Όσα φέρνει η θάλασσα…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πιστές στο ραντεβού τους, και οι δύο. Εφτά το πρωί, βρέξει-χιονίσει, με υγρασία που σου τρυπούσε το μεδούλι, με αποπνικτική ζέστη που έκαιγε τα σωθικά σου, αυτές δεν αργούσαν ποτέ.

Πρώτη ξεπόρτιζε η μαυρούλα, σκούρα σαν το κουκούτσι της ελιάς. Έβγαινε με το ανάκατο, πυκνό μαλλί της, κοιτούσε τριγύρω και μετά τραβούσε με αργές κινήσεις και την κυρά-Φρόσω. Τα σκαλιά τα κατέβαιναν σιγά – σιγά, το ένα χέρι στη μέση της η κυρά-Φρόσω και το άλλο, τρέμοντας, να κρατάει την μαυρούλα. Εκείνη, αγέρωχη, υπομονετική, περίμενε να φτάσει με ασφάλεια η ηλικιωμένη στο έδαφος για να την αφήσει να προχωρήσει μόνη της.

Κι όταν έφταναν στην εξώπορτα, πάντα ήταν πίσω της, να κρατάει στοργικά την πλάτη της μην τυχόν και φύγει πίσω και βρεθεί στ’ ανάσκελα. Έκαναν τον περίπατό τους, μάζευαν λίγα λουλούδια από το κοντινο λιβάδι και μετά πίσω στο σπίτι.

Όλο το χωριό ήξερε την κυρά Φρόσω και τον μεγάλο καημό που είχε τραβήξει στη ζωή της. Άντρας ναυτικός, χρόνια στα καράβια και κυματοδαρμένος στα πέλαγα, περισσότερες μέρες περνούσε στη θάλασσα παρά στη στεριά. Παιδιά δεν χάρισε στην γυναίκα του, μόνο λύπη, καημό και ατελείωτη αναμονή. Κι όταν ήταν ο καιρός να ξεμπαρκάρει και να γυρίσει πίσω, έπεσε σε έναν τυφώνα χαμηλά της Ινδονησίας και δεν τον ξανάδαμε ποτέ.

Η κυρά-Φρόσω μαράζωνε τόσα χρόνια, δεν έβγαινε από το σπίτι της, χάζευε από το παράθυρο της σταγόνες που κυλούσαν στο τζάμι κι ήλπιζε να πέσει ένα τεράστιο κύμα πάνω της και να της φέρει τον άντρα της, νεκρό ή ζωντανό, θαρρώ δεν την ένοιαζε. Μόνο να χαιδέψει για μία τελευταία φορά τα ψαρά μαλλιά του.

Τον άντρα της δεν τον έφερε, αλλά της έφερε τη μαυρούλα. Μία λυγερόκορμη Αφρικάνα, έφτασε έξω από την πόρτα της μ’ ένα παπούτσι κι ένα σκισμένο φόρεμα. Κι από τότε, η μαυρούλα έγινε τα πάντα για την Φρόσω. Μαζί της στις χαρές, στις αρρώστιες και στις δυσκολίες. Τα πάντα έκανε στο σπίτι για την κυρά-Φρόσω, τα ψώνια από τη λαική, το μαγείρεμα, τις ενέσεις για το ζάχαρο.

Όλοι λέγανε ότι ήταν το ξώγαμο του άντρα της από τα ταξίδια του στην Αφρική. Στο χωριό είχαν να σούρουν τα πάντα για την ξενόφερτη, οι άντρες την λιγουρεύονταν, οι γυναίκες την ζήλευαν. Αυτή, όμως, αγέρωχη. Δεν έδινε σημασία σε κανέναν, πάντα χαμογελαστή και το βλέμμα χαμηλωμένο. Δύο χρόνια είχαν περάσει και δεν έφυγε ποτέ από το πλάι της γιαγιάς.

Μέχρι που μία ξάστερη νύχτα προς τα τέλη του Αυγούστου, η μαυρούλα βγήκε στην αυλή του σπιτιού, έκατσε στα σκαλιά της εισόδου κι έριξε το πρόσωπο στα χέρια της. Η κυρά-Φρόσω είχε αφήσει την τελευταία της πνοή στο κρεβάτι της, ακούγοντας ραδιόφωνο και κρατώντας μία φωτογραφία του άντρα της, ναύτη, από το πρώτο του ταξίδι. Μετά οι φήμες οργίασαν στο χωριό. Το κτήμα της κυρά-Φρόσως ήταν μεγάλο, πολλοί το λιγουρεύονταν για να το πάρουν κοψοχρονιά και να χτίσουν εκεί τις σπιταρώνες τους.

Η διαθήκη όμως ήταν ξεκάθαρη. Όλη την περιουσία της, η κυρα-Φρόσω την άφηνε στην μαυρούλα. Τίποτα σε ξαδέρφια, ανίψια, μακρινούς συγγενείς και φιλάρεσκους φραγκοφονιάδες. Το μίσος ανέβηκε πέντε σκάλες, πλέον άντρες και γυναίκες μισούσαν την μαυρούλα που ήρθε από τα ξένα και τους «έκλεβε τις περιουσίες».

Με το που έγινε κι η κηδεία, εκείνη έκλεισε το σπίτι, έριξε λουκέτο κι έφυγε από το χωριό. Όλοι νόμιζαν ότι θα τα παρατούσε, θα γυρνούσε στα μέρη της και θα μπορούσαν επιτέλους να διεκδικήσουν το κτήμα για την πάρτη τους.

Ήταν, όμως, πολύ γελασμένοι.

Μήνες μετά, ήρθαν πρώτα οι μπουλντόζες κι άρχισαν το γκρέμισμα. Πλάκωσαν μηχανικοί και πολεοδόμοι, εργάτες κάθε λογής κι άρχιζαν να ξαναχτίζουν από την αρχή. Μεγάλος σάματας είχε γίνει στο χωριό, όλοι ρωτούσαν να μάθουν τι έφτιαχναν αλλά κανείς δεν απαντούσε.

Έναν χρόνο μετά, στη θέση του παλιού αρχοντικού της κύρα Φρόσως, υπήρχε ένα μεγάλο, μοντέρνο κι άνετο διώροφο σπίτι. Η αυλή ήταν περιποιημένη, διάσπαρτα παιχνίδια υπήρχαν σε όλο τον κήπο, ζωντανά χρώματα, έμοιαζε με σχολείο. Κι όταν η μαυρούλα έπιασε μία πινακίδα να την καρφώσει πάνω από την εξώπορτα, μαζεύτηκαν όλοι για να διαβάσουν τι έγραφε:

«Κέντρο φροντίδας παιδιών αγνώστου πατρός».

Γιατί η μαυρούλα ήταν η τυχερή της ιστορίας. Αυτή κατάφερε κι έμαθε ποιος ήταν ο ναυτικός πατέρας της που ήρθε στην χώρα της για δύο βράδια και γκάστρωσε την μάνα της, αφήνοντάς την μόνη, φτωχή και μ’ ένα μωρό στην κοιλιά. Έμαθε ποιος ήταν, πού έμενε κι ήρθε να τον βρει. Το μόνο βέβαια που βρήκε ήταν η χήρα γυναίκα του και την αγάπησε σαν δεύτερη μάνα – κι εκείνη σαν την μονάκριβή της κόρη.

Κι όταν έμαθε πόσα παιδιά υπάρχουν που δεν ξέρουν τον πατέρα τους και μεγάλωσαν μόνο με τη μάνα τους, κατάλαβε ότι κάποιος έπρεπε να φροντίσει γι’ αυτά. Κάποιος έπρεπε να τους δώσει μία στέγη, μία οικογενειακή θαλπωρή μέχρι να καταφέρουν να βρουν τις ρίζες τους, να βρουν τον άνθρωπο που ευθυνόταν για την ύπαρξή τους αλλά που δεν είχε ποτέ το κουράγιο, την τόλμη ή την δύναμη, να τα αναγνωρίσει και να τα κάνει κομμάτι της ζωής του.

Η μαυρούλα ήξερε. Το χωριό δεν ήξερε το όνομά της ούτε και χρειαζόταν να το μάθει. Γι’ αυτούς ήταν απλά μία ξένη. Για τους υπόλοιπους ήταν μία γνωστή, μια αδελφή.

Κι όσο περνούσε ο καιρός, βρέξει χιονίσει, με την υγρασία να σου τρυπάει το μεδούλι ή την αποπνικτική ζέστη να σου τρώει τα σωθικά, εκείνη έβγαινε στον κήπο, κάπνιζε ένα τσιγάρο και κοιτούσε τον ουρανό ψηλά αγναντεύοντας την κυρά-Φρόσω που της χαμογελούσε.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook