Όλγα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Όλγα ζήλευε, ζήλευε πολύ και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που θυμόταν τον εαυτό της η ζήλια ήταν το πιο έντονο συναίσθημα που αισθανόταν. Η μοναδική περίοδος στη ζωή της που ένιωσε αυτό το κάψιμο στην καρδιά να καταλαγιάζει ήταν στα 14 της, όταν ετοιμαζόταν να φύγει από την Ουκρανία με τη μάνα της για μια καλύτερη ζωή στη Ελλάδα.

Όμως και πάλι δεν τα κατάφερε να γλιτώσει από τη ζήλια γιατί η άφιξη στην Ελλάδα ήταν απλά η διάψευση των ονείρων της. Ο Μάκης, ο πενηντάρης σύντροφος της μάνας της, τους είχε πει ένα καρό ψέμματα για την οικονομική του κατάσταση. Δεν ήταν ο εύπορος εισοδηματίας, αλλά ένας άντρας που βγήκε πρόωρα στη σύνταξη λόγω ενός προβλήματος στην καρδιά. Και ναι μεν είχε σπίτι και χωράφια αλλά ήταν σε ένα μικρό χωριό. Ευτυχώς που είχε θάλασσα το χωριό και το καλοκαίρι γέμιζε ζωή και τουρίστες κι ετσι η μάνα της συμπλήρωνε το εισόδημα τους για το χειμώνα δουλεύοντας σε ξενοδοχείο της περιοχής.

Όμως την Όλγα εξακολουθούσε να την καίει η ζήλια για τις συνομήλικες της που αν και χωριατοκόριτσα είχαν οι περισσότερες οικονομική άνεση να ντύνονται, να στολίζονται και να βγαίνουν έξω τα βραδιά. Η Όλγα ήταν αναγκασμένη να κρατάει το σπίτι, να φροντίζει τον Μάκη και τη μάνα του και τα ρούχα της ήταν σχεδόν όλα αγορασμένα από τα πανηγύρια. Ονειρευόταν λούσα και μεγάλη ζωή και κατέληξε δουλικό.

Έτσι της ήταν πολύ εύκολο να ενδώσει στις ορέξεις ενός φίλου του Μάκη όταν της υποσχέθηκε να της αγοράσει κοσμήματα και ρούχα. Κι ο ένας φίλος έγιναν δύο, τρεις, πέντε, δέκα. Απέκτησε επιτέλους η Όλγα όλα όσα είχε ονειρευτεί και στο χωριό ήταν κοινό μυστικό πλέον πως μπορούσε κάποιος να αγοράσει για μερικά χιλιάρικα τα νιάτα της Όλγας. Κανείς βέβαια δε μιλούσε ανοιχτά, και τι να πουν άλλωστε; Ανήλικη η Όλγα βλέπεις. Μονάχα τη βρίζανε πίσω από την πλάτη της και δεν την έβαζαν στα σπίτια τους, φανερά τουλάχιστον.

Ο μόνος που την αντιμετώπιζε διαφορετικά ήταν ο Βασίλης, ένας νέος ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε. Έβαλε σκοπό του να την τραβήξει από τις βίζιτες και να την κάνει γυναίκα του. Και τα κατάφερε. Πόσο να αντέξει άλλωστε κι Όλγα με τους σιχαμένους, ήθελε να ζήσει κι αυτή τον έρωτα σαν όλες τις κοπέλες της ηλικίας της. Άλλωστε ο Βασίλης ήταν μοναχογιός και ορφανός και με δικιά του ταβέρνα στην παραλία.

Πέντε χρόνια πέρασαν ευτυχισμένα για το Βασίλη αλλά η Όλγα, ειδικά μετά τη γέννηση του γιου τους ένιωθε πάλι τη ζήλια να φουντώνει. Όσα ρούχα κι αν είχε, κλεισμένη στο σπίτι και την ταβέρνα ήταν κάθε μέρα. Φίλες δεν είχε, ο Βασίλης αν και ήταν υπόδειγμα συζύγου της φαινόταν λίγος και χλιαρός. Ζήλευε τα ζευγάρια που έβλεπε να φιλιούνται, τις παρέες που διασκέδαζαν στα διπλανά μπαρ. Ζήλευε γιατί τελικά τον έρωτα που τόσο αποζητούσε δεν κατάφερε να τον νιώσει με τον Βασίλη.

Μέχρι τη μέρα που ήρθε μια παρέα από την Ουκρανία στην ταβέρνα τους. Όταν πήγε να πάρει παραγγελία τους μίλησε στη γλώσσα τους και αμέσως τράβηξε την προσοχή του Ταράς. Άλλωστε κι αυτός δεν πέρασε απαρατήρητος καθώς ήταν αυτό ακριβώς που είχε στο μυαλό της ως τον ιδανικό άντρα. Ψηλός, γεροδεμένος, ξανθός με φωτεινά πράσινα μάτια και πρόσωπο γεμάτο γωνιές.

Το ειδύλλιο δεν άργησε να φουντώσει, ο Ταράς έκανε συχνά ταξίδια στην Ελλάδα για δουλειές άλλωστε κι η Όλγα ζούσε το όνειρο της επιτέλους. Τον ερωτεύτηκε τόσο δυνατά που έγινε παιχνιδάκι στα χέρια του. Ζούσε μόνο για αυτόν, ξέχασε τον άντρα και το παιδί της κι ήταν έτοιμη να τα θυσιάσει όλα στο βωμό του έρωτα της για τον Ταράς.

Δεν άργησε να γίνει θυσία, μετά από μερικούς μήνες γεμάτους πάθος και υποσχέσεις ο Ταράς της ζήτησε να γίνει το βαποράκι του. Να πηγαίνει ταξίδια στην Ουκρανία και να μεταφέρει με κάλυψη το παιδί και τη μάνα της ναρκωτικά στην Ελλάδα. Αλλιώς της είπε θα χωρίσουν. Δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να αρνηθεί. Όσο συχνά της το ζητούσε πέταγε για την Ουκρανία, προφασιζόμενη αρρώστους συγγενείς, κληρονομιές, επιχειρήσεις που σκεφτόταν να ξεκινήσει.

Ο Βασίλης πλέον σκιά του εαυτού του έβλεπε τη γυναίκα του να λάμπει κι υπεύθυνος για αυτό να είναι κάποιος άλλος. Όσο κι αν την αγαπούσε δε μπορούσε να κλείσει άλλο τα μάτια και έφυγε από το σπίτι, αφήνοντας το στην Όλγα και το παιδί. Η φυγή του Βασίλη όμως ήταν η αρχή του τέλους για την Όλγα.

Δεν πέρασε ούτε μήνας από το διαζύγιο της κι ο Ταράς άρχισε να ξεκόβει καθώς δεν ήθελε σοβαρά μπλεξίματα, άλλωστε έρωτα της πούλησε γιατί ήθελε να κάνει τη δουλειά του. Πλέον συναντιόνταν όταν τη χρειαζόταν για να μεταφέρει τα ναρκωτικά αλλά τυφλωμένη ακόμα από τον έρωτα η Όλγα έτρεχε αμέσως μόλις της το ζητούσε.

Δυστυχώς όμως κάποια στιγμή σε έναν έλεγχο βρέθηκαν τα ναρκωτικά και η Όλγα κατέληξε στη φυλακή. Δεν αποκάλυψε τίποτα για το κύκλωμα γιατί δεν ήθελε να προδώσει τον Ταράς αλλά φοβόταν και για τη ζωή του παιδιού της. Για τη δική της δεν ενδιαφέρονταν πια, τι να την κάνει άλλωστε.

Ο Βασίλης επέστρεψε στο σπίτι και αποφάσισε να μεγαλώσει το γιο τους με τη βοήθεια της μάνας της Όλγας. Τρία χρόνια αργότερα γνώρισε την Ιωάννα, τη νεαρή δασκάλα του γιου του και παντρεύτηκαν. Η Όλγα μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική γιατί, όταν έμαθε πως ο Ταράς παντρεύτηκε μια διάσημη Ουκρανή τραγουδίστρια, σταμάτησε να τρώει και να μιλάει ώσπου έχασε εντελώς επαφή με το περιβάλλον.

 

Κατερίνα Σκορδέλη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook