TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Ψωμί με δρακουλίνια

Ψωμί με δρακουλίνια

Το ρολόι απέναντι από το γραφείο της έδειχνε ήδη δύο και μισή το μεσημέρι. Γι’ αυτό η κοιλιά της έκανε περίεργους ήχους διαμαρτυρόμενη. Με τρόπο άνοιξε το συρτάρι και κοίταξε λάγνα τη σακούλα με το μεσημεριανό της που την περίμενε μέσα. Αναστέναξε σιωπηλά και το ξαναέκλεισε. Μισή ωρίτσα ακόμα υπομονή, σκέφτηκε και προσπάθησε να κατευνάσει την πείνα της με ισολογισμούς.

«Θα παραγγείλουμε σαλάτα και σούσι από το ασιατικό στη γωνία. Θες κάτι;»
ακούστηκε η Στάσα από το απέναντι γραφείο υπενθυμίζοντας της ξανά αυτό που προσπαθούσε με τόσο κόπο να ξεχάσει.
«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε δήθεν αδιάφορα.
«Ρε Κατερινάκι, συγνώμη κιόλας για το θάρρος που παίρνω, αλλά νέα κοπέλα μήπως θα έπρεπε να προσέχεις λίγο περισσότερο τη διατροφή σου; Πάντα τσουπωτή ήσουν και προς θεού, δεν έχω κάτι με τους παχουλούς ανθρώπους. Τους τελευταίους δύο μήνες όμως έχεις ξεφύγει εντελώς. Σε δύο εβδομάδες έχουμε τη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο γραφείο, αμαρτία να μοιάζεις με χριστουγεννιάτικη μπάλα. Και έχεις τόσο όμορφο πρόσωπο. Δεν θες μια σαλατούλα με αβοκάντο και σολομό; Θα με ευγνωμονείς όταν θα κουμπώνει το παντελόνι σου χωρίς να σε πιέζει», είπε δήθεν συμβουλευτικά με μια τόσο προσποιητή καλοσύνη που το πεινασμένο στομάχι της Κατερίνας άρχισε να αναδιπλώνεται προκαλώντας της πλέον και τάση εμετού.
«Στάσα μου σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αλλά προτιμώ να φάω το μεσημεριανό που εγώ επιθυμώ», ψέλλισε συγκρατώντας την οργή της και επέστρεψε στην οθόνη του υπολογιστή της δείχνοντας πως δεν είχε καμία διάθεση να συνεχιστεί αυτή η κουβέντα Με την άκρη του ματιού της είδε το αποδοκιμαστικό βλέμμα της συναδέλφου της και λίγα λεπτά αργότερα άκουσε τα τέλεια κατακόκκινα νύχια της να χτυπούν τα πλήκτρα του τηλεφώνου. Επιτέλους είχε έρθει η ώρα του μεσημεριανού. Η Στάσα έδινε την παραγγελία των υπολοίπων. Αυτό ήταν το σύνθημα. Όσο πιο διακριτικά μπορούσε έπιασε τη σακούλα από το συρτάρι και έτρεξε στο κουζινάκι. Με λίγη τύχη θα είχε τελειώσει μέχρι να φέρουν την παραγγελία των άλλων.

Με γρήγορες κινήσεις ακούμπησε τη σακούλα στον πάγκο και ξέδεσε βιαστικά τον κόμπο που την κρατούσε ερμητικά κλειστή. Μισή φραντζόλα ψωμί έκανε την εμφάνιση της και δίπλα της ένα μωβ σακουλάκι. Ενοχικά προσπάθησε να ανοίξει αθόρυβα το σακουλάκι, άλλα μάταια. Ο προδότης έκανε τον χαρακτηριστικό ήχο που πάντα έκανε. «Πανάθεμα σε διαολεμένο», το έβρισε και επιταχύνοντας τις κινήσεις της έκοψε το ψωμί στα δύο και άρχισε να το γεμίζει με τα λιπαρά πορτοκαλοκόκκινα δοντάκια που με μια αποφασιστική κίνηση τα συνέθλιψε με ευχαρίστηση με τις δύο φέτες ψωμί, μετατρέποντας τα σε μια νόστιμη σκόνη.

Την πρώτη μπουκιά την κατέβασε σχεδόν αμάσητη με κίνδυνο να πνίγει. Ήπιε λίγο νερό και συνέχισε πιο αργά αυτή τη φορά. Ήταν όντως πολύ νέα για να φύγει πάνω στο άνθος της ηλικίας της άδοξα από δρακουλίνι, ας έβλεπαν οι άλλοι τι έτρωγε, σκασίλα της, αποφάσισε και συνέχισε να απολαμβάνει το μεσημεριανό της.

Σαν ειρωνεία της τύχης όταν οι συνάδελφοι της μπήκαν μέσα στο κουζινάκι κρατώντας τις όμορφες συσκευασίες τους και τα ξυλάκια τους εκείνη ναι μεν είχε προλάβει να τελειώσει, άλλα την πέτυχαν ακριβώς τη στιγμή που έκλεινε με ένα λαστιχάκι το σακουλάκι με τα εναπομείναντα δρακουλίνια. Ένα δεύτερο αποδοκιμαστικό βλέμμα από τη Στάσα ,που έκρυβε αυτή τη φορά και μια πρέζα αηδίας, ήρθε να την κατακεραυνώσει.
«Τελείωσες χοντρούλα; Άντε γιατί είναι που είναι στενά εδώ μέσα, να φεύγουν οι πρωινοί να φάμε και οι υπόλοιποι» συμπλήρωσε ο Αλέκος ολοκληρώνοντας την πανωλεθρία εκείνης της άβολης στιγμής.

Ντροπιασμένη, αλλά χορτασμένη βγήκε από το μικρό κουζινάκι που ξαφνικά έμοιαζε πιο μικρό από ποτέ και με τρόπο έβαλε την πάλι δεμένη σακουλίτσα της μέσα στην τσάντα της για να μην την ξεχάσει. Αν την ξεχνούσε, θα έμενε νηστική το βράδυ. Και το κρύο μπορούσε να το αντέξει, την πείνα όχι.
Ώρες μετά έμπαινε μέσα στο σπίτι της που θύμιζε ψυγείο. Κουρασμένη σκέφτηκε να βγάλει το μπουφάν της, αλλά άλλαξε γνώμη. Προσπάθησε να το κουμπώσει μπας και ζεσταθεί, εκείνος όμως δεν συνεργαζόταν. Οι δύο πλευρές του πλέον δεν προσέγγιζαν. Όντως το βάρος της είχε αρχίσει να αυξάνεται επικίνδυνα, σκέφτηκε και σκεπάστηκε με μια κουβέρτα που γι’ αυτή τη χρήση είχε παρατημένη στον φθαρμένο καναπέ.

Αργότερα θα έπρεπε να στολίσει το δέντρο που η μάνα της φύλαγε στην αποθήκη. Ψέματα της είχε πει νωρίτερα πως το είχε στολίσει ήδη. Και τώρα η μάνα ζητούσε φωτογραφία με τα αποδεικτικά στοιχεία και εκείνη θα έπρεπε μέσα στο ψοφόκρυο να στολίζει και το χαζόδεντρο. Και αυτή η μάνα της…αχόρταγη. Δύο μέτρα δέντρο είχαν στολίσει μέσα στο διάδρομο του νοσοκομείου, δεν της έφτανε; Η αλήθεια είναι πως τα λεφτά της έπιαναν τόπο. Η ιδιωτική κλινική που δύο μήνες τώρα φιλοξενούσε τη μάνα της ήταν από τις καλύτερες. Μέχρι και κουραμπιέδες είχε στην υποδοχή. Κρίμα που η αρρώστια την έκανε τόσο ανόρεχτη. Κάποτε η κυρά Σταυρούλα τους πέθαινε τους κουραμπιέδες….

Και ύστερα θυμήθηκε την χαρτοπετσέτα που η μάνα της είχε βάλει μέσα στην τσάντα σε κάποια φάση που νόμιζε πως δεν τη βλέπει και με περιέργεια την αναζήτησε να δει τι ήταν. Δυο λαχταριστοί κουραμπιέδες ξεπρόβαλαν μέσα από την ταλαιπωρημένη χαρτοπετσέτα σκορπίζοντας μυρωδιά βουτύρου στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Και ξαφνικά σαν να ανέβηκε λίγο η θερμοκρασία μέσα στο δωμάτιο. Σαν να ζεστάθηκε λίγο η παγωμένη της χοντρή καρδιά. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα της. Θυμήθηκε τη μάνα να γυρίζει κουρασμένη από τη δουλειά και να σκορπίζει ζάχαρη άχνη πάνω στους κουραμπιέδες. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια αυτό έκανε η κυρά Σταυρούλα, παρά τις δυσκολίες ζαχάρωνε τις ατυχίες της ζωής τους, ακόμα και τώρα που ήταν ανήμπορη στο θάλαμο ενός νοσοκομείου παρέμενε πίστη στις συνήθεις της. Ακόμα και από εκεί της υπενθύμιζε πως όσο στραβά και αν πήγαιναν όλα, εκείνες οι δύο, σαν μια γροθιά, θα επιβίωναν!

Αποφασιστικά σκούπισε τα δάκρυα και τις μύξες της και κατέβηκε στην αποθήκη. Λίγη ώρα μετά το δέντρο τους, εκείνο το δέντρο που η κυρά Σταυρούλα είχε αγοράσει τα Χριστούγεννα που ο άντρας της είχε πεθάνει σε πείσμα του πένθους τους, έστεκε αγέρωχο στη μέση του σαλονιού. Τεσσάρων ήταν η Κατερίνα όταν το είχαν πρωτοστολίσει και μπορεί να θυμόταν με δυσκολία τον πατέρα της, αλλά η ανάμνηση της μάνας της να στολίζει χαμογελαστή το δέντρο παρά τη στεναχώρια της, έλαμπε πεντακάθαρη σαν το γυαλί μέσα στο μυαλό της. Έβαλε τα λαμπάκια στην πρίζα και χαμογέλασε λουσμένη από το φως τους που πλημμύρισε το δωμάτιο.

Μια ωρίτσα θα το άφηνε αναμμένο. Ο λογαριασμός της ΔΕΗ δεν επέτρεπε μεγαλύτερη σπατάλη. Για μια ωρίτσα όμως θα καθόταν μπροστά του και θα το χάζευε τρώγοντας ψωμί και δρακουλίνια. Και σήμερα θα το έκαιγε κυρ Στέφανε. Σήμερα το γκουρμέ δείπνο της περιλάμβανε και επιδόρπιο. Και μάλιστα ένα επιδόρπιο που εκτός από βούτυρο, μύριζε και αγάπη. Μαμαδίσια αγάπη που την έκανε πάντα να νιώθει άτρωτη και δυνατή απέναντι ακόμα και στα πιο ανυπέρβλητα προβλήματα!

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Ιωάννα Puccarina Damaliti

Διασταύρωση ναυτικού greek καμάκι της δεκαετίας του εβδομήντα και γιαπωνέζας γκέισας ύψους 1.55. Αυτή είμαι και μετράω ήδη κάμποσα χρόνια πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Μια μείξη λοιπόν από κούνια θα με έλεγα. Πληθωρική σε όλα μου , παρορμητική στο έπακρο, ανυπόμονη σε βαθμό αηδίας, γράφω γιατί δεν έχω επιλογή να μην γράφω, μεγάλη ιστορία αν με ρωτάτε!Αλλά επειδή η editor ζήτησε λίγα λόγια και καλά,αν θέλετε να μάθετε και άλλα για μένα, διαβάστε τα κείμενα μου! Κάπου εκεί μέσα κρύβομαι και εγώ...
Ιωάννα Puccarina Damaliti

Latest posts by Ιωάννα Puccarina Damaliti (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *