Πάει καιρός από την τελευταία φορά που σου μίλησα. Η δουλειά και οι υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν πια να σε σκεφτώ. Η εικόνα σου και η φωνή σου ξεθωριάζουν σιγά σιγά μέσα στο χρόνο και μένουν μόνο κάποιες φωτογραφίες σου για να μου τα θυμίζουν. Πάλι καλά που υπάρχει και η τεχνολογία και από τα σπάνια stories των φίλων σου βλέπω ότι είσαι καλά. 15 δευτερόλεπτα όλα κι όλα. Όσο ο χρόνος μιας εισπνοής / εκπνοής. Λίγο αλλά απαραίτητο για να σε κρατάει στην ζωή.

Άλλαξαν οι ρυθμοί της ζωής μας. Και των δύο. Έγιναν γρήγοροι αμείλικτοι, ρουφώντας κάθε συνειδητή σκέψη που μπορεί να είχα για εσένα. Δεν με πειράζει αυτό. Αυτός άλλωστε ήταν ο σκοπός μου.

Ξέρεις, σε είδα χτες. Φαινόσουν χαρούμενη. Είχες μια διαφορετική όψη. Αλλιώτικη απ ότι σε είχα συνηθίσει. Δεν σε είχα ξαναδεί έτσι. Ίσως να φταίει και ο καιρός που έχω να σε δω. Βλέπεις 2 χρόνια είναι πολλά και τα κομμάτια του παζλ σιγά σιγά φεύγουν, αφήνοντας την φαντασία να συμπληρώνει τα κενά.

Φορούσες εκείνο το ωραίο φόρεμα που σου είχα πάρει δώρο τα τελευταία μας Χριστούγεννα. Ναι εκείνο που ήθελες τόσο πολύ και που με τα τόσα νάζια σου με έκανες τα υποκύψω και να στο πάρω. Θυμάσαι ότι δεν μου άρεσε καθόλου στην αρχή, ε; Μετά όμως το αγάπησα γιατί αυτό το φόρεμα ήσουν εσύ, κι όπου κι αν το έβλεπα μου ερχόταν η μορφή σου.

Στεκόσουν απέναντι μου. Θα ήταν δεν θα ήταν 50 μέτρα. Για μια στιγμή σκεφτόμουν αν θα πρέπει να σου μιλήσω. Όμως τελικά ο ενθουσιασμός μου για το ότι σε είδα, δε μου επέτρεψε να το σκεφτώ πολύ.

Σε φώναξα με το επίθετο σου όπως έκανα πάντα. Αυτό που πάντα σε ενοχλούσε αλλά ταυτόχρονα σε έκανε να νιώθεις τόσο οικεία μαζί μου. Ήταν κάτι σαν κώδικας μεταξύ μας. Ήξερες πώς αν σε φώναζα με το όνομα σου κάτι δεν πάει καλά. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα για να γυρίσεις να με κοιτάξεις. Τίποτα όμως. Η φωνή μου χάνονταν μέσα στον κόσμο που σε περιτριγύριζε. Ίσως έχεις ξεσυνηθίσει πια να σε φωνάζουν με αυτόν τον τρόπο. Ίσως πάλι να έκανες πως δεν άκουσες.

Ήσουν απορροφημένη ανάμεσα στον κόσμο που σε περιτριγύριζε. Μιλούσες με κάποιους και ήταν λες και κρεμόσουν από τα χείλη τους. Δεν ξέρω ποιοι ήταν αν με ρωτάς. Φιγούρες που για πρώτη φορά έβλεπα στην ζωή μου και που για κάποιο λόγο δεν θα ήθελα ποτέ να μάθω. Σε φώναξα άλλες δυο τρεις φορές με το όνομα σου και περίμενα κοκαλωμένος πότε θα γυρίσεις το βλέμμα σου σε εμένα. Μάταια όμως. Χαμήλωσα τα μάτια και έκανα να φύγω. Για μια στιγμή το βλέμμα σου γύρισε προς το μέρος μου σαν να έψαχνε μέσα στον κόσμο. Κούνησα τα χέρια μου για να με δεις. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνταά και πριν προλάβω να κάνω κίνηση για να σε πλησιάσω, ξαφνικά σκοτάδι…

Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από το βράδυ αυτό. Μάταια παλεύω να θυμηθώ τι έγινε. Μόνο κενό.

Ξέρεις, παλεύουμε με κόπο να βγάλουμε από το συνειδητό μας κομμάτι κάποιον, και το καταφέρνουμε. Όμως πάντα θα υπάρχει κάπου βαθιά μέσα μας. Σε μια σκοτεινή γωνιά του νου όπου τίποτα και κανένας δεν θα μπορεί να τον ξετρυπώσει και που μπορεί να βγαίνει και να περιφέρεται ελεύθερος όποτε θέλει εκείνος.

Ίσως λοιπόν σε δω στον ύπνο μου και πάλι σήμερα. Ίσως αύριο. Ποιος ξέρει;

Εις το επανιδείν λοιπόν

 

Γ.Λ