Οι θύρες του τρένου άνοιξαν και εκείνη μπήκε μέσα αλαφιασμένη. «Σώστε με από τη μίζερη ζωή μου!» αναφώνησε δυνατά. Συνηθισμένοι οι επιβάτες στους επαίτες, σήκωσαν αδιάφορα το κεφάλι τους να δουν τη γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν καλυμμένα με λευκή μάλλινη μαντίλα, μία μακριά κελεμπία με κίτρινα μοτίβα κάλυπταν το πληθωρικό της σώμα ενώ κρατούσε τρεις μεγάλες σακούλες από γνωστό μεγάλο κατάστημα. Ίσα που πρόλαβε και μπήκε. Το τρένο αναχώρησε αμέσως. Κρατήθηκε από το στύλο ενώ το βλέμμα της καρφώθηκε στη θολή εικόνα ενός κοριτσιού στο σκοτεινό τζάμι της θύρας.

«Μανούλα θέλω να παίξω σχοινάκι. Άσε με να πάω», η μικρή Ζάμπια, με τα όμορφα χαριτωμένα πλεξουδάκια της, το κόκκινο μακό μπλουζάκι της και τα καφέ χιλιοπερπατημένα σανδαλάκια της περίμενε την έγκριση της μανούλας. Μίας μανούλας αυταρχικής που σπάνια χαμογελούσε. Σπάνια αγκαλιαζε και χάϊδευε την κόρη της.

«Και η δουλειά πώς θα βγει; Πότε θα μάθεις επιτέλους πως το παιχνίδι είναι χάσιμο χρόνου; Το εμπόρευμα θα φύγει πώς; Με τον αέρα που αναπνέεις;»

“Republique”. Οι πόρτες άνοιξαν για να μπουν κι άλλοι επιβάτες. Άλλο ένα παρισινό βράδυ με κινητικότητα. Η πληθωρική γυναίκα συνέχιζε να στέκεται στο ίδιο σημείο, χωρίς το βλέμμα της να έχει αφήσει το τζάμι της θύρας. Το είδωλο του μικρού κοριτσιού μετατράπηκε σε νεαρή έφηβη.

Μία υπέροχη περιποιημένη κοτσίδα, ένα κορίτσι όμορφο, σοβαρό. Έφηβη πια η Ζάμπια, σε ένα δημόσιο σχολείο του Κλισί, χωρίς φίλες κολλητές, ταξίδευε νοερά μέσα από το λατρεμένο μάθημα ιστορίας. Διάβαζε για πίνακες ζωγραφικής και τάσεις. Τη ζωή του Λουδοβίκου και τους πολέμους του Ναπολέοντα. Τον Ντελακρουα, την Αναγέννηση. Τη νεώτερη ιστορία και τους πολέμους. Τον Ντε Γκωλ. Τα ιδανικά μίας σύγχρονης κοινωνίας. Την αποικιοκρατία. Το ρατσισμό. Τη γυναίκα και τη θέση της.

«Το καλύτερο πράγμα που μας συνέβη ήταν που φύγαμε από εκεί», τα πονεμένα μάτια του παππού της μαρτυρούσαν μία πολύ δύσκολη ζωή στη μητέρα πατρίδα. Μία πατρίδα που η Ζάμπια δε γνώρισε ποτέ. Με ορθάνοιχτα τα αυτιά της ρουφούσε όλες εκείνες τις πικρές λεπτομέρειες μίας ζωής μετά την απελευθέρωση των αποικιών.  Συνέθετε ένα παζλ αναμνήσεων, ξένων βιωμάτων και προσπαθούσε να εξηγήσει τη ζωή που ζούσε η οικογένειά της. «Σκύψαμε τα κεφάλια, κρυβόμασταν, κρύβαμε το δέρμα μας. Τις γνώσεις μας. Μάτωσαν τα χέρια μας να δουλεύουμε στο δρόμο. Εκεί, έξω από τα πολυτελή μαγαζιά, ψάχνοντας πέντε δεκάρες για να μπορείς εσύ Ζάμπια να περπατάς με το κεφάλι ψηλά. Αυτοί ήμασταν. Να κοιτάς μόνο το δικό σου κεφάλι. Με όποιο τίμημα. Στην μπόρα θα είσαι δυνατή. Και στον ήλιο θα σηκώνεις το βλέμμα στητό. Θα περπατάς βασίλισσα.»

Η γυναίκα προχώρησε στο πίσω μέρος του βαγονιού και έβαλε τις σακούλες της κάτω από ένα κάθισμα για να μην ενοχλούν. Τώρα βρισκόταν σε μια πλεονεκτική θέση να παρατηρεί τον κόσμο. Πληθωρική, ψηλή, σοβαρή, με τα έντονα χρώματα στο ντύσιμο, κινούσε τα βλέμματα των επιβατών. Θα έλεγε κανείς μία μεγαλοπρεπής βασίλισσα. Συνέχιζε να παρατηρεί τον κόσμο μέσα στο τρένο. Τόσες αναμνήσεις θαμμένες μέσα σε μία πραγματικότητα που δεν ήθελε να επιλέξει αλλά αναγκάστηκε. Έφερνε πάντα στο μυαλό της τη μητέρα της. Τη φωνή που την στοίχειωνε κάθε ημέρα της ζωής της. Κάθε ώρα και λεπτό. Που καθόριζε το δικό της μέλλον.

 

«Ούτε δεύτερη κουβέντα δε θα δεχτώ. Άκου σπουδές. Είπαμε, θα παντρευτείς. Καταλαβαίνεις ότι αλλάζουν τα δεδομένα πια; Μεγαλύτερο σπίτι και καλά λεφτά μεροκάματο. Ο Σαντού θα μας βάλει στα κόλπα. Τα ποσοστά θα είναι μεγάλα αν πιάσουμε την αγορά της Ντεφάνς. Εσύ μην σκας καθόλου. Το κεφάλι ψηλά θα έχεις και θα περπατάς με το κούτελο καθαρό.»

Ο Σαντού. Τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της. Η φρεσκάδα των νιάτων της τον είχε συναρπάσει. Εύκολα σύναψε συμφωνία με μία οικογένεια που είχε μυαλό πωλητή όμως στον ήλιο δεν είχε μοίρα! Την ήθελε και θα την είχε, τον είχαν ανάγκη. Και η Ζάμπια, που διάβαζε κάθε μέρα για τους πολέμους την τέχνη και τις εξελίξεις της εποχής, θα περπατούσε με το κεφάλι ψηλά όμως με την αξιοπρέπεια πολύ χαμηλά, χωρίς να τολμήσει να ανοίξει την πόρτα των είκοσι τετραγωνικών στα προάστια του Κλισι και να φύγει μακριά. Να φτιάξει τη δική της ιστορία.

Ένα παιδί της χάρισε ο Σαντού. Και μετά «έφυγε» ξαφνικά. Η Ζάμπια των μόλις είκοσι ενός χρόνων, βρέθηκε στο δρόμο με ένα μωρό παιδί. Κανένα σπίτι δικό του και καμία «μαύρη» περιουσία δεν της ανήκε έτσι όπως έπεσαν σαν κοράκια τα άλλα τρία παιδιά του να φάνε τα κεκτημένα. Κι έτσι βρέθηκε στο δρόμο.

«Rue des Boulets». Ήταν κουρασμένη πια και η ώρα ήταν περασμένη. Κοίταζε αδιάφορα για άλλη μια φορά τον κόσμο που ανέβαινε μέσα στο τρένο.

Η Ζάμπια δεν επέστρεψε ποτέ στο πατρικό της. Για την ακρίβεια δεν ξαναείδε κανένα δικό της. Ο παππούς είχε πεθάνει ενώ ο πατέρας της θα έφευγε με τα καράβια για την Αίγυπτο και ίσως να γινόταν εσώκλειστος λαντζέρης σε κανένα εύπορο σπιτικό. Καλά τα λεφτά, μόνιμα και πιο καθαρά. Ίσως να έπαιρνε και τη γυναίκα του εκεί να πλένει Η Ζάμπια δούλευε ως καθαρίστρια σε μία κουζίνα. Ο μικρός μεγάλωνε πια και είχε ανάγκες. Έβλεπε στα μάτια του μικρού Ζελίλ τη δική της φιλοδοξία και κρατούσε μία θετική σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού της, ήλπιζε να πραγματοποιήσει εκείνος τη ζωή που εκείνη δεν έζησε.

Ο Ζελίλ σπούδασε μηχανικός. Ήταν ένα ικανό παιδί που τίμησε με το παραπάνω τις θυσίες της μαμάς του. Κι εκείνη δεν του στέρησε τη φιλοδοξία του. Με τα λιγοστά χρήματα που μάζευε κατάφερε αργότερα να στείλει το παιδί στην Αμερική. Δούλεψε κι εκείνος βέβαια σερβιτόρος και κατάφερε να τελειώσει την σχολή και να ανοίξει τα δικά του φτερά.

Το τρένο έφτανε σύντομα στις πόρτες του Μοντρέιγ. Η Ζάμπια είχε μαζέψει εφημερίδες τις οποίες θα «ξεκοκάλιζε» πριν τις χρησιμοποιήσει για ζεστή κουβερτούλα. Οι δουλειές που έκανε ήταν ελάχιστες. Δεν είχε τα στοιχειώδη για ένα δικό της σπιτικό πια. Με το Ζελίλ είχε να μιλήσει πολλά χρόνια. Ντρεπόταν. Δεν ήθελε να μαθει ο γιος της την κατάντιά της. Άπειρες φορές τη ρωτούσε αν ήταν καλά, αν θέλει λεφτά, αν θέλει να την πάρει κοντά του. Εκείνη του έκρυβε τη μιζέρια της. «Ο γιος μου», ψιθύρισε καθώς έπαιρνε τις τσάντες της και ετοιμαζόταν να κατέβει από το τρένο. Πόσο κουρασμένη ζωή ήταν αυτή που έζησε χωρίς τη δική της θέληση! Όλα αυτά τα εμπόδια που δεν την άφησαν να εκπληρώσει τα δικά της όνειρα. Διάβαζε, ναι. Δεν άφησε ποτέ το διάβασμα. Όμως η επιβίωση ήταν προτεραιότητα.

Κοντοστάθηκε και άφησε τις τσάντες στο περβάζι του σταθμού. Κάθισε για λίγο σε ένα από τα πλαστικά καθίσματα και κοίταζε τις ράγες, αναπολώντας την τελευταία φορά που αποχαιρέτησε το γιο της όταν έφευγε για το αεροδρόμιο. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Καθώς άπλωσε το χέρι της στο διπλανό κάθισμα για να σηκωθεί, γλίστρησε επάνω σε ένα μαύρο αντικείμενο. Ένα κινητό τηλέφωνο. «Άτιμοι Παριζιάνοι, φαντάσου αν στα ασήμαντα ξεχνιέσαι, πόσο ξεχνάς τους ανθρώπους». Εκείνη δεν ξέχασε ποτέ τα λόγια του παππού κι ανάθεμα τις αποστάσεις, δεν θα ξεχνούσε ποτέ το καμάρι της. Το μονάκριβό της. Πόσο λάθος ήταν να μη φύγει μακριά! Πόσο ηλίθια ήταν να μην αρπάξει την ευκαιρία που της πρόσφερε ο Ζελίλ να πάει να ζήσει κοντά του!  Έκλεισε τα μάτια της και κοίταξε τον ουρανό. «Άτιμε Θεέ! Πανάθεμά σε. Τα κούτελα με έφαγαν και οι περηφάνιες. Για μια χούφτα εφημερίδες με το Μακρόν και τη Μέρκελ!»

Της έλειπε όμως ο Ζελίλ. Άνοιξε την πορτοκαλί τσάντα και  έβγαλε ένα κίτρινο μικροσκοπικό χαρτάκι που περιείχε ένα νούμερο. Ένα δάκρυ κύλησε γιατί ίσως τελικά ο Θεός της έκλεινε το μάτι. «Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει», ψιθύρισε. Τρεμάμενα τα χέρια της σχημάτισαν το νούμερο. Μάλλον θα ήταν απόγευμα τώρα εκεί. Μετά το δεύτερο χτύπημα μία παιδική φωνούλα απάντησε στο τηλέφωνο. Η Ζάμπια έκλεισε τα μάτια της και για πρώτη φορά στη ζωή της χαμογέλασε πλατιά, ευτυχισμένα και αισιόδοξα. Ναι, η δική της ιστορία τώρα θα γραφόταν. Και το κούτελο θα παρέμενε ψηλά. Για το γιο της.