Αθήνα, 2035, μ.Χ.

Ο Κυβερνήτης τέλειωσε την τηλεδιάσκεψη που είχε με τους υπουργούς του. Σήκωσε το δεξί του χέρι και έδειξε ένα σημείο απέναντί του και έσβησε την οθόνη τοίχου του γραφείου του. Πήρε μια δυο ανάσες, όπως έκανε συνήθως. Χάιδεψε τα μαύρα μαλλιά του. Με μια ακόμα κίνηση προς το ταβάνι, το κλιματιστικό έριξε κι άλλο τη θερμοκρασία. «Κάθε φορά είναι όλο και πιο βαρετοί», είπε.
Στην κλειστή πόρτα του γραφείου στεκόταν μια ψηλή γυναίκα με στολή. Μαύρο πουκάμισο και παντελόνι, με ασορτί παπούτσια. Στην αριστερή πλευρά του στήθους της ήταν το χρυσό σήμα της Κρατικής Ασφάλειας. Στη ζώνη της υπήρχαν ένα πιστόλι πολλαπλών ριπών, χειροπέδες και κλομπ. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της σε κοτσίδα, καλύπτοντάς τα και με τον κόκκινο μπερέ της υπηρεσίας. Το πρόσωπό της ελάχιστα βαμμένο. Στο αριστερό αυτί της είχε το ακουστικό ταχείας κλήσης.
Η Βάσια είπε: «Μάλιστα, κυβερνήτη».
Την κοίταξε και εκείνη ξεροκατάπιε. Την είχαν τοποθετήσει στην προσωπική φρουρά του Κυβερνήτη, όταν συμπλήρωσε πέντε χρόνια στο Τμήμα Αναγκαίων Δολοφονιών. Πενήντα ένοχοι. Νεκροί. Όσοι αντιστοιχούσαν κάθε χρονιά στις γυναίκες του Τμήματος. Συν όσους είχε σκοτώσει στις συμπλοκές με τους αντικαθεστωτικούς. Συν τις συλλήψεις για ύποπτες συνωμοσίες, όταν περιπολούσε. Είχε κάνει τη δουλειά της και με το παραπάνω και πλέον μπορούσε να είναι δίπλα στον άνθρωπο που θαύμαζε από τα εφηβικά της χρόνια. Στον μοναδικό άντρα που είχε επιτρέψει να την αγγίξει.
Ο Κυβερνήτης την πλησίασε και η Βάσια χαμήλωσε το βλέμμα. Ήταν έτοιμη. Για αυτόν και μόνο. Από τα γεννοφάσκια της την μάθαιναν πόσο σπουδαίο είναι να ζουν οι άνθρωποι στη χώρα του. Μετά τις συμπλοκές του δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, το κράτος ήταν ένα αχούρι. Καμιά υποδομή, κανένας πολίτης. Μόνο καμένη γη, διαλυμένα κτίρια και άστεγοι που περιφέρονταν.
Αυτός ο άνδρας είχε έρθει από το πουθενά και ανέλαβε τη διαχείριση. Έφτιαξε τις πόλεις, σχολεία, σπίτια, πολυκατοικίες. Υπηρεσίες. Την Κρατική Ασφάλεια. Δεν χρέωσε κανέναν για όσα ξόδεψε. Μόνο υπακοή ζήτησε. Και εκατό νεκρούς το χρόνο.
Η Βάσια έβλεπε τις φωτογραφίες του και τις αφίσες και τα πλάνα στις οθόνες. Ήταν ο κυρίαρχος. Δεν είχε αντίπαλο. Μιλούσε με δυνατή φωνή και χαμογελούσε ουτοπικά.
Και, όπως διαπίστωσε η ίδια αυτούς τους μήνες, ήταν πολύ καλός εραστής.
Ο Κυβερνήτης έπιασε το πιγούνι της Βάσιας και ψιθύρισε: «Καμιά από τις συναδέλφους σου δεν ήθελε. Γδύνονταν μόνο και μόνο επειδή με φοβούνταν. Δεν με ικανοποιούσε αυτό. Δεν θέλω να με φοβάται ο κόσμος».
Η Βάσια σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε κατάματα. Τα χέρια πίσω στην πλάτη της έσφιγγαν το ένα το άλλο. Αν όταν φώναζε την ερέθιζε μία φορά, όταν της μιλούσε έτσι ήταν σαν να ζούσε σε όνειρο.
«Θέλω να με θαυμάζει. Να με αποδέχεται».
Η Βάσια δε μίλησε. Αλλά ένιωθε το δέρμα της να καίει.
Ο Κυβερνήτης τη χάιδεψε τρυφερά. «Δεν είσαι σαν τις άλλες. Εσύ με αγαπάς. Εσύ είσαι διαφορετική». Έφερε το πρόσωπό της στο δικό του και τη φίλησε. Έπιασε τα χέρια της και τα έφερε μπροστά και τα ακούμπησε στο πρόσωπό του. Τα άφησε να περιηγηθούν στα μάγουλα και στο πουκάμισό του, τη στιγμή που ο ίδιος ήδη ξεκούμπωνε το δικό της.
«Εσύ, Βάσια, είσαι δική μου». Πήρε τις χειροπέδες από τη ζώνη της και έδεσε τα χέρια της.
Ο Κυβερνήτης ακούμπησε με το χέρι του τη συσκευή αφής του τοίχου και ο χώρος άλλαξε. Μετατράπηκε αυτόματα σε μια τεράστια κρεβατοκάμαρα. Ο Κυβερνήτης χαμήλωσε τις γροθιές του και έσπρωξε τη Βάσια προς το κρεβάτι. Παράλληλα, της είχε βγάλει και το σουτιέν. Εκείνη αφέθηκε ολοκληρωτικά. Ζούσε ξανά στο όνειρό της.

Η Βάσια ήθελε να κοιμηθεί μαζί του όλη της τη ζωή. Μέχρι να πέθαιναν και οι δύο, εκεί, κάτω από τα μεταξένια κλινοσκεπάσματα.
Όμως, ξύπνησε. Ενώ είχε κλειστά τα μάτια της, σε ένα γαλήνιο σκοτάδι, κάτι μπλε τρεμόσβησε και ένας υπόκωφος ήχος ακούστηκε. Σαν κάτι να προσγειώθηκε στο πάτωμα.
Αντιλήφθηκε πως και ο Κυβερνήτης είχε καταλάβει και ανασηκώθηκαν μαζί.
Αυτό είχαν σκοπό, δηλαδή, γιατί ένας άντρας άρπαξε τον Κυβερνήτη και έφερε ένα μαχαίρι στο λαιμό του. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, με μακριά μαλλιά. Φορούσε μαύρο σακάκι, λευκό πουκάμισο και ένα από αυτά τα τζιν παντελόνια που είχαν φύγει από τη μόδα εδώ και δέκα χρόνια.
«Ποιος είσαι εσύ; Πώς μπήκες εδώ» ρώτησε ο Κυβερνήτης.
Η Βάσια τότε συνειδητοποίησε τρία πράγματα: ήταν γυμνή και τα όπλα της μακριά της. Επίσης, ο άντρας δεν έδειχνε καθόλου φιλικός.
«Ήρθα εδώ με αυτό», είπε εκείνος και σήκωσε το αριστερό του χέρι. Κρατούσε κάτι σαν παμπάλαιο κινητό τηλέφωνο. «Λέγεται Συσκευή Κβαντικής Αλλαγής του Χωροχρόνου».
«Τι είναι αυτό το πράγμα;»
«Κάτι σαν μηχανή του χρόνου», απάντησε η Βάσια στον εραστή της. «Όπως αυτές που φτιάχνουν στην Αμερική».
«Ναι», είπε ο άντρας. «Μόνο που εγώ την κατασκεύασα είκοσι χρόνια νωρίτερα».
«Δεν με ενδιαφέρει», είπε ο Κυβερνήτης με δυσκολία. «Ποιος είσαι και τι θέλεις;»
«Με λένε Κυριάκο Ανδρέου».
«Απάντησε στον κυβερνήτη σου, Ανδρέου», είπε η Βάσια, σκεπτόμενη πώς θα αντιμετώπιζε τον τύπο.
«Δεν είναι κυβερνήτης μου».
«Είσαι αντικαθεστωτικός. Ένας προδότης».
Ο Ανδρέου απλά χαμογέλασε. Η θερμοκρασία έμοιαζε να είχε πέσει κι άλλο, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Αυτή ήταν μία από τις λίγες φορές που η Βάσια ένιωθε ευάλωτη σαν ετοιμοθάνατο σκυλί.
«Ό,τι και να είσαι», είπε ο Κυβερνήτης, «σε ξαναρωτάω, τι θέλεις;»
Η Βάσια, προς μεγάλη απογοήτευσή της, συνειδητοποίησε και κάτι ακόμα. Ο εραστής της, ο άνθρωπος που είχε σώσει αυτή τη χώρα, ήταν φοβισμένος. Η φωνή του δεν ήταν στεντόρεια ούτε είχε τη συνηθισμένη σιγουριά της. Το σώμα του έτρεμε και ήταν στα χέρια αυτού του αχρείου.
«Αυτήν», είπε ο Ανδρέου.
Η Βάσια δε μίλησε.
«Γιατί;»
Ο Ανδρέου δεν απάντησε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στη Βάσια.
«Τι θέλεις τη Βάσια;» ρώτησε ο Κυβερνήτης.
«Χ.Κ.2015», είπε ο Ανδρέου.
Η Βάσια ανοιγόκλεισε τα μάτια της.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο Ανδρέου τον αγνόησε και είπε στη Βάσια: «Τον θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»
«Ποιον; Τι λέει, Βάσια;» ρώτησε ο Κυβερνήτης.
«Μιλάει για έναν νεκρό. Κάποιον που σκότωσα».
«Όχι απλά κάποιον», είπε ο Ανδρέου. «Ήταν ο τελευταίος που σκότωσες. Και έτσι συμπλήρωσες τους πενήντα δολοφονημένους».
«Ήταν απλά μια υποχρέωση. Τίποτα προσωπικό».
«Ο Χάρης ήταν ανιψιός της γυναίκας μου. Ο μοναδικός συγγενής μου που ζούσε στο σύγχρονο κράτος. Η γυναίκα μου πέθανε στις συμπλοκές του δεκατέσσερα. Δεν έχω κανέναν άλλο».
«Κοίτα», είπε ο Κυβερνήτης, «κύριε Ανδρέου. Λυπάμαι πολύ για ό,τι έγινε, αλλά…»
«Όχι. Δεν λυπάσαι. Κανείς σας δεν λυπάται».
Η Βάσια δεν είχε επιλογή και το ήξερε. Ο Ανδρέου θα σκότωνε τον Κυβερνήτη, αν εκείνη έκανε κάτι.
«Το κακό είναι πως εγώ φταίω για τις συμπλοκές και… ό,τι έγινε», είπε ο Ανδρέου. «Άλλαξα γεγονότα. Παρενέβην όπου δεν έπρεπε».
Ο Κυβερνήτης και η Βάσια δεν μίλησαν.
Περίμεναν να συνεχίσει ο Ανδρέου, αλλά ούτε αυτός είπε κάτι.
Η Βάσια είπε: «Αφού θέλεις εμένα, άσε τον Κυβερνήτη».
«Πλησίασε. Πιάσε το χέρι του».
«Τι;»
«Κάνε αυτό που σου λέω. Τώρα».
Η Βάσια υπάκουσε. Άγγιξε το χέρι του Κυβερνήτη. Ήταν παγωμένο και ιδρωμένο. Φοβισμένο.
Ο Ανδρέου χαμογέλασε και πάτησε κάτι στη Συσκευή Κβαντικής Αλλαγής του Χωροχρόνου.
Η Βάσια ένιωσε το κρύο αμέσως. Η όρασή της άργησε μερικά δευτερόλεπτα να επανέλθει, όπως και του Κυβερνήτη.
Φωνές ακούγονταν γύρω τους και ήχοι καταστροφής. Ουρλιαχτά πονεμένων ανθρώπων και πυροβολισμοί όπλων.
Είδαν μια Αθήνα να καίγεται και τους κατοίκους της να μάχονται με την αστυνομία και το στρατό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κυβερνήτης.
«Καλώς ήρθατε στο δύο χιλιάδες δεκατέσσερα», είπε ο Ανδρέου. «Τη χρονιά που καταστράφηκε η χώρα».
«Γιατί μας έφερες εδώ;»
«Αν πεθάνετε εδώ, τότε ίσως κυβερνήσει κάποιος καλύτερος από σένα. Κυβερνήτη. Δίνω το τομάρι σου στο λαό. Μαζί με μια δολοφόνο σου».
«Μα δεν σου έκανα κάτι εγώ!» φώναξε ο Κυβερνήτης.
«Δεν έχει σημασία».
Ο Ανδρέου είδε μια μερίδα του πλήθους να έρχεται από τη μία πλευρά και δύο διμοιρίες της αστυνομίας από την άλλη. Δεν ήξερε για τις άλλες φορές, αλλά τούτη είχε πράξει σίγουρα σωστά.
Και αν έρθει κάποιος ίδιος με αυτόν εδώ, σκέφτηκε, ή κάποιος χειρότερος, θα δει και αυτός πόσο ωραία είναι τα ταξίδια στο χρόνο.

Σημείωση: Το διήγημα είναι προϊόν φαντασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Αποτελεί crossover των «Χάρης» και «Προσωπική υπόθεση».

https://thebluez.gr/charis/

https://thebluez.gr/prosopiki-ypothesi/