Δεν ξέρω αν με φοβίζουν πιο πολύ αυτά που βλέπω στον ύπνο μου ή αυτά που κάνω με το φως της μέρας.

Πάλι ξύπνησα κάθιδρη τη νύχτα. Κι όλη η υπόλοιπη βραδιά πέρασε προσπαθώντας να θυμηθώ. Έτρεχα, αυτό το ξέρω καλά. Πάντα τρέχω, ακόμη και στο ξύπνιο μου. Από μικρή. Έτρεχα να προλάβω, να μεγαλώσω, να προφτάσω την αδελφή μου, να της μοιάσω, να ωριμάσω, να γίνω κάτι. Ξέχασα να γίνω εγώ.

Το τρίτο παιδί σε μια πενταμελή οικογένεια. Με δώδεκα χρόνια διαφορά από την μεγάλη μου αδελφή και άλλα δέκα από τον αδελφό μου. Όλοι θα πίστευαν πως σαν στερνοπαίδι θα ήμουν και παραχαϊδεμένο. Παρατημένο ήμουν. Δεν είναι ότι δεν χάρηκαν με τον ερχομό μου, αλλά να… τα είχαν ξαναζήσει όλα, δύο φορές. Καμία πρωτιά στη δική μου τη ζωή, κανένα ενδιαφέρον, καμιά πρωτοτυπία. Μπορεί και να μην προλάβαιναν να ασχοληθούν. Θυμάμαι τους γονείς μου να δουλεύουν μία και δύο δουλειές για να μας μεγαλώσουν, για να πληρώσουν τα αγγλικά και το πιάνο της Μαρίας. Αργότερα τα μαθηματικά και τη φυσική του Νίκου.

Τα πρώτα μου βήματα είχαν να ανταγωνιστούν τις πρώτες επιτυχίες των αδελφών μου. Όλοι περπάτησαν… δεν πήραν όλοι όμως αριστείο στο γυμνάσιο! Στην πρώτη δημοτικού, κανείς δεν μου αγόρασε καινούργια κασετίνα. Έπρεπε να επιπλώσουμε το φοιτητικό σπίτι της Μαρίας. Από τους πρώτους πέρασε στη Νομική, δεν γινόταν να της στερήσουν το νοικοκυριό της! Η πρώτη μου συμμετοχή σε μαθηματικό διαγωνισμό, συνέπεσε με τις πανελλήνιες εξετάσεις του Νίκου. Χάρηκαν με την επιτυχία μου, αλλά… δεν ήταν δα και κάτι σπουδαίο.

Και όταν ήρθε η δική μου η σειρά;

«Δεν είναι το παν στη ζωή οι σπουδές! Δες και την αδελφή σου, δικηγόρος, μεγαλώνει δύο παιδιά και πάντα άψογη οικοδέσποινα!»

Έμαθα να περνάω απαρατήρητη. Να μην ζητάω την προσοχή κανενός. Δεν την είχα ανάγκη, ήξερα τις δυνατότητές μου και μέχρι που μπορούσαν να με πάνε οι δυνάμεις μου. Έβαζα στόχους και αργά και μεθοδικά τους πραγματοποιούσα. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ κλεινόμουν στον εαυτό μου. Σπουδές, μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, master, ταυτόχρονα δύο δουλειές, χωρίς ποτέ κανένας να ρωτήσει πως τα έβγαλα πέρα με τα φοιτητικά δάνεια, πως ζούσα, ΠΟΥ ζούσα! Πενταμελής οικογένεια. Γονείς, αδέλφια, γαμπροί, νύφες, αργότερα ανίψια, κανείς δεν με επισκέφθηκε στα είκοσι χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, στην Αμερική. Ίσως και να τους ανακούφισε που έφυγα. Ακόμη δεν ξέρω αν γίνομαι εγώ σκληρή μαζί τους γιατί ζηλεύω, ή αν όντως έτσι ήταν.

Σημασία έχει ότι έμαθα να είμαι μόνη μου και να πατάω γερά στα πόδια μου.

Α,ναι… και να μην κάνω όνειρα. Δεν είχα άλλωστε κανέναν να τα μοιραστώ.

Επέστρεψα στην Ελλάδα για ένα reunion που έκαναν οι παλιοί μου συμμαθητές. Ίσως και να χάρηκαν αυτοί πιο πολύ που με είδαν. Ένιωσα να βρίσκω κάτι που είχα χάσει. Κάτι που είχα για χρόνια στερηθεί. Την φιλία. Αυτή την απλή, την αγνή, την παιδική. Κρατήσαμε επαφές με πολλούς από αυτούς και κάποιοι με επισκέφτηκαν στην Νέα Υόρκη όπου πλέον ζούσα και εργαζόμουν. Βοήθησα ακόμη και στην εγκατάσταση της κόρης της Βάλιας όταν ήρθε για τις δικές της σπουδές.

Επισκέφθηκα για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια την Ελλάδα και με έπεισαν να πάμε το καλοκαίρι διακοπές μαζί. Να θυμηθούμε τα παλιά. Ότι δεν προλάβαμε να κάνουμε σαν παιδιά.

Το ραντεβού ορίστηκε για τον Αύγουστο, 25 Αυγούστου, στα Κύθηρα.

Έφτασα μία μέρα νωρίτερα και αποφάσισα να απολαύσω την ανατολή του ήλιου από το κάστρο στην Χώρα. Όση κούραση κι αν είχα, μετά από τις τρεις συνεχόμενες πτήσεις, ήθελα να μυρίσω Ελλάδα. Να ξυπνήσω τις αισθήσεις μου, να θυμηθώ, να αφουγκραστώ τη φωνή μέσα μου. Πρέπει να ήμουν πολύ ώρα ακίνητη, χαμένη στις σκέψεις μου. Όταν πήγα να σηκωθώ, τα πόδια μου απλά δεν με κράτησαν. Κούραση, jet lag, απλά μια άγαρμπη κίνηση; Ίσως και όλα μαζί. Κρίθηκε επιβεβλημένη η επίσκεψή μου στο κέντρο υγείας. Αφυδάτωση, κούραση που οδήγησε σε εξάντληση και μικρές εκδορές που καθαρίστηκαν σε χρόνο μηδέν! Και δυο μπλε μάτια που το ένα λεπτό με περιεργάζονταν εξονυχιστικά και το αμέσως επόμενο, με… κορόιδευαν!

Πώς ο Μάριος, από θεράπων ιατρός μου, έγινε μέλος της παρέας για τις πέντε μέρες που κράτησαν οι διακοπές μας στο νησί, ούτε κι εγώ δεν κατάλαβα! Μικρό το νησί, συνέχεια μπροστά μας ήταν! Κράταγε απόσταση, δεν με πλησίαζε, με «μέτραγε» με το βλέμμα του, το ένιωθα… για πρώτη φορά ένιωθα έτσι και με άγχωνε, με αποσυντόνιζε, μου έβγαζε ένα αδιόρατο εκνευρισμό.

Πέντε μέρες στα Κύθηρα ήταν αρκετές για να μου θυμίσουν ότι από κάπου προέρχομαι. Ότι έχει συνέχειες οι ζωή μου και δεν είναι αποσπασματικά γεγονότα. Ότι έχω άρρηκτους δεσμούς με την Ελλάδα. Και με ανθρώπους. Που τους θέλω πλέον στη ζωή μου.

Γύρισα στη Νέα Υόρκη και συνέχισα την καθημερινή μου ρουτίνα. Σπίτι, γραφείο, σπίτι, ένα ποτό στα όρθια, εφήμερες σχέσεις. Έξι μήνες αργότερα, ανακάλυψα έναν άγνωστο αποστολέα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου. Μια φωτογραφία από το κάστρο στη Χώρα των Κυθήρων με ένα μικρό σχόλιο: «Σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε»

Τον είχα ξεχάσει. Τον Μάριο, τον Μάριο με το διεισδυτικό βλέμμα. Είχα αποκοιμίσει μάλλον τις αισθήσεις μου. Αρχίσαμε την αλληλογραφία, μικρά καθημερινά σχόλια, ένα παράλληλο σύμπαν, που μέσα στα επόμενα χρόνια έγινε το παν. Είναι πιο εύκολο να εκμυστηρεύεσαι τους φόβους και τις ανασφάλειές σου στο πληκτρολόγιο. Έβγαλα θυμό, και πίκρα, και ζήλια, και απόγνωση για τα παιδικά μου χρόνια, που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Και έκλαψα πάνω από ένα πληκτρολόγιο, κατανοώντας πλέον ότι δεν είμαι αυτάρκης. Τουλάχιστον, όχι τόσο όσο νόμιζα.

Μου μίλησε για τη δική του ορφάνια. Για την απόφασή του να κατέβει στο νησί απορρίπτοντας μία θέση επιμελητή Α σε μεγάλο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Μου μίλησε για την ηρεμία της ψυχής και με έσπρωξε στην ενδοσκόπηση. Μιλάγαμε για τις σχέσεις μας, για τη δουλειά μας, την καθημερινότητά μας.

Δεν ζήτησε τίποτε και ήταν πάντα εκεί.

Κάποια στιγμή, άρχισα να κάνω όνειρα. Όχι με έρωτες και happy end, θα ήταν ουτοπία. Η ζωή μου είναι στην Νέα Υόρκη, η δική του στα Κύθηρα. Τελεία.

Δύο χρόνια μετά, μου δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα για ένα project πάνω στη δουλειά μου. Δεν το είπα σε κανέναν και αρνήθηκα. Φοβήθηκα. Φοβήθηκα τον εαυτό μου, φοβήθηκα τα όνειρά μου, απλά φοβήθηκα.

Παράλληλο ήταν το σύμπαν και έτσι έπρεπε να μείνει.

Πριν δύο μήνες, μου είπε ότι θα έρθει στην Αμερική για ένα συνέδριο. Και τα όνειρα μετατράπηκαν σε εφιάλτες. Αναπολεί, λέει, τις κουβέντες που κάνουμε και θέλει να βρεθούμε. Πανικός. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει αυτό που νιώθω. Και φρίκη, και απόγνωση και ελπίδα και… κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο! Την μια στιγμή λαχταράει όλο μου το είναι να βρεθούμε και την αμέσως επόμενη φοβάμαι. Τόσα χρόνια υπάρχει ένα αδιόρατο φλερτ μέσα από mails, φωτογραφίες και ποιήματα που ανταλλάσσουμε, και στο οποίο ανταποκρίνομαι, νομίζω.

Κι αν κάνω λάθος; Αν εγώ έχω αντιληφθεί λάθος; Αν είναι απλά φιλικός και ανοικτός και… και ακόμη χειρότερα αν νομίζει πως εγώ τον φλερτάρω ξεδιάντροπα τόσα χρόνια; Αν, αν, αν…

Άρχισα να μην κοιμάμαι καλά τα βράδια. Άγχος η αιτία. Και όνειρα. Από αυτά που έρχονται την πιο ακατάλληλη στιγμή, χωρίς να σε ρωτήσουν και μετατρέπονται σε εφιάλτες, σε ενοχές και Ερινύες.

Εξαφανίστηκα. Είκοσι μέρες στην ίδια χώρα και απλά δεν έδωσα κανένα σημείο ζωής.

………

Πάλι ξύπνησα κάθιδρη τη νύχτα. Κι όλη η υπόλοιπη βραδιά πέρασε προσπαθώντας να θυμηθώ… Μέχρι που κατάλαβα πως δεν έπρεπε να θυμηθώ το όνειρο.

Να το ζήσω πρέπει, κι ας υπάρχει η πιθανότητα να γυρίσει σε εφιάλτης.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιώτα Φωτάκου

Με ένα «αμάν» κι ένα «σταμάτα επιτέλους» μεγάλωσα σαν παιδί… Όχι πως άλλαξαν και πολλά μεγαλώνοντας! Απλά πλέον, δεν προλαβαίνει κανείς να μου το πει. Κρατάω από Μάνη αλλά μεγάλωσα στην Κρήτη. Εκρηκτικός συνδυασμός.
Γιώτα Φωτάκου

Latest posts by Γιώτα Φωτάκου (see all)

2 σκέψεις στο “Όνειρα”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *