Η καμπουριασμένη γριά έπιασε τον κάβο που της πέταξε ο νεαρός από την πρύμνη του σκάφους και τον πέρασε σβέλτα στην σιδερένια δέστρα. Έπειτα έτριψε τα δύο της χέρια σαν να ήθελε να τα ζεστάνει και χάθηκε στο σκοτάδι της ψυχρής νύχτας.

Το παλικάρι έμεινε σαστισμένο να την παρακολουθεί, ακίνητο και αμίλητο μέχρι που από την καμπίνα βγήκε ένας ηλικιωμένος κύριος και τον διέκοψε από τις σκέψεις που έκανε.
– Αλέκο παιδί μου όλα εντάξει;
– Ναι όλα μια χαρά, μόνο που…
Ξέρεις ποιος με βοήθησε να αράξω; Μια γριά!! Η οποία εξαφανίστηκε κιόλας!!!Μήπως έχω παραισθήσεις;
Ο γέροντας κούνησε το κεφάλι του..
– Μεγάλη ιστορία αγόρι μου!! Γέμισε δύο ποτήρια με κρασί και κάτσε να στα πω.

***

Πάει λίγος καιρός που ο πόλεμος έχει τελειώσει και στο μικρό νησί ο κόσμος προσπαθεί να μπει σε ρυθμό.

Η Κατίνα ζει με την χήρα μάνα της σε ένα δώμα με μια μικρή αυλίτσα. Δουλεύει όπου βρίσκεται θέση. Δουλεύει ώρες ατελείωτες για να έχουν να φάνε ένα κομμάτι ψωμί.

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα στο λιμάνι θα αντικρίσει δύο μάτια θάλασσες και θα βυθιστεί μέσα τους. “Με ζάλισαν τα μάτια σου” θα του λέει ξαπλωμένη στην αγκαλιά του τρεις μήνες μετά και ο Θοδωρής θα την σφίγγει επάνω του όπως το κύμα την ακτή.

Σύντομα αποφάσισαν να τραβήξουν το δρόμο τους μαζί. Το είπαν στην μάνα της Κατίνας, χάρηκε η ταλαίπωρη. Έστρωσε ένα καλό τραπεζομάντηλο στο παλιό τραπέζι, αγόρασε και λίγα λουκούμια για να έχει να κεράσει όταν δεχόταν τα συγχαρητήρια και έκανε τον σταυρό της που θα πάντρευε το κορίτσι της χωρίς προίκα.

“Δεν θέλω προίκα κυρά Ευτυχία, μόνον εκείνη θέλω.”
“Με την ευχή μου παιδί μου και όλα τα καλά του κόσμου να σας ακολουθούν.”

Ένα μήνα μετά, στον Άγιο Νικόλα, ένα μικρό γραφικό ξωκλήσι έγινε ο γάμος και το ευτυχισμένο ζεύγος ξεκίνησε τον κοινό του βίο.

Ο Θοδωρής δούλευε σφουγγαράς σε ένα μεγάλο καΐκι. Δύσκολη δουλειά και επικίνδυνη αλλά έβγαζε καλό μεροκάματο. Η Κατίνα του φώναζε να στραφεί προς την γη και να αφήσει την θάλασσα αλλά εκείνος ήθελε την αλμύρα επάνω του.

“Κατίνα, κορώνα στο κεφάλι μου σε έχω αλλά την θάλασσα δεν την αφήνω ψυχή μου.”
“Μα βρε Θοδωρή μου βλέπεις πόσα γίνονται στις καταδύσεις!! Δεν είδες ο γιος της κυρά Αθήνας; Σακατεύτηκε και κατέστρεψε την ζωή του με αυτή την νόσο. Να… και ο Βαγγέλης! Άφησε χήρα και 4 ορφανά! Σε παρακαλώ!”

Όμως ο Θοδωρής δεν άκουγε τίποτα. Η θάλασσα είναι πλανεύτρα. Έτσι πλάνεψε και εκείνον. Δώδεκα χρονών μικρό παλικαράκι ήταν όταν ορφάνεψε από μητέρα. Πατέρα δεν γνώρισε ποτέ. Στον πρώτο αχταρμά που βρήκε λοιπόν μπροστά του έπιασε δουλειά. Και έτσι αγάπησε το απέραντο μπλε.Εκείνο που γινόταν ένα με τον πόνο του. Μέσα του έπνιξε τους καημούς και τις πίκρες και βγήκε νικητής.

Ανάμεσα στην γκρίνια και τα παρακάλια της Κατίνας για να αλλάξει δουλειά ο Θοδωρής , άρχισε και η κοιλιά της να φουσκώνει.

Οι καιροί δύσκολοι, η πείνα θέριζε και η Κατίνα με μια δύσκολη εγκυμοσύνη σταμάτησε να εργάζεται. Τώρα ο Θοδωρής δούλευε ακόμα περισσότερο και η Κατίνα τον σταύρωνε κάθε φορά που έφευγε και παρακαλούσε τον Αη Νικόλα να της τον φέρει πίσω ζωντανό.

Ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη ο Θοδωρής φίλησε την κυρά του και έσκυψε στην φουσκωμένη της κοιλιά.
“Να σαι φρόνιμος λεβέντη μου και να με περιμένεις.”
Η Κατίνα γέλασε και του ανακάτεψε τα μαλλιά.

“Να προσέχεις παλικάρι μου, η Παναγία μαζί σου. Φίλησε με και δώσε μου υπόσχεση πως θα γυρίσεις πίσω.”

“Όσο τα πλοία δένουν στα λιμάνια εγώ θα γυρίζω στην αγκαλιά σου.”

Εκείνο ήταν το τελευταίο πρωινό που είδε τον άντρα της.

Την ώρα που χανόταν στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, η Κατίνα έφερνε στον κόσμο το παιδί τους.
Στην τελευταία του πνοή, πήρε ο γιος τους την πρώτη του ανάσα.

Μια ζωή ήρθε, μια ζωή χάθηκε, μια ζωή σταμάτησε και μια γυναίκα μαυροφορεμένη, πενήντα χρόνια τώρα δένει βάρκες και πλοία στα λιμάνια με την ελπίδα πως ο καλός της θα τηρήσει εκείνη την υπόσχεση.

 

Φωτογραφία: the sailor’s wife 

Odessa, Ukraine