Ήρθε η αποφράδα μέρα. Ερωτεύτηκες. Σφόδρα. Έχασες τη γη κάτω από τα πόδια σου, τα αυγά και τα πασχάλια, το λιγοστό μυαλό που είχε μέσα το χαζοκέφαλό σου. Κι ενώ ορκιζόσουν σε όποιο θεό υπάρχει, ότι δε θα κάνεις τις ίδιες βλακείες που έκανες όλες ανεξαιρέτως τις φορές που ερωτεύτηκες και θα είσαι συγκρατημένη και δε θα πέσεις με τα μούτρα, μάντεψε τι έκανες τελικά. Ω ναι my friend. Τα έδωσες όλα. Μυαλό, σώμα, χρόνο, χρήμα, μόνο κλειδιά του σπιτιού σου δεν έδωσες ακόμα. Σου δίνω λιγότερο από μήνα, για να τα δώσεις κι αυτά.

Έρωτας είναι θαρρώ και πετάς στα σύννεφα. Τι κι αν υπάρχουν ενδείξεις κι αποδείξεις, για την πατάτα που θα φας στο τέλος; Δε σε νοιάζει. Δε μου νοιάζει, δε μου νοιάζει, που λέγαμε όταν ήμασταν μικρές. Τον σκέφτεσαι απλώς και η λογική το σκάει από το παράθυρο. Μπαίνει στο οπτικό σου πεδίο και πατάς μια παύση στη ζωή που εκτυλίσσεται γύρω σου. Σου στέλνει μήνυμα και το διαβάζεις πριν ακόμα πατήσει αποστολή. Μόλις πατήσει αποστολή, του έρχεται κι η απάντησή σου, κάτι σαν τα αυτόματα μηνύματα σε διάφορες σελίδες, που μόλις τις ανοίγεις, πετάγεται ένα παράθυρο και σου μιλάει η σελίδα. Σου τηλεφωνεί και όπου κι αν είσαι, τα παρατάς όλα, αρπάζεις το τηλέφωνο και πας και κλείνεσαι στο πρώτο δωμάτιο που θα βρεις εύκαιρο. Σου θυμίζουν κάτι αυτά που λέω; Σα να σε περιγράφω ε; Έχω και καλύτερα όμως…

Το πρώτο διάστημα, είναι όλα χαριτωμένα και ροζ και γούτσου γούτσου. Μιλάτε όλη μέρα, με μηνύματα, στο τηλέφωνο, στο viber, στο what’s app, με σήματα καπνού, με ταχυδρομικό περιστέρι. Βρίσκεστε και χάνεται ο κόσμος, βγαίνετε έξω για καφέ και κοντεύετε να φάτε ο ένας τον άλλον, σας κοιτάζουν όλοι και δε σας νοιάζει αν σας χώσουν μέσα για προσβολή δημόσιας αιδούς. Όταν έρθει η άγια εκείνη ώρα που θα βρεθείτε μόνοι, γίνεται της κολάσεως, δεν προλαβαίνετε να πετάτε ρούχα για να αρπάξει ο ένας τον άλλον και να βγάλετε τα μάτια σας, ώσπου να πιαστεί και να μελανιάσει κάθε εκατοστό των σωμάτων σας. Ώρες μετά, επιδεικνύεις στις φίλες σου τα σημάδια του έρωτά σας, με ένα χαμόγελο ευτυχίας και ικανοποίησης, έχοντας τις ορμόνες στη θέση τους επιτέλους.

Στην πορεία όμως, κάτι χαλάει. Τηλεφωνείς και δεν απαντάει. Στέλνεις μήνυμα και περιμένεις. Γυρνάει το περιστέρι νεκρό. Κόβονται τα πάντα. Θυμώνεις και θες να τα βάλεις όλα φωτιά και τρως τα συκώτια σου. Όλα αυτά τις πρώτες ώρες. Μετά το 12ωρο, αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν τον πάτησε τρένο, αν είναι στα εφημερεύοντα, αν έπαθε αμνησία. Στο 24ωρο πάνω, ο θυμός εναλλάσσεται με την ανησυχία, είσαι πλέον πεπεισμένη ότι κάτι κακό έχει γίνει. Το να σε έχει γράψει οριζοντίως και καθέτως, σου περνάει από το μυαλό, στιγμιαία όμως, μετά το αποκλείεις με συνοπτικές διαδικασίες και απλά περιμένεις. Τσεκάρεις το τηλέφωνο σε κάθε ειδοποίηση μηνύματος, τα παίρνεις στο μυαλό με τον κάθε άσχετο που σε θυμάται ενώ καίγεται το μέσα σου να δεις το πολυπόθητο όνομα στην οθόνη και τότε στέλνει μήνυμα μια θεία ξεχασμένη, ένας γκόμενος που την είχε 3 εκατοστά, μια φίλη-φίδι που δε θες ούτε να θυμάσαι πια κι ένα κάρο άσχετοι.

Αν είσαι τυχερή, θα σε θυμηθεί κάποια στιγμή. Κάπου ανάμεσα στο τριακοστό αδιάβαστο μήνυμα και την εικοστή αναπάντητη κλήση.

-Μπον ζουρ.
Μπον ζουρ ρε φίλε; Μπον φιλέ, μπον απετίτ, που σε μπονεί και που σε σφάζει. Που ήταν; Που χάθηκε; Έλα μωρέ, δουλειά είχε, πως κάνεις έτσι; Με σένα θα ασχολείται συνέχεια;

Και τον συγχωρείς ρε. Τον συγχωρείς. Μέχρι την επόμενη φορά που θα το κάνει και θα αραδιάσει οκτακόσιες πενήντα δώδεκα δικαιολογίες και πάλι εσύ θα είσαι εκεί, δεδομένη κι έτοιμη για όλα και πρόθυμη και γεμάτη όρεξη για ό,τι θέλει ο πασάς… Ως πότε όμως; Που ακριβώς είναι τα όριά σου; Για πόσο ακόμα θα είσαι διατεθειμένη να συγχωρείς την κάθε εξαφάνισή του και εσύ να είσαι πάντα εκεί για αυτόν; Πόσα «διαβάστηκε» πρέπει να δεις ακόμα, για να καταλάβεις ότι αυτός ο άνθρωπος, δεν είναι για σένα; Ότι δεν είσαι για αυτόν η προτεραιότητά του; Ότι δεν έχετε δεσμό, ούτε επίδεσμο δεν έχετε, αν αντέχεις την αλήθεια. Είσαι άλλη μια στην ατζέντα, άλλη μια που πέρασε και δεν ακούμπησε, άλλη μια που το αντικείμενο του πόθου της, είναι αλλού δοσμένος τελικά. Μπορεί να μην είναι και πουθενά βέβαια, να τάζει, να πηδάει και να φεύγει. Το θέμα είναι εσύ πως θα το χειριστείς. Πόσες ευκαιρίες θα δώσεις; Πόσες δικαιολογίες θα φας στη μάπα με δόξα και τιμή, ώσπου να καταλάβεις ότι ο τύπος είναι απλά παπάρας; Που είναι αυτή που έκραζε τις φίλες της, όταν έκαναν ακριβώς τα ίδια με αυτά που κάνεις τώρα;;; Εξανεμίστηκε; Last year, ξέρω, εκεί ήμανε. Πάμε για άλλα λέμε!

 

Β.Θ.