε μέχρι το σπίτι της. Χτυπούσε περίεργα η καρδιά της. Δεν ήξερε αν την έψαχνε, αν ήθελε να γυρίσει πίσω, αν απολύθηκε, αν έκανε οτιδήποτε στην ζωή του.

«Καλησπέρα μπαμπά» είπε πολύ γλυκά η Μελίνα όταν μπήκε στο σπίτι. Ο Λάμπρος συμμάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και τα έχωσε, όπως – όπως, σε έναν φάκελο.

«Καλησπέρα ψυχολόγε» την πείραξε ο Λάμπρος.

«Πως πέρασε η μέρα σου;» συνέχισε η Μελίνα για να ακούσει ένα αδιάφορο «καλά» και να τον δει να σηκώνεται από το τραπέζι. Βγήκε ο Λάμπρος απ’ την κουζίνα με τον φάκελο, πήγε στο γραφείο του, τον άφησε, και επέστρεψε στην κουζίνα. Εντελώς απρόθυμος να συζητήσει ήταν, μα κάτι του έλεγε πως η κόρη του είχε πολλά να του πει.

«Τι έγινε Μελίνα; Συνέβη κάτι;» ρώτησε ο Λάμπρος.

«Τίποτα σημαντικό. Τίποτα ιδιαίτερο…» απάντησε αδιάφορα εκείνη.

«Έχεις κάτι να μου πεις;» συνέχισε ο Λάμπρος.

«Τίποτα. Απλά μου λείπει η μαμά» μουρμούρισε η Μελίνα. Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι και βγήκε απ’ την κουζίνα ενώ ο Λάμπρος την κοίταζε με απορία. «Της έλειψε η μαμά;» μονολόγησε όταν άκουσε την πόρτα του γραφείου του να ανοίγει. «Πάλι τις φωτογραφίες σκαλίζεις, μάτια μου;» ρώτησε ο Λάμπρος θλιμμένα, μα η Μελίνα δεν του απάντησε. Είχε ανοίξει τον φάκελο που ήταν αφημένος στο γραφείο του Λάμπρου και διάβαζε βιαστικά.

Σάλεψε το μυαλό του Λάμπρου όταν, περνώντας έξω απ’ το γραφείο, την είδε να διαβάζει. Δεν το έκανε θέμα. Μπήκε μέσα, βούτηξε τον φάκελο από τα χέρια της, τον έκλεισε και της χαμογέλασε παράξενα. «Θέλεις να διαβάσεις κάτι; Θα σου δώσω κάτι να διαβάσεις» της είπε μ’ απόκοσμο ύφος. Πήγε σ’ ένα απ’ τα ασφυκτικά γεμάτα ράφια της βιβλιοθήκης, κατέβασε μερικά μπλε τετράδια και τα άφησε μπροστά από την Μελίνα που τον κοίταζε με τρόμο.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε σαστισμένα η Μελίνα.

«Τα ημερολόγια της μακαρίτισσας» της απάντησε κοφτά ο Λάμπρος. Ούτε που σάλεψε η Μελίνα. «Για να δούμε, ψυχολόγε, πόσα αντέχεις; Πόση αλήθεια μπορείς να μάθεις χωρίς να τσακιστείς;»

«Μπαμπά…» νευρίασε η Μελίνα, αλλά ο Λάμπρος δεν της έκανε την χάρη να την ακούσει. «Αν και όταν καταφέρεις να τα διαβάσεις, θα σου δώσω να διαβάσεις για τον Βασίλη. Ξέρεις γιατί;» την διέκοψε ο Λάμπρος.

«Γιατί;»

«Γιατί, μάτια μου, η ιστορία της Μελίνας είναι απλά μια ιστορία. Η ιστορία ενός ανθρώπου που αγαπάς είναι κάτι που θα σε τσακίσει» της απάντησε ήρεμα ο Λάμπρος κι έπειτα πήρε μαζί του τα ημερολόγια. «Έλα μαζί μου, στην κουζίνα. Σβήσε και το φως» της είπε επιτακτικά και η Μελίνα τον υπάκουσε.

Από τα πέντε πυκνογραμμένα τετράδια, η Μελίνα κατάφερε να διαβάσει μόνο τις πρώτες είκοσι σελίδες πριν αποφανθεί ότι δεν άντεχε άλλο. Έκλεισε αυτό που διάβαζε και τα έσπρωξε όλα προς τον Λάμπρο που κάπνιζε κοιτάζοντάς την.

«Αυτό ήταν; Δεν έχει άλλο;» την ρώτησε γλυκά για να της φτιάξει την διάθεση που είχε βαρύνει απίστευτα.

«Η μαμά… Αυτοκτόνησε η μαμά;» ρώτησε βουρκώνοντας η Μελίνα. Ο Λάμπρος της έγνεψε καταφατικά κι ύστερα έβγαλε μια μπύρα απ’ το ψυγείο καθώς η συζήτηση προδιαγράφονταν βαριά. «Γιατί;» ψιθύρισε η Μελίνα.

«Να διαβάσεις για να καταλάβεις το γιατί» της απάντησε ήρεμα ο Λάμπρος.

«Δεν μπορώ… Γράφει πολύ ωραία, αλλά δεν μπορώ…» ψέλλισε η Μελίνα. Ο Λάμπρος σηκώθηκε, πήγε δίπλα της και την αγκάλιασε. «Δεν μπορείς να διαβάσεις τις αναμνήσεις μιας γυναίκας που κακοποιήθηκε λεκτικά, σωματικά και σεξουαλικά από κάποιο δικό της άτομο και πιστεύεις πως θα αντέξεις τις σκόρπιες ιστορίες ενός πληγωμένου παιδιού;» την ρώτησε ήρεμα.

«Γιατί δεν μου λες;» επέμεινε η Μελίνα.

«Για την μάνα σου; Θα σου…»

«Για τον Βασίλη!» τον διέκοψε φωνάζοντας.

«Ακόμη προσπαθείς να καταλάβεις γιατί σε χώρισε;» την ρώτησε με σοβαρό ύφος ο Λάμπρος. Αρνήθηκε να του απαντήσει η Μελίνα. Άδικα την ζόριζε ο Λάμπρος με ερωτήσεις. Μέχρι που κάποια στιγμή αγανάκτησε. «Μπορώ μόνο να σου πω πως σκοτώνεις τον Βασίλη. Δείξ’ του ότι τον λυπάσαι. Αυτό και μόνο αυτό».

«Μπορείς, για μία φορά στην ζωή σου, να καταλάβεις πως σε χρειάζομαι περισσότερο απ’ όσο σε χρειάζεται κάποιος ασθενής σου;» τον ρώτησε θλιμμένα η Μελίνα. Ο Λάμπρος κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένα και της έδωσε το φάκελο. «Διάβασε τον. Δεν είναι ασθενής μου ο Βασίλης» της είπε κοφτά πριν βγει από την κουζίνα.

Ίσως να μην καταλάβαινε πολλά η Μελίνα διαβάζοντας κάποια απ’ τις σκόρπιες ιστορίες ή ένα από τα αμέτρητα γράμματα που της έγραψε μα δεν τα έστειλε ποτέ. Ίσως να μην μπορούσε να ακολουθήσει τις αφηγήσεις του αν συζητούσε μαζί του. Όμως, διαβάζοντας τις σημειώσεις του πατέρα της, που ως ένα σημείο είχε ενώσει το πάζλ της ζωής του, η Μελίνα κατάλαβε τον λόγο που την χώρισε ο Βασίλης. Δεν μπορούσε, όμως, με τίποτα να τον χωνέψει.

«Θα βγω να περπατήσω» δήλωσε η Μελίνα, ώρα αργότερα, ενώ άφηνε τον φάκελο στο γραφείο του πατέρα της.

«Ερωτήσεις; Απορίες;» ρώτησε ειρωνικά ο Λάμπρος.

«Πόσο μόνος μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος;» ρώτησε με σπασμένη φωνή η Μελίνα.

«Επαναδιατύπωσε την ερώτηση» σχολίασε ο Λάμπρος αλλά η Μελίνα, όσο κι αν ήθελε να το κάνει, δεν της έβγαιναν τα λόγια. «Πόσο μόνος και απροστάτευτος ένιωσε όταν τον πέταξες έξω απ’ την ζωή σου; Αυτό θέλεις να μάθεις;» ρώτησε και όταν άκουσε το δισταχτικό «ναι» της κόρης του, βαριαναστέναξε. Έσκισε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε βιαστικά μια διεύθυνση και το έβαλε στην παλάμη της. «Πήγαινε εκεί και πες μου πόσο μόνη θα νιώσεις όταν σου κλείσουν την πόρτα στα μούτρα» δήλωσε ο Λάμπρος.

«Τι είναι το εκεί;» απόρησε η Μελίνα.

«Θεωρείς ότι είμαι τόσο χαζός που δεν κατάλαβα γιατί τόσο ενδιαφέρον ή πως αυτό το θεατράκι δεν ήθελα να το παίξω; Ψάχνει το κουράγιο να σε βρει και να σου πει ότι σε έχει συγχωρήσει. Πήγαινε και μίλα του» της απάντησε ο Λάμπρος.

Σαν τρελή χτύπαγε η καρδιά της μέσα στο ταξί που την πήγαινε προς το σπίτι του Βασίλη κι εκείνος την περίμενε. Τον είχε ενημερώσει ο Λάμπρος. Του είχε πει να μην περιμένει καμία απολύτως συγγνώμη και πως η Μελίνα δεν είχε καταλάβει που έσφαλλε. «Κλείσ’ της την πόρτα στα μούτρα, παιδί μου. Ίσως έτσι να καταλάβει» του είχε πει ο Λάμπρος πριν κλείσει το τηλέφωνο μα η ιδιοσυγκρασία του Βασίλη δεν του επέτρεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Ιδιαίτερα στην Μελίνα που δεν σταμάτησε ποτέ να αγαπάει.

Η Μελίνα χτύπησε το κουδούνι κι όταν της άνοιξε, είδε μπροστά της έναν άνθρωπο που δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Δεν ήταν εκείνο το παιδί με το χαμένο βλέμμα και τα σχισμένα τζιν. Δεν ήταν ο Βασίλης που κάποτε αγάπησε. Ήταν ένα μικρό, χαμένο, πληγωμένο και πονεμένο παιδί που είχε ανάγκη από στοργή κι εκείνη δεν το είδε ποτέ.

Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε πριν προλάβει να της πει κάτι. «Είσαι καλά;» την ρώτησε σαστισμένα μα η Μελίνα δεν του απάντησε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια, μόνο που εκείνη τη φορά ο Βασίλης δεν είδε τα χαμογελαστά μάτια που γνώριζε. Τον κοίταζε σαν να τον λυπόταν.

«Κάτσε» έκανε κοφτά ο Βασίλης καθώς έκλεινε την πόρτα. Κάθισε η Μελίνα σε μια πολυθρόνα. «Μπύρα;» την ρώτησε και του έγνεψε αρνητικά. Έφερε μια μπύρα απ’ το ψυγείο, κάθισε απέναντί της και άναψε τσιγάρο.

Δεν μιλούσε η Μελίνα κι όσο περνούσαν οι στιγμές το ύφος της γινόταν περισσότερο θλιβερό και λυπημένο. «Γιατί ήρθες, Μελίνα;» ρώτησε ο Βασίλης σπάζοντας την πρωτοφανή, για εκείνους, σιωπή που τους είχε τυλίξει.

«Δεν ξέρω» του απάντησε σαστισμένα εκείνη.

«Μάλιστα…»  μονολόγησε, καθώς η Μελίνα πάλευε να συγκροτήσει τις σκέψεις της και να του πει όλα εκείνα που δεν του είπε τα τελευταία δύο χρόνια που ήταν χώρια.

«Για δεύτερη ευκαιρία σίγουρα δεν ήρθες» σχολίασε ο Βασίλης.

«Όχι» ψιθύρισε η Μελίνα.

«Τότε;» επέμεινε εκείνος.

«Ειλικρινά…» ξεκίνησε να λέει η Μελίνα, αλλά η λέξη «συγγνώμη» κόλλησε στο λαρύγγι της και δεν ήθελε με τίποτα να βγει από κει. «… δεν ξέρω γιατί ήρθα» του απάντησε κι ο Βασίλης της χαμογέλασε παράξενα. «Ούτε τι θες» την συμπλήρωσε.

«Ξέρω τι θέλω» νευρίασε η Μελίνα.

«Άσε μας, κοριτσάκι μου. Τράβα στον Πανούλη σου και μην γυρίσεις ποτέ εδώ» της είπε νευριασμένα.

Σηκώθηκε όρθια η Μελίνα, σηκώθηκε κι ο Βασίλης όρθιος. «Έλα, πες το» την παρότρυνε ο Βασίλης που προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμος, να μην βάλει τα κλάματα και να μην πέσει στα γόνατα για να την παρακαλέσει να γυρίσει πίσω.

«Τίποτα» ψιθύρισε η Μελίνα και πήγε να τον φιλήσει. Ο Βασίλης την έσπρωξε απαλά, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του. Σάστισε η Μελίνα. «Φύγε. Σε παρακαλώ, φύγε» της είπε κι εκείνα τα λόγια την πόνεσαν όσο δεν είχε πονέσει ποτέ στην ζωή της. Όμως δεν ήταν αρκετό αυτό. Την ώρα που ο Βασίλης την κοίταζε κλείνοντας την πόρτα, η Μελίνα ένιωσε πως ράγισε η ψυχή της. Τρέχοντας κατέβηκε τις σκάλες για να βγει στο δρόμο και να βρει ταξί. Κι ο Βασίλης, στο σαλόνι του, δάκρυζε βουβά, έχοντας κολλήσει το βλέμμα του στο κουτάκι της μπύρας.

Όταν είδε ο Λάμπρος την Μελίνα να μπαίνει στο σπίτι με σκυμμένο κεφάλι, κατάλαβε πως η κόρη του δεν είχε μάθει απ’ τα λάθη της. Δεν ήταν όμως διατεθειμένος να της την χαρίσει αυτή την φορά. Έπρεπε να την ρίξει κάτω και μετά να την σηκώσει για να καταλάβει πως το να πέφτεις είναι απλώς ανθρώπινο.

«Λοιπόν; Έμαθες πόσο μόνος μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος;» την ρώτησε με σταυρωμένα χέρια. «Έμαθα» μουρμούρισε η Μελίνα πηγαίνοντας προς το μέρος του.

«Τίποτα δεν έμαθες. Πήγαινε πάνω, μάζεψε τα πράγματά σου, φύγε και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ» της είπε κοφτά ο Λάμπρος. Πάγωσε η Μελίνα. Την έπιασε τρέμουλο από το σοκ που ήταν μεγάλο κι ήρθε να προστεθεί σε εκείνο που βίωσε την ώρα που της έκλεισε την πόρτα ο Βασίλης.

«Μπαμπά μου…» παρακάλεσε ψιθυριστά η Μελίνα. Ο Λάμπρος της χαμογέλασε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Υπήρχε ποτέ περίπτωση, μικρή μου πριγκίπισσα, να σου κλείσω την πόρτα;» την ρώτησε γλυκά κι ύστερα την πήρε από το χέρι.

«Ποτέ» του απάντησε η Μελίνα καθώς ανέβαιναν τις σκάλες.

«Αν σου το έλεγα, φερ’ ειπείν, στα δεκατρία σου, πως θα ένιωθες;» συνέχισε ο Λάμπρος.

«Δεν ξέρω».

«Επειδή, κορίτσι μου, σε ξέρω και ξέρω πως είσαι λίγο χαζό, θα σου εξηγήσω γιατί πάλι τον έχασες» είπε γελώντας ο Λάμπρος όταν η Μελίνα άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Μπήκαν μέσα, η Μελίνα ξάπλωσε κι ο Λάμπρος έπιασε την καρέκλα του γραφείου.

«Ο Βασίλης δεν σου μίλησε ποτέ γιατί, εσύ συγκεκριμένα, δεν ήθελε να πονέσεις. Στους υπόλοιπους δεν μιλάει γιατί δεν γουστάρει να τον λυπούνται, μα εσένα δεν αντέχει να σε βλέπει να πονάς. Νοιάζεται και μαθαίνει, ίσως και να μην μου έχει εμπιστοσύνη και να θέλει ακόμη και τώρα, μετά από τόσο καιρό, να σε προσέχει. Όμως, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του εαυτού του. Δεν ήμουν αρκετά χαζός για να σου δώσω να διαβάσεις ποιος ακριβώς είναι ο Βασίλης. Αυτό είναι κάτι που, κάποια στιγμή, θα σου πει ο ίδιος. Ακόμη κι αν χρειαστεί να γίνει στην επόμενή σας ζωή» της είπε ο Λάμπρος με ήρεμο τόνο.

«Δεν μπόρεσα να του ζητήσω συγνώμη… Δεν μπόρεσα να του πω πως θέλω δεύτερη ευκαιρία» απολογήθηκε η Μελίνα.

«Και είναι το πλέον λογικό, γιατί ακόμη και τώρα δεν έχεις αποδεχτεί πως εκείνος ο χωρισμός δεν ήταν μόνο δικό του λάθος. Όταν καταλάβεις ότι έσφαλλες και ρίξεις τον εγωισμό σου, ίσως και να του τα πεις» της απάντησε ο Λάμπρος χωρίς να αλλάξει τόνο και ύφος.

«Γιατί;» ρώτησε η Μελίνα.

«Πονάει πολύ η αποδοχή της πραγματικότητας και η συνειδητοποίηση των πεπραγμένων. Και, λυπάμαι που το λέω, κανένας από τους δυο σας δεν έχει βρει έναν τρόπο για να απαλύνει εκείνο τον πόνο» της είπε πριν αρχίσει η Μελίνα να του αφηγείται τι ακριβώς έγινε στο σπίτι του Βασίλη.

Εν τω μεταξύ, τον Βασίλη δεν τον χωρούσε ο τόπος. Μπήκε στο μπάνιο, ξυρίστηκε βιαστικά, φόρεσε ό,τι βγήκε μπροστά του κι έφυγε από το σπίτι. Καβάλησε την μηχανή και έφυγε βολίδα για να ηρεμήσει. Βόλταρε για λίγο άσκοπα στους γεμάτους δρόμους της πόλης πριν καταλήξει σε κάποιο μπαρ για να πιει μόνος του. Δεν είχε όρεξη να δει κανέναν, ούτε και να μιλήσει. Ήθελε απλά να μουδιάσει το μυαλό του και τον πόνο του. Το σχέδιο «δεύτερη ευκαιρία» είχε ναυαγήσει.

«Τι περίμενες αγόρι μου; Δυο χρόνια με τον ποζερά. Σ’ εσένα θα γυρνούσε;» ρώτησε ο Βασίλης τον εαυτό του, μα απάντηση δεν πήρε. Συνέχισε εκείνη την νοερή κουβέντα μα κάτι τον ενοχλούσε. Ένιωθε πως κάποιος τον κοίταζε επίμονα κι όταν σήκωσε τα μάτια του, είδε μια μελαχρινή γυναίκα στο μπαρ να έχει καρφωθεί πάνω του. Εκείνη του χαμογέλασε κι ο Βασίλης, σε μία και μόνη στιγμή, έβγαλε από το μυαλό του την δεύτερη ευκαιρία. «Πάμε μπροστά» μουρμούρισε ο Βασίλης καθώς σηκωνόταν όρθιος.

Η Χριστίνα χαμογελούσε στον Βασίλη που πλησίαζε, κάτι που του έκοψε και τον αέρα και την φόρα. «Φουλ αυτοπεποίθηση, ή απλά ένα χάρηκα;» σκέφτηκε ο Βασίλης την ώρα που έφτανε μπροστά της.

«Με κοιτάς, χαμογελάς… Έχουμε γνωριστεί και δεν το θυμάμαι;» ρώτησε ο Βασίλης την Χριστίνα που παρέμεινε με το ίδιο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπο της.

«Θα το θυμόμουν, σίγουρα» του απάντησε μυστηριωδώς η Χριστίνα κι εκείνος, που είχε συνηθίσει να αποκρυπτογραφεί τις συμπεριφορές των γύρω του, τα έχασε για μια στιγμή.

«Τότε… Βασίλης, χάρηκα» είπε ο Βασίλης.

«Χριστίνα… Χάρηκα ιδιαίτερα» του απάντησε εκείνη και του έκανε νόημα να καθίσει στο σκαμπό που υπήρχε δίπλα της.

«Περιμένεις παρέα;» την ρώτησε  και η Χριστίνα του έγνεψε καταφατικά. «Μία κοπέλα η οποία με έστησε και δεν νομίζω πλέον πως θα έρθει» του απάντησε κι ο Βασίλης κάθισε δίπλα της.

«Είσαι από τους τύπους που δεν πίνουν;» ρώτησε η Χριστίνα πριν προλάβει να της ρίξει την επόμενη ατάκα, κι ευτυχώς, γιατί τον έβγαλε από την δύσκολη θέση. Της χαμογέλασε, γύρισε κι έκανε νόημα στην μπαργούμαν. «Ένα απ’ αυτό που πίνει η κυρία. Σε μπουκάλι. Με όλα τα κομφόρ» είπε κοφτά ο Βασίλης κι έστρεψε το βλέμμα του πίσω στην Χριστίνα. «Δεν κατάλαβε ακόμη τι παρήγγειλα».

Όντως, η Χριστίνα δεν είχε καταλάβει την παραγγελία του Βασίλη. «Μπουκάλι;» τον ρώτησε κι έβαλε τα γέλια. Δεν της απάντησε, έπιασε το ένα ποτήρι, το γέμισε με παγάκια και ουίσκι κι εκείνη την στιγμή, όλα πήγανε στραβά.

Ο ένας φακός του Βασίλη, έφυγε από το μάτι του κι έπεσε μέσα στο ποτήρι. Ο Βασίλης αναθεμάτισε άηχα, άνοιξε το μάτι του και συνειδητοποίησε πως δεν είχε νόημα να μείνει έτσι, δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα.

«Έγινε κάτι;» ρώτησε η Χριστίνα ταραγμένα, όταν είδε τον Βασίλη να συμπεριφέρεται λίγο περίεργα και να κρατάει κλειστό το δεξί του μάτι.

«Έπεσε ο φακός μέσα στο ποτήρι. Έρχομαι» είπε ο Βασίλης κι έφυγε μαζί με το ποτήρι. Πήγε στο μπάνιο, καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε τον φακό, αλλά αποφάσισε να μην ρισκάρει να τον ξαναφορέσει. Έτσι, έβγαλε από την μέσα τσέπη του μπουφάν τον βαρύ κοκάλινο σκελετό που είχε από το λύκειο, τον φόρεσε, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και γύρισε πίσω στην Χριστίνα.

«Τώρα μάλιστα!» αναφώνησε η Χριστίνα μόλις είδε τον Βασίλη δίπλα της. «Αν τα φορούσες πιο πριν, θα ερχόμουν μόνη μου να σου μιλήσω» συνέχισε χαμογελώντας κι ο Βασίλης πήρε το ποτό στα χέρια του.

«Ε;» μουρμούρισε μπερδεμένος ο Βασίλης.

«Ξέρεις γιατί χάρηκα ιδιαίτερα; Γιατί δεν έχεις αυτή την υπέρμετρα κομπλεξική αυτοπεποίθηση, ούτε καμία τραγική ατάκα» του απάντησε.

«Κοίτα… Το σκέφτηκα, αλλά είπα από μέσα μου, ότι δεν το έχω με την αυτοπεποίθηση» σχολίασε εκείνος.

«Συν ένα… Άντρας που σκέφτεται» τον πείραξε η Χριστίνα, αλλά ο Βασίλης που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιου είδους πειράγματα, δεν το πήρε καλά.

«Το χοντραίνεις κοριτσάκι και θα καείς» της είπε γελώντας παράξενα.

«Είσαι ο άνθρωπος – φωτιά, ή κάτι παρεμφερές;» τον ειρωνεύτηκε η Χριστίνα. «Είμαι ο άνθρωπος που δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή για να το ράψει» της απάντησε στον ίδιο τόνο ο Βασίλης και η Χριστίνα μισόκλεισε τα μάτια της.

«Σειρά σου λοιπόν, να σε δω, ρίξε την ατάκα» τον παρότρυνε η Χριστίνα κι εκείνος πήρε ένα πολύ ήρεμο και αεράτο ύφος.

«Κοίτα να δεις πως χαλάει μια γνωριμία…» είπε ο Βασίλης κι άρχισε να παίζει με το ποτήρι του, χωρίς να την κοιτάζει. «Ή μισείς τους άντρες, ή σ’ αρέσουν οι γυναίκες, ή…» είπε ο Βασίλης χαμογελώντας σαρδόνια κι άφησε την πρότασή του στην μέση.

«Ή;» τον παρότρυνε η Χριστίνα κι ο Βασίλης την κοίταξε ίσια στα μάτια. «Ή, πολύ απλά, προσπαθείς να με ψυχολογήσεις και κάτι μου λέει πως είναι το τρίτο» της απάντησε ο Βασίλης και περίμενε την στιγμή που θα τον έδιωχνε η Χριστίνα.

«Δύο στα δύο, κύριε Βασίλη. Αλλά πολλά λες και λίγα κάνεις» του είπε σοβαρά η Χριστίνα κι ο Βασίλης έβαλε τα γέλια. «Με παρεξήγησες καλή μου, δεν κάνω ποτέ σεξ στο πρώτο ραντεβού. Ούτε καν στο δεύτερο» της είπε και η εκείνη τον κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια. «Τώρα είναι που το έκαψα» σκέφτηκε ο Βασίλης, αλλά συνέχισε να γελάει, περισσότερο με την ατάκα του και λιγότερο με το ύφος της.

«Σώπα…» είπε η Χριστίνα και πήρε το κινητό του που βρισκόταν πάνω στο μπαρ. Έγραψε τον αριθμό της, τον αποθήκευσε και το έδωσε στον Βασίλη.

«Να υποθέσω πως αυτό δεν είναι το πρώτο ραντεβού;» τον ρώτησε με σοβαρό ύφος κι ο Βασίλης απάντησε με ένα νεύμα.

«Το πρώτο;»

«Αύριο. Δέκα και μισή στο ίδιο» της απάντησε και η Χριστίνα του έκλεισε το μάτι.

Δύο ώρες αργότερα, ο Βασίλης ένιωθε τρομερά καταβεβλημένος και η Χριστίνα νύσταζε. Παρ’ όλο που περνούσαν καλά και η συζήτησή τους είχε φουντώσει στην προσπάθεια να μάθουν ο ένας για τον άλλο.

«Νύσταξες;»

«Αρκετά» του απάντησε εκείνη με ένα χαμόγελο. «Κι εσύ φαίνεσαι κομμάτια» συνέχισε κι ο Βασίλης έγνεψε. Έβγαλε το πορτοφόλι του, πλήρωσε, της φόρεσε το παλτό κι έπειτα ντύθηκε.

«Να σε πάω κάπου;» την ρώτησε την ώρα που έβγαιναν από το μαγαζί.

«Με τι είσαι;» τον ρώτησε κι ο Βασίλης της έδειξε με τα μάτια του την μηχανή.

«Θα με πας σπίτι;» συνέχισε η Χριστίνα με ένα παράξενο νάζι στην φωνή της.

«Αν μου δώσεις οδηγίες» της είπε, παίρνοντάς την από το χέρι.

Ανέβηκαν στην μηχανή κι ο Βασίλης ένιωσε πως η Χριστίνα έτρεμε. «Δεν κάνει ιδιαίτερο κρύο, άρα, μάλλον φοβάται» είπε νοερά ο Βασίλης και ξεκίνησε την μηχανή πολύ ήρεμα. Σ’ όλο τον δρόμο πήγαινε χαλαρά, δεν έτρεξε, δεν κοντράρισε κανέναν, δεν παραβίασε κανένα φανάρι.

«Θα σου έλεγα να έρθεις πάνω, αλλά τι κρίμα, δεν κάνεις σεξ από το πρώτο ραντεβού» αστειεύτηκε η Χριστίνα την ώρα που κατέβαινε από την μηχανή.

«Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά ούτε από το δεύτερο κάνω» της απάντησε χαμογελαστά και η Χριστίνα έβαλε τα γέλια.

«Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;»

«Εξαρτάται» της απάντησε κοφτά.

«Όταν φτάσεις σπίτι σου, στείλε μου ένα μήνυμα. Για να μην ανησυχώ. Μπορείς;» τον παρακάλεσε η Χριστίνα κι εκείνος έβαλε τα γέλια με το ύφος της. «Μπορώ, Χριστινάκι. Καλή ξεκούραση» της είπε, έβαλε μπροστά κι έφυγε.

Ένα τέταρτο αργότερα, ο Βασίλης μπήκε στο διαμέρισμά του και πέταξε τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. «Βασίλης. Πρόφαση ήταν το μήνυμα για να έχεις τον αριθμό μου» της έγραψε, το έστειλε και πήγε στο κρεβάτι του.

«Δεν σταματάς να με εκπλήσσεις» του απάντησε. Ο Βασίλης στραβοκοίταξε το κινητό του. Δεν είχε διάθεση για κουβέντα. Είχε πάει δύο και νύσταζε απίστευτα.

«Όνειρα γλυκά, Χριστινάκι» έγραψε ο Βασίλης, έστειλε το μήνυμα και έκλεισε το κινητό. Το παράτησε στο κομοδίνο, έκλεισε τα μάτια του και ο ύπνος τον πήρε λίγες στιγμές αφ’ ότου ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι.

Η Χριστίνα, όσο κι αν νύσταζε, δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Γύριζε στο μυαλό της η συζήτηση με τον Βασίλη. Της άρεσε ο αέρας του και ο τρόπος που μιλούσε, αλλά κάτι δεν της κολλούσε πάνω του. Ήταν σίγουρη πως κάτι έκρυβε. «Ένα παλιό τραύμα; Παλιά ιστορία που δεν τελείωσε; Δεν ξέρω» μονολόγησε η Χριστίνα καθώς κοίταζε το κινητό της. Το «καληνύχτα» της δεν το είχε λάβει ποτέ κι αυτό την πείραζε πολύ. Ήταν βέβαιη πως της θύμιζε κάποιον, πως τον είχε ξαναδεί κάπου, αλλά το μυαλό της δεν την βοηθούσε σ’ αυτόν τον τομέα.

Στο πρώτο τους ραντεβού, εν μέσω μιας βαριάς φιλοσοφικής κουβέντας, ο Βασίλης είχε πει στην Χριστίνα πως κάθε άνθρωπος μπορεί να αποφύγει σχεδόν τα πάντα στην ζωή του. Τα δύο πράγματα που δεν αποφεύγονται είναι η γέννησή του και ο θάνατός του. Η αναπόφευκτη γέννηση είναι ένα σύνολο πράξεων που έχουν προηγηθεί του ερχομού του σ’ αυτόν τον κόσμο και ο θάνατος, είναι η καθαρή αντίδραση στην γέννηση. Αργεί, αλλά έρχεται πάντοτε. Δράση και αντίδραση. Αιτιότητα.

«Αν δεν γεννηθείς, δεν μπορείς να πεθάνεις. Είσαι, κατά κάποιο τρόπο, αθάνατος» σχολίασε η Χριστίνα που κρατούσε ένα ποτήρι κρασί στο χέρι της.

«Ή ανύπαρκτος. Μετά το θάνατό σου παραμένει μια εντύπωσή σου στον κόσμο. Είναι όλα όσα έκανες κι όσα φοβήθηκες να κάνεις. Μα, αν δεν γεννηθείς, δεν μπορείς να μιλάς για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ» της απάντησε ο Βασίλης.

Πέρασαν ένα ολόκληρο βράδυ συζητώντας γι αυτό το θέμα, μόνο για να καταλήξει ο Βασίλης σ’ ένα συμπέρασμα που δεν άρεσε καθόλου στην Χριστίνα. Κάθε πράξη έχει ένα τίμημα, μικρό ή μεγάλο, που πρέπει να πληρωθεί την κατάλληλη στιγμή. Αν αργήσει η πληρωμή του, τότε το τίμημα διογκώνεται και απειλεί την ίδια μας την πραγματικότητα. Δεν μπορεί να πληρωθεί παρά μόνο από το άτομο που το χρωστάει και όταν εκείνο το άτομο δώσει δανεικά, τότε, σίγουρα, είναι υποχρεωμένο να τα ξεπληρώσει.

Η εξήγηση εκείνης της λογικής ήρθε στο δεύτερο ραντεβού. Ο Βασίλης έδωσε ένα ακραίο παράδειγμα στην Χριστίνα κι εκείνη συμφώνησε με τον τρόπο σκέψης του. Η Χριστίνα ανοίχτηκε στον Βασίλη, μα εκείνος επέμενε σε μία φράση. «Είχα ένα παρελθόν, καλό ή κακό πέρασε και δεν πρόκειται ποτέ μου να το ξαναζήσω». Μπερδεμένα τα λόγια του για την Χριστίνα, μα έδειχνε τόσο σίγουρος που τον πίστεψε. Δεν τον ρώτησε τι εννοούσε.

Έπειτα ήρθε το τρίτο ραντεβού κι ύστερα το τέταρτο. Συζητούσαν για ώρες και γελούσαν με τον μυστήριο λογισμό του Βασίλη και την απίστευτα ρεαλιστική λογική της Χριστίνας. Στο πέμπτο ραντεβού, η Χριστίνα αγανάκτησε με τον Βασίλη και τον πολύ αργό του ρυθμό και τον κάλεσε στο σπίτι της.

«Δεν έρχομαι. Θέλω το πλεονέκτημα της έδρας» της είπε αδιάφορα όταν την άφησε στο σπίτι της κι εκείνη ξανακαβάλησε την μηχανή. Άνοιξε απότομα το γκάζι και η Χριστίνα σφίχτηκε πάνω του. Εκείνη πίστεψε πως την τέσταρε, μα ο Βασίλης δοκίμαζε τον εαυτό του. Δοκίμαζε τα όριά του και το είναι του. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την Μελίνα. Ούτε το πρόσωπό της, ούτε τις στιγμές που πέρασαν μαζί, ούτε τα όνειρά τους.

Φρέναρε τόσο απότομα, όσο απότομα ξεκίνησε, όταν έφτασε στο σπίτι του. «Δεν φοβάμαι κανένα» μουρμούρισε, μα ούτε ο εαυτός του δεν κατάφερε να τον ακούσει. Καλύφθηκε εκείνος ο ήχος από το στρίγγλισμα των ελαστικών. Κατέβηκαν από την μηχανή και μπήκαν βιαστικά στην πολυκατοικία. Έτρεμε η Χριστίνα στο ασανσέρ. Περισσότερο απ’ την τρομάρα της για την οδήγηση του Βασίλη παρά από την αμηχανία της.

«Πολλά λέω και λίγα κάνω;» την ρώτησε ο Βασίλης κοιτάζοντάς την πάνω απ’ τα γυαλιά του κι εκείνη όρμησε και τον φίλησε καθώς το ασανσέρ ανέβαινε στον τρίτο. Αν δεν ήταν συγκρατημένος ο Βασίλης, ίσως και να πάταγε το κουμπί στάσης. Τα κατάφερε όμως, κι έφτασαν μαζί στον τρίτο. Χτύπησαν και μερικές πόρτες στην προσπάθεια να φτάσουν στο σπίτι του Βασίλη, που άνοιξε την πόρτα χωρίς να βλέπει. Η Χριστίνα τον έριξε στον καναπέ κι έκλεισε την πόρτα με το πόδι της πριν ορμήσει πάνω του. Μεσάνυχτα Παρασκευής.

Ξημερώματα Σαββάτου, η Χριστίνα κοιμόταν γαλήνια στο κρεβάτι του Βασίλη κι εκείνος ρέμβαζε στην κουζίνα πίνοντας καφέ. «Godspeed, Βασίλη» ψιθύρισε στον εαυτό του κι ύστερα χαμογέλασε. «Κοίτα να δεις, πόσο αστείο, ξημερώνει πάλι Σάββατο» μονολόγησε καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα. Έψαξε στις αναμνήσεις του για εκείνα τα γαλάζια μάτια που είχε λατρέψει, μα δεν μπόρεσε πουθενά να τα βρει. Υπήρχαν ακόμη κάπου, σε κάποια ξεχασμένη και σκονισμένη μεριά της μνήμης του, μα δεν ήθελε να το σκαλίσει. Είχε πια την Χριστίνα του και ήταν ευτυχισμένος.

Άδειο το ψυγείο του Βασίλη που σπάνια έτρωγε στο σπίτι. Ντύθηκε κι έφυγε σαν τον κλέφτη για να αγοράσει πρωινό. Κάτι μέσα του τον ενοχλούσε μα δεν του έδινε σημασία. Είχε πεισμώσει και είχε υποσχεθεί στον εαυτό που πως δεν θα γύριζε ποτέ πίσω. Έπρεπε να πάει μπροστά. «Μόνο μπροστά. Μόνο σήμερα» μουρμούρισε στον δρόμο, την ώρα που επέστρεφε σπίτι.

Παγωμένη η πόλη, είχε μπει ο Νοέμβριος με τα γκρίζα του και τα δέντρα είχαν ξεμείνει από φύλλα. Μα η καρδιά του Βασίλη είχε κάτι ζεστό μέσα της. Κάτι που έκανε χρόνια να καταλάβει τι ήταν.

Δυστυχώς, οι πληγωμένοι άνθρωποι, ερωτεύονται βάσει στερεοτύπων. Δεν βλέπουν αυτόν που έχουν απέναντί τους, μα έναν απόηχο του ανθρώπου που ερωτεύτηκαν με το μυαλό τους. Γι αυτό καταφέρνουν και συγχωρούν λόγια και συμπεριφορές. Γιατί δεν πιστεύουν πως το άτομο που βλέπουν είναι αυτό που γνωρίζουν. Είναι τα παιχνίδια που παίζει το μυαλό όταν αρνούμαστε να αποδεχτούμε την σκληρή πραγματικότητα. Η οποία, για εκείνους τους δύο ανθρώπους, επεφύλασσε ένα πολύ άσχημο χαστούκι.

Δύο βδομάδες αργότερα, η Χριστίνα είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο σπίτι του Βασίλη. «Το σπίτι μας, η μηχανή μας, οι φίλοι μας» έλεγε και ξαναέλεγε η Χριστίνα κι ο Βασίλης δεν ήθελε να το πιστέψει. Είχε περάσει κάποτε από εκεί και τον είχε τσακίσει ο κοινός βίος. Ήθελε κάποια πράγματα να παραμείνουν δικά του. Δεν γούσταρε να τα μοιραστεί με κανέναν. Ή, καλύτερα, δεν άντεχε να τα μοιραστεί με κάποια άλλη που δεν ήταν η Μελίνα.

Ο πρώτος καιρός κύλισε ομαλά. Τους σκότωνε λίγο το ωράριο τους. Η Χριστίνα δούλευε και τα απογεύματα, μα τα σαββατοκύριακα ήταν άδεια και δικά τους. Γράφτηκαν στο ίδιο γυμναστήριο για να κερδίσουν λίγο περισσότερο χρόνο. Έμεναν πολύ στο σπίτι γιατί δεν είχε νόημα να ξοδεύουν τις στιγμές τους με τον κόσμο. Κι έτσι, ο φευγάτος, έφυγε από τα εγκόσμια για μια φορά ακόμη, για να κυνηγήσει μια αγάπη.

Ο Βασίλης ήταν είκοσι και συμπεριφερόταν σαν τριαντάρης, η Χριστίνα είκοσι δύο και συμπεριφερόταν σαν δεκαοχτάρα. «Παλαβό πλάσμα» την φώναζε ο Βασίλης όταν έφευγε για να αγοράσει ένα παντελόνι και γύριζε στο σπίτι με διακόσια πράγματα. «Γιατί ρε μωρό; Έναν αποχυμωτή τον χρειαζόμαστε» του απαντούσε η Χριστίνα κι εκείνος της χαμογελούσε γλυκά και την αγκάλιαζε.

Χίλιες φορές προσπάθησε ο Βασίλης να της εξηγήσει πως τον ενοχλούσε η ζήλια της και η ανασφάλειά της, μα η Χριστίνα πρόβαλλε σαν επιχείρημα πως δεν την ζήλευε γιατί δεν την αγαπούσε. «Ρε μωρό, δεν γίνεται να σε ζηλεύω παθολογικά για να σου αποδείξω πως σ’ αγαπάω» της έλεγε ο Βασίλης, αλλά εκείνη δεν τον πίστευε. Αμέτρητα τα ευτράπελα στην ζωή τους, τα οποία διέλυαν την ήδη ρημαγμένη ψυχοσύνθεση του Βασίλη.

Ό,τι κατάφερε ο Βασίλης με δύο χρόνια αποξένωσης και μοναξιάς, το έβλεπε να γκρεμίζεται από συμπεριφορές που δεν ανεχόταν. Όμως δεν μιλούσε. Αποδεχόταν πως αυτός ήταν ο χαρακτήρας της γυναίκας που αγαπούσε. Η Χριστίνα ήταν κυκλοθυμική. Μπορεί την μια στιγμή να έβριζε τον Βασίλη και την άλλη να ήταν μέσα στις γλύκες. Ο Βασίλης όμως, που δεν ήταν έτσι, παρέμενε πάντοτε ήρεμος. Μέχρι που ένα βράδυ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, φόρτωσε άσχημα και έγινε ο κακός χαμός στο σπίτι τους.

Για εκείνον τον καυγά δεν έφταιγε κανένας. Ούτε ο Βασίλης, ούτε η Χριστίνα, ούτε εκείνη η ξανθιά που έκανε τα γλυκά μάτια στον Βασίλη. Έφταιγε η γκρίνια και η ζήλια. «Μάτια μου; Με βλέπεις να της δίνω σημασία;» την ρώτησε ο Βασίλης κάποια στιγμή που η Χριστίνα ήταν έτοιμη να κάνει σκηνή κι ύστερα πλήρωσε κι έφυγαν απ’ το μπαράκι. Γκρίνια και πάνω στην μηχανή. Γκρίνια και στο σπίτι. Γκρίνια και στο σεξ. Φόρτωνε ο Βασίλης αλλά δεν μιλούσε. Ξάπλωσαν να κοιμηθούν στις μία, αλλά η Χριστίνα δεν σταμάτησε να γκρινιάζει.

«Θέλεις να με βγάλεις από τα ρούχα μου; Από τις δέκα με πιλατεύεις μ’ αυτό το θέμα, τελείωσε λέμε!» ύψωσε την φωνή του ο Βασίλης που είχε εκνευριστεί. Τον χαστούκισε η Χριστίνα κι έπειτα τον φίλησε ζητώντας συγνώμη. Μα ο Βασίλης είχε περάσει τα όριά του.

«Φεύγω, πάω να περπατήσω να ηρεμήσω» της φώναξε και άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Δεν τον σταμάτησαν ούτε τα παρακάλια της, ούτε τα κλάματά της. «Όταν ηρεμήσεις και αποφασίσεις να σταματήσεις να μου γανώνεις το κεφάλι, πάρε με τηλέφωνο για να γυρίσω» της πέταξε πριν βγει από το σπίτι και βροντήξει πίσω του την πόρτα.

Τρεις ώρες βολόδερνε στα άδεια και παγωμένα στενά του κέντρου. Κάπνιζε και προσπαθούσε να μην σκέφτεται. Μα όλο γύριζε το μυαλό του στην τάση της Χριστίνας να εφευρίσκει καυγάδες και φωνές εκεί που δεν υπήρχαν. Κοίταζε συνέχεια το τηλέφωνό του περιμένοντας να τον καλέσει, μα η Χριστίνα, στο σπίτι, είχε πεισμώσει και προσπαθούσε μόνη της, καθισμένη στο κρεβάτι, να αποκρυπτογραφήσει την συμπεριφορά του Βασίλη.

Την εκνεύριζε απίστευτα που αρνούνταν πεισματικά να μιλήσει για το παρελθόν του και την ενοχλούσε που της θύμιζε κάποιον. Ακαθόριστη εκείνη η φιγούρα με τα γένια και τα γυαλιά· θρυμματισμένη ανάμνηση που όσο κι αν προσπαθούσε να την δέσει, τόσο εκείνη θόλωνε. Ήταν σίγουρη πως εκείνη την φυσιογνωμία την είχε ξαναδεί στην ζωή της, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε το πότε, ούτε το πού.

Δεν είχε καταφέρει να βρει το πρόσωπο που της θύμιζε ο Βασίλης όταν γύρισε, σκεβρωμένος, στο σπίτι. Την κοίταξε θλιμμένα από το σαλόνι και πήγε προς το μέρος της. «Κούκλα μου… Έχω το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου δίπλα μου. Γιατί να γυρίσω να κοιτάξω κάποια άλλη;» την ρώτησε ήρεμα και γλυκά κι εκείνη του έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του.

Τους βρήκε το χάραμα να συζητάνε. Την πόνεσε πολύ που ο Βασίλης την χαρακτήρισε ανασφαλή, μα της άρεσε που της υποσχέθηκε πως θα την βοηθούσε να το φτιάξουν μαζί. Κομμάτια έφυγαν και οι δύο για τις δουλειές τους. Ήταν το πρώτο βράδυ που ο Βασίλης δεν κατάφερε να συγχωρήσει αμέσως το χαστούκι της Χριστίνας. Η πρώτη νύχτα που θα την ακολουθούσαν πολλές.

Ήταν κι εκείνο το μήνυμα λίγο καιρό αργότερα που τους διέλυσε για ένα διάστημα. Ο Βασίλης έγραφε στον υπολογιστή του και η Χριστίνα του έκανε παρέα. Λάτρευε να κάθεται και να κοιτάζει τα κείμενά του να παίρνουν μορφή. Μπορούσε να περνάει αμέτρητες ώρες έτσι, δίπλα του, κοιτάζοντας τις λέξεις να σχηματίζονται και να διαγράφονται, ακούγοντας τον Βασίλη να βλαστημάει όταν δεν του έρχονταν κάποια λέξη στο μυαλό. Αυτό όμως που της άρεσε περισσότερο ήταν εκείνο το απορημένο βλέμμα και οι ερωτήσεις που της έκανε και, φυσικά, το βαθύ φιλί που της έδινε κάθε φορά που του απαντούσε, πριν γυρίσει στις μπερδεμένες σκέψεις και τα παράξενα κείμενά του.

Ένα τέτοιο βράδυ, προπαραμονή Χριστουγέννων, χτύπησε το κινητό του Βασίλη. Από συνήθεια το κοίταξε η Χριστίνα για να του διαβάσει το μήνυμα και να ακούσει την ανεκδιήγητη απάντηση του Βασίλη που έπρεπε να σουλουπώσει πριν στείλει. Το «γράψ’ του να πα’ να κάνει καμιά δουλειά και να μην μας ζαλίζει την γκλάβα» μετασχηματιζόταν σε «Τάσο, έχει αφοσιωθεί στο γράψιμο τώρα, θα του πω να σε πάρει τηλέφωνο αργότερα».

«Ποια γύρισε, Βασίλη;» ούρλιαξε η Χριστίνα αφού διάβασε το μήνυμα και ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος από την τρομάρα του. «Αμάν ρε μωρό! Καρδιά θα πάθω!» της είπε ο Βασίλης μέσα στην σαστιμάρα του. «Ποια γύρισε;» την ρώτησε κι εκείνη του πέταξε το κινητό. Τελευταία στιγμή το έπιασε ο Βασίλης πριν σκάσει στον τοίχο και διάβασε γρήγορα το μήνυμα. «Γύρισα». Άγνωστος αποστολέας. Κάτι του έλεγε ο αριθμός. Κάτι του θύμιζαν τα μαζεμένα οχτάρια.

«Οχτάρια… Οχτάρια… Οχτάρια…» μουρμούριζε ο Βασίλης κι έψαχνε να βρει ποιος ήταν ο αποστολέας εκείνου του λιτού μηνύματος. Είδε την Χριστίνα να βγαίνει ντυμένη από το υπνοδωμάτιο. «Θα βγεις;» απόρησε ο Βασίλης.

«Θα μου πεις ποια γύρισε;» του φώναξε η Χριστίνα.

«Που να ξέρω, ψυχή μου, ποιος το έστειλε! Δεν τον ξέρω τον αριθμό» της απάντησε ήρεμα ο Βασίλης. Αντί απαντήσεως, η Χριστίνα άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το σπίτι.

Ξεκίνησε το ανάθεμα ο Βασίλης και έβαλε βιαστικά τα παπούτσια του. Κατέβηκε στο δρόμο με την πιζάμα, αλλά η Χριστίνα είχε γίνει άφαντη. «Την τύχη μου…» μουρμούρισε καθώς ανέβαινε πάλι στο σπίτι. Βούτηξε το κινητό στα χέρια του και κάλεσε τον αποστολέα του μηνύματος. Κι όταν άκουσε την φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού, βεβαιώθηκε. Τον αριθμό της Έλενας του θύμιζαν τα οχτάρια.

«Από πού γύρισες; Από τον τάφο;» ρώτησε κοφτά ο Βασίλης.

«Σπουδάζω στο Σαράγεβο, δεν το έμαθες;» του απάντησε η Έλενα πρόσχαρα.

«Ωραία. Τι θες από μένα;» συνέχισε ο Βασίλης.

«Απλά σ’ ενημερώνω πως γύρισα για γιορτές. Αν ήθελες να πηγαίναμε για κανένα καφέ ή κανένα ποτό…» του απάντησε δισταχτικά εκείνη.

«Έλενα, είναι η τελευταία φορά στην ζωή μου που το λέω. Εξαφανίσου. Μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο, μην με ξαναενοχλήσεις» φώναξε ο Βασίλης κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο. «Ηλίθια γυναίκα!» ψιθύρισε με μίσος καθώς άφηνε το κινητό του στο γραφείο. Άρχισε να βαδίζει πάνω – κάτω μέσα στο σαλόνι και να μουρμουράει.

«Τι της λέω τώρα της Χριστίνας; Ό,τι και να μου πει, δίκιο θα χει. Πώς να της εξηγήσω τι;» παραμιλούσε ο Βασίλης με τον εαυτό του.

Τρεις μέρες αργότερα, η Χριστίνα δεν είχε δώσει σημεία ζωής και ο Βασίλης κοιμόταν πια στον καναπέ. Δεν είχε νόημα για κείνον να γυρίσει στο κρεβάτι του. Την έψαξε παντού, ξανά και ξανά, μα η Χριστίνα δεν ήθελε να εμφανιστεί.

Πέρασαν οι μέρες και η γιορτή της Χριστίνας κι εκείνη παρέμενε εξαφανισμένη. Δεν σήκωνε το τηλέφωνό της, δεν είχε γυρίσει στο σπίτι της, δεν είχε δει κανένα γνωστό. Βούλιαζε μέσα στην θλίψη ο Βασίλης που είχε καταντήσει το σαλόνι του κάτι μεταξύ καθιστικού, κουζίνας και υπνοδωματίου· κοιμόταν στον καναπέ και είχε την καφετιέρα στο γραφείο. Αναθεμάτιζε την ανασφάλειά της κι όταν δεν δούλευε, έγραφε.

Έγραφε για να καλμάρει το μυαλό του, για να εξωτερικεύσει αυτά τα συναισθήματα που δεν μπορούσε να αγκαλιάσει η Χριστίνα, για να μην ξεχάσει ποτέ ποιος ήταν και που ακριβώς ήθελε να πάει. Ελάχιστος ύπνος. Αμέτρητοι καφέδες. Φαγητό; Όποτε κι αν θυμόταν να ρίξει κάτι στο στομάχι του.

Ο χρόνος ήταν στα τελευταία του κι εκείνο το ζευγάρι δεν ήθελε να δει που ήταν το λάθος μεταξύ τους. Οι σκέψεις του Βασίλη, κάποιο πρωί που δεν είχε ύπνο, έλεγαν πως το μόνο που υπήρχε ήταν πάθος. Όταν έφευγε το πάθος θα γκρεμίζονταν οτιδήποτε είχε χτιστεί πάνω του. Αυτό ακριβώς συνέβαινε. Μόνο που, εκείνοι οι καυγάδες, οι εντάσεις, οι φωνές, ήταν τα μόνα που αναβίωναν το πάθος τους. Μια παράξενη σχέση εξουσίας, απονενοημένη προσπάθεια της Χριστίνας να τιθασεύσει μια απίστευτα ισχυρή προσωπικότητα γιατί κάποτε πάτησαν την δική της, απονενοημένη προσπάθεια του Βασίλη να προβάλλει την Μελίνα στην Χριστίνα για να δικαιολογήσει όλα της τα στραβά και να μην παραδεχτεί στον εαυτό του τα σφάλματά του. Δύο ρασιοναλιστές που το μόνο που δεν χρησιμοποιούσαν σ’ εκείνη την σχέση ήταν η λογική.

Παραμονή πρωτοχρονιάς, ο Βασίλης είχε κλειστεί στο σπίτι κι έγραφε. Είχε απενεργοποιήσει το κινητό του, είχε εφοδιαστεί με τσιγάρα, καφέ και φίλτρα για την καφετιέρα και αποτύπωνε τις σκέψεις του στην οθόνη του υπολογιστή. Μουντή και παγωμένη μέρα, κοίταζε τον κόσμο απ’ το παράθυρο και βούλιαζε η καρδιά του. Δεν είχε την Χριστίνα του και πίστευε πως δεν του είχε μείνει πια τίποτα. Αυτή ήταν η δική του αλήθεια, νόμιζε πως όσα έδωσε δεν του ανήκαν πια. Αγνόησε ακόμη και το κουδούνι που χτυπούσε, είχε δηλώσει πως δεν ήθελε επισκέψεις και το γνώριζαν όλοι.

«Βασίλη… Το ξέρω πως είσαι μέσα…» ακούστηκε η φωνή της Χριστίνας από τον διάδρομο της πολυκατοικίας κι εκείνος κοίταξε την πόρτα. «Το φαντάζομαι» μουρμούρισε σκεφτικά πριν χτυπήσει μερικά πλήκτρα για να σχηματίσει την λέξη «αναστροφή» στην οθόνη του. «Βασίλη;» συνέχισε η Χριστίνα που έστεκε στον διάδρομο, θλιμμένη , περιμένοντας καρτερικά έξω απ’ την πόρτα. Άκουσε βήματα, προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά δεν τα κατάφερε. Της άνοιξε την πόρτα κι ήταν όπως τον περίμενε. Αξύριστος, ατημέλητος, με το τσιγάρο στο στόμα και τα γυαλιά του κόντευαν να φύγουν από την μύτη.

«Τι χάλι είν’ τουτο ρε μωρό μου;» μουρμούρισε η Χριστίνα καθώς κοίταζε το, σχεδόν, βομβαρδισμένο σαλόνι.

«Είσαι τόσες μέρες χαμένη και τώρα, ξαφνικά, ξανάγινα το μωρό σου; Μας δουλεύεις ρε Χριστίνα;» της απάντησε αδιάφορα ο Βασίλης που επέστρεφε στο γραφείο του.

«Έκανα λάθος…»

«Νωρίς το θυμήθηκες…»

«Ρε Βασίλη μου…»

«Χριστίνα, λέγε ό,τι ήρθες να πεις και φύγε» της πέταξε ο Βασίλης. Σταύρωσε τα χέρια της, παραμέρισε την κουβέρτα που υπήρχε στον καναπέ και κάθισε. Προσπάθησε να οργανώσει τις σκέψεις της για να του μιλήσει, μα η αδιαφορία του δεν την βοηθούσε.

«Μου λείπεις… Υπερβολικά πολύ…» ψέλλισε η Χριστίνα.

Ο Βασίλης την κοίταξε πάνω απ’ τα γυαλιά του και για πρώτη φορά, μετά από πολλές μέρες, χαμογέλασε. «Δεν λέμε υπερβολικά πολύ, είναι πλεονασμός» της μάλωσε γλυκά κι η Χριστίνα έβαλε τα γέλια με το ύφος του. Πήγε και κάθισε στα πόδια του και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο.

«Με συγχωρείς;»

«Σε συγχωρώ. Μην ξαναφύγεις ποτέ έτσι»

Κανείς δεν κατάλαβε πότε καθαρίστηκε το σπίτι, πότε γέμισε το ψυγείο και πότε άρχισαν τις ετοιμασίες για ρεβεγιόν τελευταίας στιγμής, που άρχισε πολύ νωρίς. Στις δέκα και μισή όλοι οι προσκεκλημένοι τους είχαν καταφθάσει στο σπίτι. Η παρέα του και η παρέα της. Οι «φίλοι τους» όπως έλεγε η Χριστίνα.

Ο Τάσος είχε φέρει ένα τζουραδάκι και γρατζουνούσε, η Νίκη τραγουδούσε, ο Βαγγέλης παρέα με μία απ’ τις πολλές που γύρναγε, συζητούσαν χαμηλόφωνα, και η Εύα, η κοπέλα του Θανάση, είχε πιάσει γυναικοσυζύτηση με τις φίλες τις Χριστίνας. Ο Βασίλης ήταν στο τσακίρ κέφι και τραγουδούσε παρέα με την Νίκη και η Χριστίνα που φαινομενικά συμμετείχε στην συζήτηση, κοίταζε τον Βασίλη θλιμμένα.

«Τρία… Δύο… Ένα… Χρόνια Πολλά!» φώναξαν όλοι μαζί μόλις άλλαξε ο χρόνος και στριμώχτηκαν στο μικρό μπαλκονάκι για να δουν τα πυροτεχνήματα που έσκιζαν την νύχτα με τον θόρυβο και τα χρώματά τους. Το κινητό της Χριστίνας χτύπησε κι ο Βασίλης γύρισε και την κοίταξε. Αμυδρό το χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στα χείλη της. «Ίσως νοσταλγικό» σκέφτηκε ο Βασίλης. Την είδε να πηγαίνει προς την κουζίνα κι αυτό τον προβλημάτισε. Ασυναίσθητα έφυγε απ’ το μπαλκόνι και την ακολούθησε.

«Άιντε και του χρόνου!» φώναξε ο Τάσος μόλις επέστρεψε στον καναπέ κι έπιασε τον τζουρά στα χέρια του. Χτύπησε τις χορδές κι άρχισε να παίζει ένα αργό και μελαγχολικό ταξίμι που θα ακουγόταν πολύ καλύτερο αν στα χέρια του βρισκόταν μια ηλεκτρική κιθάρα. «Δικό σου;» τον ρώτησε μια φίλη της Χριστίνας. Έγνεψε χωρίς να την κοιτάξει ο Τάσος κι εκείνη κάθισε δίπλα του. Η Αλεξάνδρα. Ψηλή, ξανθιά, ντροπαλή, με πράσινα μάτια.

«ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΡΕ;» αντήχησε ο βρυχηθμός του Βασίλη μέσα στο σπίτι. Γύρισαν όλοι στο σαλόνι για να τον δουν να σφίγγει την γραβάτα του και να παίρνει τα κλειδιά του. «Ένας, δύο, μαζί μου» διέταξε τους φίλους του ο Βασίλης.

«Όπα ρε φευγάτε…» είπε ο Βαγγέλης που πήγαινε προς το μέρος του για να τον ηρεμήσει.

«Ρε μωρό μου…» γκρίνιαξε η Χριστίνα, μα ο Βασίλης δεν έδωσε σε κανέναν σημασία. Άνοιξε την πόρτα, η Χριστίνα τον έπιασε απ’ το χέρι κι εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. «Άσε με. Στο ζητάω ευγενικά» της είπε κοφτά.

«Μπορείς να ηρεμήσεις και να μ’ αφήσεις να σου εξηγήσω;»

«Να μου εξηγήσεις; Τι ακριβώς; Είδες ένα μήνυμα, εξαφανίστηκες και δέκα μέρες μετά, κλείνεσαι στην κουζίνα και σαλιαρίζεις με τον πρώην σου;»

Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, η Χριστίνα αντέδρασε ενστικτωδώς και τον χαστούκισε. «Άντε και γαμήσου ρε Χριστινάκι» μουρμούρισε ο Βασίλης ειρωνικά, πριν τραβήξει το χέρι του και βγει από το σπίτι.

Ο μονόλογος ξεκίνησε όταν άρχισε να τρέχει στις σκάλες της πολυκατοικίας και κατέληξε σε ανάθεμα την ώρα που καβαλούσε την μηχανή. «Αναστροφή ρε!» φώναξε καθώς έβαζε ταχύτητα και ξεκινούσε απότομα.

Δάκρυζε στον δρόμο· είχε τσακιστεί γι ακόμη μια φορά απ’ την συμπεριφορά μιας γυναίκας που αγαπούσε, μα στον εαυτό του δεν το παραδεχόταν. Σήκωνε, όπως πάντοτε, την ασπίδα του. «Εγώ φταίω» έλεγε και ξαναέλεγε. Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο πάρκο, στην παλιά του γειτονιά, εκεί που κάποτε μαζευόταν με τους φίλους του. Ούτε κατάλαβε γιατί κάθισε στο παγκάκι που άραζε πάντοτε.

Μόνο η Νίκη είχε απομείνει στο σπίτι του Βασίλη για να κάνει παρέα στην Χριστίνα που δεν καταλάβαινε το λάθος της. «Ένα φιλικό τηλεφώνημα ήταν ρε Νίκη» δήλωσε αγανακτισμένα και η Νίκη συμφώνησε μαζί της. Ένα φιλικό τηλεφώνημα, με φιλικά λόγια προς ένα φίλο απ’ το παρελθόν που τα φιλικά συναισθήματα μεταξύ τους έφταναν μέχρι και το παρόν. «Έτσι είναι ο Βασίλης. Νευριάζει, φεύγει και επιστρέφει» της απάντησε η Νίκη που είχε το μυαλό της στον Τάσο. Στον Τάσο και σ’ εκείνη την ψηλή φίλη της Χριστίνας που τον πήρε απ’ το χέρι για να φύγουν μαζί.

«Σκατά…» μουρμούρισε ο Βασίλης που είχε κολλήσει το κινητό του στο αυτί και πάλευε ν’ ανάψει τσιγάρο μ’ έναν τελειωμένο αναπτήρα.

«Με τις μεγάλες ώρες είσαι…»

«Θέλω να σε δω»

«Μ’ αγαπάς, Βασίλη;»

«Μόνο σήμερα»

«Και αύριο; Αύριο θα είσαι με την Χριστίνα;» ρώτησε η Μελίνα που στριφογυρνούσε στο κρεβάτι της, ανήμπορη να καθαρίσει το μυαλό της και να κοιμηθεί. Μαλωμένη κι εκείνη, με τον εαυτό της, έψαχνε μια διέξοδο απ’ την κατάσταση που την είχε εγκλωβίσει.

«Όχι» ακούστηκε η φωνή του Βασίλη στο τηλέφωνο, μα η Μελίνα που τον ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα, άκουσε κι εκείνον τον πνιχτό λυγμό που με τόση επιμέλεια κάλυψε.

«Είμαι σπίτι. Έλα να μιλήσουμε» του είπε εκείνη πριν κλείσει βιαστικά το τηλέφωνο και σηκωθεί από το κρεβάτι. Αυτό ακριβώς έκανε ο Βασίλης. Πήγε στο σπίτι της και περίμενε έξω απ’ την πόρτα, χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, δίνοντάς της χρόνο να ετοιμαστεί.

Πολλά ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ. Κάλυψαν όλο τον καιρό που έχασαν. Μοιράστηκαν αναμνήσεις, γέλασαν, έκλαψαν, αναπόλησαν. Κόντευε να χαράξει όταν ο Βασίλης σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι άναψε τσιγάρο. Πήγε και στάθηκε δίπλα απ’ το παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο νωχελικά, όπως έκανε πάντοτε όταν τον πονούσε κάτι. «Θέλω δεύτερη ευκαιρία…» μουρμούρισε.

«Όχι».

«Εντάξει».

«Μου χρωστάς μια συγνώμη…»

«Δεν χρωστάω σε κανέναν» την διέκοψε ο Βασίλης καθώς φορούσε το σακάκι του. Δεν άκουσε τίποτα πέρα από κείνο το σημείο. Κατέβηκε βιαστικά την σκάλα και πήγε προς την πόρτα. «Χρωστάς;» ακούστηκε η φωνή του Λάμπρου απ’ την κουζίνα, μα ο Βασίλης την αγνόησε κι αυτή. Έφυγε σαν κυνηγημένος, χωρίς να απαντήσει, χωρίς να ευχηθεί, χωρίς να παλέψει για όσα ήθελε μα τα αρνιόταν απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.

«Χρωστάει, Μελίνα;» άκουσε τον πατέρα της που κάπνιζε την κουζίνα και πήγε προς το μέρος του. «Μία συγνώμη» απάντησε κοφτά για να τον δει να γελάει.

«Είναι αστείο;» του φώναξε εκείνη κι ευθύς αμέσως ο Λάμπρος σοβάρεψε. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι κι άναψε ακόμη ένα. «Εσύ, που σκότωσες το παιδί του, δεν του χρωστάς τίποτα;» ρώτησε με ένα πρωτόγνωρο για εκείνη τόνο. Κοφτό, επιτακτικό, σχεδόν αγριεμένο. «Σκότωσες το παιδί του» επανέλαβε ο Λάμπρος.

«Δεν σκότωσα…»

«Αλήθεια, κορίτσι μου; Δεν σκότωσες μια ψυχή;»

«Μπαμπά…»

«Δεν έχεις τα κότσια να αντιμετωπίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, και προσπαθείς να κάνεις, τι ακριβώς; Να τον εκδικηθείς;»

«Ούτε κατά διάνοια!» φώναξε η Μελίνα.

«Μόνο εκδίκηση βλέπω. Για τον τρόπο που σε παράτησε. Με αυτή την λογική, την δική σου λογική, ο Βασίλης τι έπρεπε να κάνει; Να σε σκοτώσει γιατί του σκότωσες το παιδί; Αυτή είναι η πικρή και σκληρή αλήθεια, Μελίνα, φόνισσα έγινες γιατί φοβήθηκες!» της γύρισε στον ίδιο τόνο ο πατέρας της.

«Όχι… Δεν έγινα…» τραύλισε πριν ξεσπάσει σε κλάματα η Μελίνα.

«Στο είπα και τότε. Το κρίμα στο λαιμό σου. Κουβάλα το κρίμα, την αμαρτία, το κακό· πες το όπως εσύ θέλεις· μόνη σου. Εγώ κουράστηκα πια να σε νταντεύω. Δεν είσαι μπέμπα. Εκατό φορές το συζητήσαμε, εκατό φορές σήκωσες τον ίδιο ακριβώς τοίχο. Παραδέξου, τουλάχιστον στον εαυτό σου, πως έριξες το παιδί γιατί φοβήθηκες πως ο Βασίλης θα δείλιαζε και θα σε χώριζε. Πως δεν τον ήξερες γιατί δεν τον έμαθες. Πως δεν τον αγάπησες πραγματικά. Πως πάτησες τον λόγο σου, τσάκισες μια υπόσχεση που του έδωσες. Πήρες μια σχέση στα χέρια σου, την κράτησες για μια στιγμή και ο παράλογος φόβος που ένιωθες την συνέτριψε. Έλα λίγο στην πραγματικότητα, Μελίνα! Δεν ζεις μόνη σου!»

«Παράτα με!» ούρλιαξε η Μελίνα ενώ σηκωνόταν απ’ την καρέκλα για να φύγει από το σπίτι.

«Τι θα κάνεις, μικρή μου πριγκίπισσα; Θα πας να πέσεις κι εσύ από καμία γέφυρα για να εκδικηθείς το παρελθόν και τις αναμνήσεις σου; Θα ακολουθήσεις τα χνάρια της μαμάς σου; Εκείνης που δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει; Εκείνης που έμαθε μόνο να φεύγει;» συνέχισε ατάραχα ο Λάμπρος.

«Ό,τι θέλω θα κάνω!»

«Όπως και τότε! Τότε που σκότωσες το παιδί του Βασίλη!» φώναξε ο Λάμπρος.

«Το παιδί μας!» ούρλιαξε η Μελίνα.

«Αυτή ακριβώς την στιγμή κατάλαβες τι έχει γίνει. Απαιτείς μεταμέλεια από έναν άνθρωπο, για κάτι που έκανε, ενώ δεν είχε εναλλακτικές. Θυμήσου τα λόγια που σου είπε πριν εξαφανιστεί»

Σώπασε η Μελίνα και κοίταξε τον πατέρα της. Θυμόταν τα λόγια του Βασίλη κατά λέξη. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί τι ήθελε να της πει ακριβώς, έτσι ήταν πάντοτε, δεν μιλούσε ευθέως, δεν έδινε μασημένη τροφή στον συνομιλητή του, δοκίμαζε καθημερινά την σχέση για να την δυναμώσει.

«Τώρα…» ψιθύρισε νωχελικά.

«Τώρα, κοιμήσου όπως έστρωσες. Τρία χρόνια φωνάζω γι αυτό το πράγμα και δεν μ’ ακούς. Να σου πω και το αστείο; Θα γυρίσει στο σπίτι του, θα ζητήσει μια συγνώμη για κάτι που δεν έκανε και θα προσπαθήσει, με νύχια και με δόντια, να κάνει την σχέση του να δουλέψει…»

Αυτό έκανε ο Βασίλης. Γύρισε κάποια στιγμή στο σπίτι του, ζήτησε συγγνώμη απ’ την Χριστίνα και πήγε την σχέση μπροστά. Τον έπνιγε συχνά μα έμαθε να το υπομένει. Τον κούραζε η ζήλια της. Του την έδιναν πολλά πράγματα πάνω της. Αλλά, έλεγε, πως είχε την Χριστίνα του και πως ήταν καλά. Μόνο οι φίλοι του είχαν καταλάβει πως τον είχε πάρει από κάτω. Είχε και την Έλενα που εμφανιζόταν πού και πού, αλλά δεν έδινε σημασία. «Είναι ηλίθια η γκόμενα, θα πάω και θα την χτυπήσω» του είχε πει κάποιο σούρουπο η Χριστίνα κι εκείνος είχε βάλει τα γέλια. «Σπάσ’ της και το κεφάλι, δεκάρα δεν δίνω».

Χώριζαν και τα ξαναέβρισκαν συχνά. Πολλές φορές ο χωρισμός κρατούσε μόνο μερικά λεπτά· ήταν η καραμέλα που πιπίλιζε η Χριστίνα. Οι φωνές και οι καυγάδες συνεχίστηκαν και σ’ εκείνο το αδιέξοδο μπήκε και ο Βασίλης. Εκείνος που κάποτε ήταν φευγάτος, είχε προσγειωθεί, πολύ άτσαλα στην σκληρή πραγματικότητα. Ήθελε να φύγει μα δεν τον άφηνε, όχι πια ο εαυτός του, μα το περιβάλλον του. Εκθείαζαν οι φίλοι του την ομορφιά, την εξυπνάδα και τα προτερήματα της Χριστίνας. Του έλεγαν πως τον ζήλευαν, πως είχε βρει την καλύτερη γυναίκα. Μα κανείς δεν ήξερε πως πίσω απ’ την κλειστή πόρτα του σπιτιού επικρατούσε ο κακός χαμός. Δεν είχε πια το κουράγιο να ανοιχτεί και να μιλήσει σε κανέναν. Πίστευε πως η συζήτηση δεν θα μπορούσε να λύσει κανένα πρόβλημα.

Έφευγαν ήρεμα οι μέρες. Μέρος της ηρεμίας είχαν γίνει και οι καθημερινοί καυγάδες, μια συνήθεια που δεν μπορούσε πια να αποφευχθεί. Η κυκλοθυμική Χριστίνα απέναντι στον Βασίλη που νευρίαζε σπάνια και ηρεμούσε φεύγοντας από την ζωή του. Εκείνη του ζητούσε συγνώμη και τον έπαιρνε τηλέφωνα κι εκείνος ταξίδευε με την μηχανή για την θάλασσα, για να ηρεμήσει το μυαλό του. Αυτή ήταν η ζωή τους. Μαλωμένοι τις τρίτες, μονιασμένοι τις τετάρτες, σκοτωμένοι τις πέμπτες. Μαζί τα σαββατοκύριακα, απόμακροι τις δευτέρες.

Τα γενέθλια του Βασίλη τα πέρασαν με τον Θανάση και την Εύα. Όλοι μαζί, στο σπίτι, με χειροποίητη τούρτα και πολύ φαγητό. Κοίταζε ο Θανάσης τον Βασίλη και καταλάβαινε πως γελούσε με το ζόρι. Κάτι τον έτρωγε αλλά δεν μιλούσε. Προς το τέλος της βραδιάς προσπάθησε να του ανοίξει κουβέντα, όταν πια η Εύα βοηθούσε την Χριστίνα με το καθάρισμα, μα ο Βασίλης παρέμεινε σιωπηλός.

«Οι αλήθειες, Σάκη, έρχονται μόνο όταν μπορείς να τις καταλάβεις και να τις αποδεχτείς. Ποτέ πιο πριν» ήταν η μόνη φράση που κατάφερε να εκμαιεύσει εκείνο το βράδυ. Μια φράση που δεν θα αργούσε να κατανοήσει μιας και πλησίαζε ο καιρός να έρθουν οι δικές του αλήθειες.

Η Μελίνα πέρασε τα γενέθλιά της μόνη. Ο Πάνος δεν μπορούσε να πάρει ρεπό απ’ την δουλειά κι αυτό ήταν το καλύτερο και για τους δύο. Η σχέση είχε προ πολλού πεθάνει, την κρατούσε μόνο η συνήθεια. Μιλούσαν τακτικά, βλεπόντουσαν μία ή δύο φορές την εβδομάδα, μα δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους σε κανένα τομέα. Της φώναζε ο πατέρας της να κόψει λίγο εγωισμό, μα δεν καταλάβαινε τα λόγια του. Τον αγνοούσε. Σιχαινόταν όταν υπήρχε κάποιος στην ζωή της που της κοπανούσε τα λάθη της γιατί ήξερε ακριβώς ποια ήταν. Μόνο που δεν ήθελε να τα παραδεχτεί.

Σαν κινούμενη άμμος άρχισε να κινείται η πραγματικότητα κάτω από τα πόδια τους για να τους καταπιεί. Έναυσμα ήταν ο φαντασμαγορικός χωρισμός του Τάσου, ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής. Μέσα σε σαράντα οχτώ ώρες είχαν όλοι καταρρεύσει. Όλοι εκτός του Βασίλη που αρνιόταν πεισματικά να είναι το τελευταίο ντόμινο που θα πέσει κάτω. Έπρεπε να σταθεί όρθιος και να σηκώσει και τους υπόλοιπους. «Ο φευγάτος δεν άφησε ξεκρέμαστο κανένα» είχε γράψει εκείνη την ανάσταση στο ημερολόγιό του.

Η σκέψη του ήταν μυστήρια. «Όταν αρχίζει κάτι να καταρρέει, δεν σταματάει μέχρι να γκρεμιστεί τελείως» μουρμούρισε κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή, λίγο μετά την Ανάσταση. Ήταν ακόμη ένα βράδυ από ‘κεινα που ήταν σκοτωμένος με την Χριστίνα και που πέρασε μόνος του.

Πέρασε και το καλοκαίρι στο ίδιο μοτίβο. Κάποιο βράδυ, τέλη Αυγούστου, η Εύα πήγε να τον βρει μόνη της. Ακόμη ένα βράδυ από εκείνα που ήταν σκοτωμένος με την Χριστίνα και θα κοιμόντουσαν χώρια. Του άνοιξε την καρδιά της γιατί ήθελε να μιλήσει σε κάποιον. Δεν έδινε σημασία στα λόγια της ο Βασίλης. «Με τρομάζουν τα συμπεράσματά μου» της είπε όταν εκείνη η εξιστόρηση είχε τελειώσει.

«Τα οποία είναι;»

«Ο κόσμος είναι μικρός, κακός και ηλίθιος. Ο κόσμος είναι σκληρός. Ο κόσμος είναι ρόδινος και ταυτόχρονα ακάνθινος»

«Όχι, Βασίλη, ο κόσμος είναι….»

«Απαίσιος» την διέκοψε εκείνος πριν γυρίσει το βλέμμα του προς τον καναπέ. Ξενύχτησε εκείνο το βράδυ στο μπαλκόνι, μόνος, αφού έφυγε η Εύα και κατά το χάραμα συλλογίστηκε πως δεν μπορούσε να φτάσει την ανατολή, όσο κι αν την κυνηγούσε. Και γι αυτό, του ‘φταιγε που δεν είχε την Μελίνα.

Είδε κι απόειδε ο Βασίλης εκείνο το φθινόπωρο με την συμπεριφορά της Χριστίνας. «Τι σου λείπει;» της ούρλιαξε ένα απόγευμα κι εκείνη ψιθύρισε «η σιγουριά».

«Την ζήλια σου μέσα, ρε μωρό!» της απάντησε προτού την αγκαλιάσει. «Θες να το σιγουρέψουμε;»

«Πως;»

«Με παντρεύεσαι;»

«Βασίλη… Είσαι είκοσι ένα, είμαι είκοσι τρία… Τι…»

«Ναι ή όχι;»

«Και θα περάσουμε όλη την ζωή μας μαζί;»

«Σε χαλάει;»

«Θέλω, ναι».

«Κανόνισε να μιλήσουμε με τους δικούς σου, τότε» έκλεισε εκείνη την παράξενη συζήτηση ο Βασίλης.

Το κανόνισαν για το Σάββατο. Είχε γνωρίσει τους γονείς της Χριστίνας. Εκείνοι τον είχαν συμπαθήσει, εκείνος, πάλι, όχι. Του την έδινε η μικροαστίλα που ανέδιδαν και, περισσότερο, του την έδινε που το είχαν περάσει και στην Χριστίνα. Έπιασαν την συζήτηση για τις οικογένειες. Κάτι δεν του καθόταν του Βασίλη πάνω στον πεθερό του. Όταν, δε, του είπε πως την μάνα του την έλεγαν Γιάννα και την αδερφή του Βικτωρία, πνίγηκε με το σάλιο του. Προσπάθησε να το βγάλει απ’ το μυαλό του, μα δεν το κατάφερε.

«Τι βασανίζει τον λογισμό σου;» τον ρώτησε η Χριστίνα όταν επέστεψαν σπίτι.

«Αυτοβασανίζεται» μουρμούρισε ο Βασίλης πριν την αγκαλιάσει.

Ξάπλωσαν μαζί μα στον Βασίλη δεν κολλούσε ύπνος. Έφερνε στροφές στο σεντόνι. Τον έτρωγε το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει πολλά, ένιωθε πως του έλειπαν τα βασικότερα κομμάτια απ’ το παζλ και γι αυτό δεν κατάφερνε να δει την εικόνα που έπρεπε να έχει μπροστά του πριν πάρει οριστικές αποφάσεις. Σηκώθηκε στις εφτά, ντύθηκε αθόρυβα, άφησε ένα μήνυμα για την Χριστίνα πάνω στο ψυγείο κι έφυγε βιαστικά από το σπίτι. Πήγε στο πατρικό του.

Για καλή του τύχη, εκείνο το πρωί, ο πατέρας του δεν δούλευε. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε. «Χρόνια έχεις να ‘ρθεις» σχολίασε ο Φάνης με παράπονο.

«Κοιμάτ’ η μάνα;» ρώτησε ψιθυριστά ο Βασίλης.

«Ναι. Την θες;»

«Όχι» του απάντησε κοφτά πριν αρχίσει να ψάχνει τα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες. «Τι ψάχνεις;» τον ρώτησε ο Φάνης πηγαίνοντας δίπλα του.

«Μία παλιά που ‘ναι μόνο η μάνα κι η Βίκυ» σχολίασε εκείνος.

«Στο άλλο είναι… Κάτσε» του ‘πε ο Φάνης. Έπιασε ένα άλμπουμ στα χέρια του, το φυλλομέτρησε και έβγαλε την φωτογραφία για να του την δώσει. «Το έμαθες και αυτό, ε;» τον ρώτησε θλιμμένα. Του έκανε νόημα ο Βασίλης να πάνε στην κουζίνα. Έκλεισε την πόρτα πίσω του κι έψησε καφέ. Κάθισε στην γωνιά του πάγκου, όπως έκανε όταν ήταν μικρός κι ήταν στεναχωρημένος. «Φάνη…» άρχισε ο Βασίλης αναστενάζοντας, «… παντρεύομαι. Ούτ’ ευχές ήρθα να πάρω, ούτε τίποτα. Φταις κι εσύ και το ξέρεις. Έχω την εντύπωση… Τέλος πάντων… Μου κόλλησε στο μυαλό ότι ο πεθερός μου ξέρει την μάνα πάρα πολύ καλά. Εμένα, σαν Βασίλη, δεν με παίρνει να κάνω λάθη. Θα πάω να τον πιάσω να ‘ξηγηθώ κι αν είναι έτσι όπως φοβάμαι, θα τα σπάσω και θα φύγω».

Αναστέναξε ο Φάνης. Σηκώθηκε απ’ την θέση του, γέμισε ένα ποτήρι τσίπουρο απ’ το ψυγείο και το κατέβασε μονορούφι. «Τι να σου πω; Μπορώ να πώ κάτι;»

«Ό,τι και να πεις… Τέλος πάντων, δεν ήρθα για καυγά»

«Έπρεπε να φύγω…»

«Φύγε τώρα».

«Άντε μωρέ Βασίλη. Είκοσι έξι χρόνια είμαι παντρεμένος. Πού να φύγω και πού να πάω; Κοίτα μην πληγώσεις το κορίτσι μόνο, αν είναι όπως τα λες».

«Είναι όπως τα λέω;» τον ρώτησε με αγριεμένο ύφος ο Βασίλης. Στραβοκατάπιε ο πατέρας του και ξαναγέμισε το ποτήρι. «Είναι» απάντησε σκεφτικά και φοβισμένα.

«Φεύγω. Πά’ να πιάσω τον πεθερό».

Παράτησε το γυμναστήριο ο Βασίλης εκείνο το διάστημα και στην δουλειά πατούσε μόνο γιατί έπρεπε. Του γκρίνιαζε συνέχεια η Χριστίνα για τα μούτρα του, αλλά δεν της έδινε σημασία. Ο τελευταίος τους καυγάς ήταν για τον Θεό. Για εκείνον τον θεό που ήθελε να σκοτώσει ο Βασίλης. Τριάντα Οκτωβρίου έγραφε το ημερολόγιό του όταν την πήρε τηλέφωνο για να μιλήσουν και να τα ξεκαθαρίσουν για τελευταία φορά. Εκείνη ήθελε να γυρίσει πίσω, εκείνος είχε πάρει τις αποφάσεις του. Συναντήθηκαν στην παλιά του γειτονιά, στο παγκάκι που άραζε κάποτε με την παρέα του. Εκεί ήθελε να το τελειώσει ο Βασίλης. Την έβλεπε να πλησιάζει κι όσο κι αν δεν του πήγαινε η καρδιά να της πει «τέλος», τόσο ήξερε πως έπρεπε να το κάνει.

«Τέλος» της είπε κοφτά όταν κάθισε δίπλα του και η Χριστίνα γύρισε και τον κοίταξε με απορία. «Τι τέλος, Βασίλη;» τον ρώτησε η Χριστίνα.

«Εμείς τέλος» της απάντησε με σταθερό τόνο φωνής. Άρχισε να ψιχαλίζει και η Χριστίνα έστρεψε το δακρυσμένο βλέμμα της προς τον ουρανό.

«Γιατί;» σχεδόν ούρλιαξε από τον πόνο της κι εκείνος την αγκάλιασε.

«Γιατί σ’ αγαπάω. Γι αυτό. Κάποιες αλήθειες δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε. Οι αλήθειες, μπέμπα μου, έρχονται μόνο όταν μπορείς να τις καταλάβεις και να τις αποδεχτείς. Αυτή την αλήθεια, λυπάμαι που στο λέω, δεν μπορείς να την διαχειριστείς» της ψιθύρισε πριν σηκώθηκε από το παγκάκι.

«Δηλαδή, τι μου λες; Δεν μπορώ να μάθω τον λόγο που χωρίζουμε;» του φώναξε μόλις τον είδε να απομακρύνεται.

«Τον έμαθες. Χωρίζουμε γιατί σ’ αγαπάω» της απάντησε ο Βασίλης χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει και η Χριστίνα έτρεξε προς το μέρος του.

«Ότι και να έγινε, ότι και να έκανες, ότι και να έκανα, θα το λύσουμε» του είπε ήρεμα η Χριστίνα, ενώ σκούπιζε τα δάκρυά της και προσπαθούσε να καλμάρει τον εαυτό της.

«Με απάτησες;» τον ρώτησε ψύχραιμα η Χριστίνα κι ο Βασίλης της έγνεψε αρνητικά.

«Πιστεύεις ότι σε απάτησα;» συνέχισε μα δεν πήρε απάντηση. «Τι έγινε; Αυτό θέλω να μάθω μόνο. Πες μου τι έγινε και μετά φύγε» του είπε με απόγνωση προτού αρχίσει πάλι να δακρύζει.

«Το ότι σ’ αγαπάω και δεν θέλω να πληγωθείς, δεν είναι αποδεκτή απάντηση;» την ρώτησε με σπασμένη φωνή. «Όχι» του απάντησε κι ο Βασίλης γύρισε την πλάτη του κι έφυγε.

«Τι έκανα;» ούρλιαξε η Χριστίνα. Ο Βασίλης σταμάτησε, γύρισε πίσω και την κοίταξε στα μάτια μ’ ένα βλέμμα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της.

«Δεν έκανες! Δεν έκανα!» της είπε, τονίζοντας κάθε συλλαβή. «Άλλοι έκαναν ένα λάθος που. αν το συνεχίσουμε, θα μας διαλύσει. Εμένα με σακάτεψε. Μισός άνθρωπος έμεινα, κοίτα με! Κοίτα με ρε! Απομεινάρι του εαυτού μου, απομεινάρι εκείνου που γνώρισες. Δεν έχει νόημα να μάθεις την αλήθεια, δεν μπορείς να καταλάβεις την αλήθεια. Η αλήθεια θα γκρεμίσει τον κόσμο σου, πώς το λένε; Ούτε η φαντασία σου δεν φτάνει τόσο μακριά. Μάζεψε τα πράγματά σου από το σπίτι και φύγε. Τέλος!» της είπε μονοκοπανιά και έπειτα την άφησε να κλαίει στην μέση του πάρκου.

Η Χριστίνα γύρισε στο σπίτι τους για να μαζέψει τα πράγματα κι ο Βασίλης περιφερόταν άσκοπα με την μηχανή μέσα στους παγωμένους δρόμους. Κάποια στιγμή, μετά τα μεσάνυχτα, τον πήρε τηλέφωνο ο Βαγγέλης, να βγούνε να πιουν ένα ποτό. Να μιλήσουν. Ο Βασίλης απ’ την μία δεν είχε διάθεση, αλλά απ’ την άλλη έψαχνε να βρει έναν τρόπο να μουδιάσει τον πόνο του.

Κάθισαν σε μια υπερβολικά ήσυχη μπυραρία, μόνοι τους, μακριά απ’ τις δύο παρέες που είχε το μαγαζί και την μοναδική σερβιτόρα. «Παντρεύτηκα» του είπε ο Βαγγέλης καθώς έβγαζε το παλτό του. «Χώρισα» μουρμούρισε ο Βασίλης ανάβοντας τσιγάρο κι ο ένας άρχισε να κοιτάζει τον άλλο με έκπληξη.

«Ποια παντρεύτηκες ρε; Την Μαρία; Την φίλη της Έλενας; Την σχέση εξ’ αποστάσεως;» τον ρώτησε ο Βασίλης μην έχοντας καταλάβει τι ακριβώς έχει γίνει στην ζωή του φίλου του.

«Χώρισες με την Χριστίνα;» τον ρώτησε ο Βαγγέλης που είχε καταλάβει πως η κατάσταση του φίλου του ήταν σοβαρότερη απ’ την δική του.

«Ναι» είπε κοφτά ο Βασίλης.

«Είσαι καθόλου βλάκας; Ρε, το Χριστινάκι σε κοιτάζει και λιώνει ρε, δεν αφήνεις τέτοια γυναίκα αγόρι μου» του είπε χαμογελαστά ο Βαγγέλης κι ο Βασίλης άρχισε να κουνάει θλιμμένα το κεφάλι του. «Κάποιες φορές, δεν γίνεται αλλιώς» μουρμούρισε.

«Τι παίχτηκε;» τον ρώτησε ήρεμα ο Βαγγέλης, αν και είχε μια υπόνοια για το τι είχε γίνει.

«Κουράστηκα. Κουράστηκα με την γκρίνια της για την Έλενα και το παρελθόν μου. Κουράστηκα να πληρώνω τα δικά της σπασμένα και την μηδαμινή αυτοπεποίθηση. Για να καταλάβεις, τις προάλλες, πάνω στο σεξ γύρισε και με ρώτησε γιατί είμαι μαζί της αφού θα μπορούσα να είμαι με όποια θέλω. Άσε με ρε Βαγγελάκη, να χαρείς» είπε μονοκοπανιά ο Βασίλης κι έκανε νόημα στην σερβιτόρα που δεν τους είχε δει.

«Φεύγουμε μαζί για Σαράγεβο, τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει η Μαρία με την σχολή. Θα έρχεσαι καμιά βόλτα;» τον ρώτησε ο Βαγγέλης. «Εννοείται» του απάντησε ο Βασίλης σκεφτικά.

«Βλακεία κάνεις με την Χριστίνα…» άρχισε να λέει ο Βαγγέλης και ο Βασίλης τον έκοψε με μια κίνηση του χεριού του. «Ξέρω τι κάνω, κολλητέ. Δεν φοβάμαι κανένα, θα την βρώ την αλήθεια. Θυμάσαι;» τον ρώτησε ο Βασίλης.

«Θυμάμαι» του είπε θλιμμένα ο Βαγγέλης. Ήταν ο μόνος που είχε καταλάβει πως τα ψέματα δεν θα τελείωναν ποτέ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook