Μια ηλιόλουστη μέρα του καλοκαιριού ξεκίνησε πριν λίγες ώρες. Το ποτάμι κυλάει ανενόχλητο στη γνωστή του πορεία. Ένα ποτάμι που χωρίζει στα δύο τη μικρή επαρχιακή πόλη. Μια πόλη που σήμερα κινείται σε γνώριμους ρυθμούς. Γρήγορους ρυθμούς. Το ποτάμι ανενόχλητο. Κυλάει με το δικό του ρυθμό. Σε πορεία που ορίζει μόνο του. Το νεαρό ζευγάρι καθισμένο δίπλα του. Τα δέντρα καλύπτουν το μέρος εκείνο με τις φυλλωσιές τους. Το μέρος που συχνάζουν από παιδιά είναι η αγαπημένη τους κρυψώνα. Αόρατο από τους διαβάτες του μονοπατιού. Αθέατο και από όσους περπατούν στην απέναντι όχθη. Το μέρος αυτό ήταν πάντα το μυστικό τους. Εδώ ξεκουραζόταν από τις πολλές σκανταλιές και τα ατελείωτα παιχνίδια. Εδώ μοιράζονταν τις παιδικές τους ανησυχίες και αργότερα τα εφηβικά τους άγχη. Εδώ ειπώθηκαν μεταξύ τους τα πιο σοβαρά και τα πιο αστεία. Λόγια ειπωμένα μόνο για τα αυτιά των δυο τους. Αναμνήσεις χαραγμένες μόνο στους δικούς τους εγκεφάλους. Στιγμές αυστηρά προσωπικές τους.

Η σημερινή μέρα ξημέρωσε γεμάτη ανησυχία για την Έμμα. Ο καλύτερος της φίλος αγχωμένος εδώ και μέρες. Ένιωθε την ένταση του. Οι συζητήσεις τους το τελευταίο διάστημα συγκρατημένες. Ένιωθε την αναστάτωση του. Και όμως ούτε αυτή δεν μπορούσε να ερμηνεύσει μια τέτοια συμπεριφορά. Ούτε αυτή που τον ξέρει τόσο καλά. Σήμερα της ζήτησε να βρεθούν. Καθισμένοι ήδη ένα τέταρτο στο αγαπημένο τους μέρος και λόγος δεν έχει βγει από το στόμα του. Ακόμα και η καλημέρα του ήταν χαιρετισμός με κούνημα του κεφαλιού. Τον παρατηρεί η Έμμα να κοιτάει το ποτάμι. Νιώθει την αγωνία του. Αντιλαμβάνεται το άγχος του. Αδυνατεί να κατανοήσει την επιφυλακτικότητα του να της εκμυστηρευτεί την αιτία. Τον παρατηρεί σιωπηλή. Ελπίζει στην εξομολόγηση του προβλήματος. Περιμένει. Περιμένει να βοηθήσει τον καλύτερο της φίλο με όποιο τρόπο είναι εφικτό. Το βλέμμα του Λούκας ξαφνικά στραμμένο πάνω της. Τα γαλανά του μάτια την κοιτούν με προσμονή. Βλέμμα νέο, μυστήριο για τα δικά της δεδομένα. Η φωνή του αποφασιστική.

«Αγαπημένη μου φίλη έχω ένα όνειρο να σου εκμυστηρευτώ. Ήρθε η ώρα να το μοιραστώ. Γνωριζόμαστε από παιδιά. Οι οικογένειες μας δεμένες από παλιά. Χρόνια που δεν μετριούνται πια. Η αγάπη μου για σένα κοινό μυστικό όλων. Η ένωση μας με τα δεσμά του γάμου όνειρο οικογενειακό. Όνειρο και ελπίδα των γονιών μας. Σε είδα στον ύπνο μου εχτές. Σου το εξομολογήθηκα επιτέλους εκεί. Μίλησα δυνατά για τα αισθήματα που χρόνια κουβαλώ. Ζήτησα να προχωρήσει ένα βήμα παραπάνω όλο αυτό. Σε ζήτησα σε γάμο. Εσύ με άκουσες προσεκτικά. Υπομονετικά περίμενες το τέλος. Μου έδωσες φιλί με στοργή μητρική. Έπειτα κίνησες για τον ουρανό. Χαμογελαστή άρχισες να αιωρείσαι. Άρχισες να πετάς και να απομακρύνεσαι. Σε κράτησα από το χέρι. Το κρατούσα σφιχτά. Σε κρατούσα γερά. Σου φώναζα να μείνεις. Να μείνεις εδώ. Να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Το όνειρο μου να είναι η ζωή μας. Τώρα πια ξέρεις. Η αλήθεια μου στα μάτια σου μπροστά.»

Τα χέρια του Λούκας κρατούν πια τα δικά της. Άγγιγμα τρυφερό. Κατανοεί πλέον το βλέμμα του. Δηλώνει λατρεία. Επιθυμία που δεν είχε φανταστεί πως υπήρχε. Επιθυμία ερωτική. Το βλέμμα της μελαγχολικό. Το ποτάμι η θέα της. Μα η σκέψη της σίγουρη. Η απόφαση οριστική. Τα χέρια της ξεφεύγουν από τα δικά του. Όρθια πια. Βήμα αργό μα σταθερό. Βήμα που την απομακρύνει από την κρυψώνα τους. Τα λόγια της ξεκάθαρα. «Η ελευθερία μου δεν θα θυσιαστεί για κανέναν θνητό.»

 

Μαρία Δαργανάκη