Με την κάφτρα του τελειωμένου τσιγάρου της, άναψε ακόμη ένα. Δεν περπατούσε κόσμος πια στην παραλία. Είχε νυχτώσει από ώρα και το κρύο ήταν τσουχτερό. Η Άννα ήταν ακόμη καθισμένη στο παγκάκι, μ’ ένα τσιγάρο αναμμένο κι ένα κουτάκι μπύρας άδειο δίπλα της. Το βλέμμα της καρφωμένο στη θάλασσα, εντελώς κενό. Πόσα βράδια είχε περάσει εκεί; Εκεί στο ξεθωριασμένο παγκάκι της παραλίας που είχαν ανταλλάξει το πρώτο τους φιλί 19 χρόνια πριν, εκεί κατέφευγε κάθε φορά που πονούσε. Χάιδεψε με τα δάχτυλά της το κρύο ξύλο. Ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού της. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε το πρόσωπό της στον ουρανό, απαγορεύοντάς του να κυλήσει. Κοίταξε το ρολόι της, 21:23’… 7 λεπτά πριν το τέλος.

Σ’ αυτό το παγκάκι την πρωτοφίλησε ένα κρύο βράδυ του Μαρτίου, όταν ήταν μαθητές ακόμη. Δυο χρόνια μεγαλύτερός της ήταν ο Ανδρέας. Εκείνη πρώτη λυκείου, εκείνος τρίτη. Απ’ την πρώτη στιγμή, ήταν μαζί και δεν ήταν. Σύντομα εκείνος έφυγε για σπουδές στην Αθήνα κι εκείνη έπιασε δουλειά σε μια καφετέρια. Μετά πήγε για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο κι εκείνη έμεινε πίσω κάνοντας μεροκάματα σ’ ένα μπαρ. Πάντα έφευγε, πάντα όμως επέστρεφε. Γύριζε στην πόλη τους και την διεκδικούσε. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικοί κόσμοι κι όμως, όταν ήταν μαζί, γίνονταν ένα. Κάτι τους συνέδεε αυτούς τους δυο. Να ήταν έρωτας; Να ήταν πάθος; Να ήταν αρρώστια; Όταν ο Ανδρέας τελείωσε με τις σπουδές του κι επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μόνιμα, της ζήτησε να παντρευτούν. Η Άννα αρνήθηκε. Ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ήταν πολύ ερωτευμένη αλλά δεν θα μπορούσαν να μείνουν μαζί.
«Δεν υπάρχει έρωτας υπό προϋποθέσεις!» του έλεγε, γιατί ο Ανδρέας την ήθελε, αλλά για να την δεχτεί κι επίσημα στο πλάι του έπρεπε ν’ αφήσει τη δουλειά της, να βρουν τρόπους να κρύψουν τα της οικογένειάς της στους γύρω, να σπουδάσει κάτι, να…

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, δεν μπορούσε να είναι μαζί της. Ακροβατούσε ανάμεσα στον έρωτα και στα πρέπει, ενώ εκείνη του δινόταν ολοκληρωτικά και χωρίς «αν». Απ’ την άλλη οι γονείς του δεν ήθελαν ν’ ακούν ούτε το όνομά της. Ο γιος τους ήταν κοτζάμ γιατρός κι εκείνη τι; Μεγάλωσε με μια μάνα που τραγουδούσε σε κακόφημα κέντρα και τελικά πέθανε από κύρωση του ήπατος απ’ το πολύ αλκοόλ. Ο πατέρας της τους εγκατέλειψε από χρόνια.
«Καμένο χαρτί» την έλεγε η μάνα του, «προβληματική περίπτωση» ο πατέρας του, «αταίριαστο μπλέξιμο με ημερομηνία λήξης» οι γύρω τους. Απ’ την άλλη η Άννα είχε ως άμυνά της την επίθεση κι έτσι οι δυο τους ήταν μόνιμα σαν ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί.

Ο τελευταίος χωρισμός τους ήταν επεισοδιακός όπως κι όλοι οι προηγούμενοι, μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήξερε πως ήταν οριστικός. Της το είχε πει εξάλλου.
«Την επόμενη φορά που θα ακούσεις για μένα, θα είναι όταν θα σου στείλω το προσκλητήριο του γάμου μου!». Στην αρχή δεν πίστεψε στα λόγια του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την απειλούσε όταν χώριζαν. Κι όμως, αυτή τη φορά το έκανε. Ο Ανδρέας όχι μόνο θα παντρευόταν αλλά της έστειλε και προσκλητήριο με courier, να σιγουρευτεί ότι θα το λάβει. Και το έλαβε. Κι όταν άνοιξε το φάκελο της ήρθε να λιποθυμήσει.

«Σας προσκαλούμε στο γάμο μας που θα γίνει το Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015 στις 20:00 στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη»
Ανδρέας & Αριάνδη

Ο Ανδρέας παντρευόταν και μάλιστα ανήμερα των γενεθλίων της! Το ήξερε πως επίτηδες διάλεξε αυτή τη μέρα! Διάλεξε αυτή την γυναίκα που οι γονείς του καλοέβλεπαν από καιρό για νύφη τους. Κόρη μεγαλογιατρού και ψυχολόγος στο επάγγελμα. Λεφτά με ουρά και οικογένεια καθώς πρέπει. Σκόπιμα διάλεξε και την ημερομηνία, για να την πικράνει παραπάνω! Δυόμισι μήνες είχαν να βρεθούν, μέχρι τη στιγμή που πήρε στα χέρια της αυτό το καταραμένο προσκλητήριο κι έπεσε να πεθάνει! Πήγε και τον βρήκε. Μπήκε στο ιατρείο του την ώρα που ετοιμαζόταν να φύγει και για μια ακόμη φορά μάλωσαν άσχημα. Για μια ακόμη φορά οι φωνές τους ακούστηκαν παντού. Για μια ακόμη φορά έκαναν παθιασμένο έρωτα.

«Ζήτησέ το και τα διαλύω όλα! Στο χέρι σου είναι!», της είχε ψιθυρίσει όταν την κρατούσε αγκαλιά στο πάτωμα του ιατρείου του και προσπαθούσαν να βρουν τις ανάσες τους.
«Σ’ ένα μήνα παντρεύεσαι. Όλα τέλειωσαν!», του είπε και σηκώθηκε, ντύθηκε γρήγορα κι έφυγε μέσα στην νύχτα.
Της τηλεφώνησε πολλές φορές μετά από εκείνη τη μέρα. Δεν του απάντησε ποτέ. Πήγε και στο σπίτι της και χτυπούσε τα κουδούνια. Δεν του άνοιξε. Μέχρι και στο ζαχαροπλαστείο που δούλευε πήγε, αλλά δεν βγήκε απ’ το παρασκευαστήριο να του μιλήσει και ζήτησε απ’ τη συνάδελφό της να του πει ότι σταμάτησε να δουλεύει εκεί. Η τελευταία αναπάντητή του ήταν σήμερα 19:24′. Όλα είχαν τελειώσει πια, αλλά τη λέξη «Τέλος» θα την έγραφε σε ακριβώς 2 λεπτά. Η ώρα ήταν 21:28.

Το κέντρο της δεξίωσης ήταν κατάμεστο. Ο Ανδρέας με την Αριάδνη στέκονταν μπροστά στη γαμήλια τούρτα.
«I’ve been waiting for a girl like you to come into my life. I’ve been waiting for a girl like you, a love that will survive», τραγουδούσαν οι Foreigner απ’ τα ηχεία, την ώρα που της κρατούσε το χέρι κι έκοβαν το πρώτο κομμάτι της γαμήλιας τούρτας. Αυτό το τραγούδι αφιέρωνε πάντα στην Άννα ο Ανδρέας.

Κοίταξε το ρολόι της. 21:34. Η Άννα σηκώθηκε απ’ το παγκάκι και περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο που έμενε τις τελευταίες μέρες. Ξάπλωσε αμέσως και βυθίστηκε σ’ έναν βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησε το πρωί, άνοιξε την τηλεόραση κι έμεινε ξαπλωμένη μέχρι τις μεσημεριανές ειδήσεις.

«Ο γαμπρός Ανδρέας Στάμου ετών 36, η σύζυγός του Αριάνδη Μεγαρέα 29 ετών και ο Περικλής Ζερβού 48 χρονών καρδιολόγος και κουμπάρος του ζευγαριού, άφησαν την τελευταία τους πνοή στο νοσοκομείο Παπανικολάου που διακομίσθηκαν. Έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνες στο ζαχαροπλαστείο που παρασκευάστηκε η γαμήλια τούρτα». Η Άννα χαμογέλασε κι έκλεισε την τηλεόραση. Σηκώθηκε, πήρε τη μικρή βαλίτσα που υπήρχε δίπλα στην εξώπορτα κι έφυγε για το αεροδρόμιο. Σε λίγο πετούσε για Λονδίνο.

Όταν κάθισε στη θέση της στο αεροπλάνο, κοίταξε απ’ το παράθυρο και χάιδεψε την ελαφρώς φουσκωμένη κοιλιά της.
«Τα δύο πρώτα αδερφάκια σου δεν κατάφερα να τα προστατεύσω, αλλά με σένα όλα θα πάνε καλά. Μη φοβάσαι, όλα τέλειωσαν!»

 

Κική Γιοβανοπούλου