Εκείνο το πρωινό έμοιαζε όπως όλα τα άλλα πρωινά Σαββάτου. Ξύπνησε από μόνος του περίπου στις δέκα έπλυνε τα δόντια και το πρόσωπο του, έφτιαξε καφέ, κάπνισε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Ένα βινύλιο από τα νιάτα του έκανε το δικό του μερίδιο στο να τον ξυπνήσει, ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα ξυπνούσαν τα εγκεφαλικά του κύτταρα σε συνδυασμό με τη καφεΐνη. Στα μισά του καφέ και αφού είχε κάνει το δεύτερο τσιγάρο ετοίμασε δύο τοστ με πολύ βούτυρο, διπλό κασέρι και ντομάτα.

Ασυνήθιστη κίνηση σήμερα, σκέφτηκε κοιτάζοντας έξω στο δρόμο τα αυτοκίνητα.

Στις δώδεκα και μισή χαμήλωσε τον ήχο της μουσικής και την πήρε τηλέφωνο. Ήταν το ξυπνητήρι της εδώ και τέσσερις μήνες που έλειπε στο νησί. Τέσσερις μήνες είχαν αφήσει τη θάλασσα και την απόσταση να μπει ανάμεσα τους και έχτιζαν λίγο λίγο από την αρχή όσα είχαν γκρεμίσει όσο εκείνη βρίσκονταν ακόμα εκεί μαζί του.

Καλημέρα ομορφιά μου.

Καλημέρα. Τι ώρα είναι; Η φωνή της νυσταγμένη και βραχνή.

Δώδεκα και μισή. Πρέπει να σηκωθείς σιγά σιγά ναι;

Μμμ,ναι εντάξει.

Θα την έπαιρνε πάλι σε δέκα λεπτά και εκείνη θα ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Τον είχε κουράσει κάποτε αυτό. Το να πρέπει να την ξυπνάει ξανά και ξανά μέχρι να σηκωθεί να πρέπει να της έχει έτοιμο καφέ που πιθανότατα δεν θα προλάβαινε να πιει. Τι δεν θα έδινε τώρα να μπορεί να τη δει, να κρατά σφιχτά το μαξιλάρι της και να ο καφές να κρυώνει στη κουζίνα.

Όσο περιμένει να τη ξανά πάρει τηλέφωνο ανοίγει τη τηλεόραση. Μένει να στέκεται μπροστά στο κουτί με το στόμα ανοιχτό τα μάτια γουρλωμένα.

Κόκκινοι τίτλοι τρέχουν στο κάτω μέρος, η υπόλοιπη οθόνη είναι κομμένη στα δύο. Στο ένα μιλάει ο πρόεδρος της χώρας και στο άλλο, πλάνα από αεροδρόμια και λιμάνια γεμάτα κόσμο εναλλάσσονται γρήγορα.

“Αγαπητοί πολίτες. Δεν πρόκειται για άσκηση ούτε για κάποιο αστείο. Μακάρι, μακάρι να ήταν αστείο.” Ο πρόεδρος ξεροκαταπίνει και είναι πιο χλωμός από το συνηθισμένο του. “Από εχθές το βράδυ όλα τα έθνη έχουν ειδοποιηθεί από τον οργανισμό της ΝΑSA πως ένας μετεωρίτης μεγάλης διαμέτρου βρίσκεται στην ίδια τροχιά με τη Γη. Αναμένεται πως ο μετεωρίτης θα εισέλθει στην ατμόσφαιρα αύριο, 25 Σεπτεμβρίου, στις 19:40 το απόγευμα. Αναμένεται να χτυπήσει το κεντρικό κομμάτι της Ευρώπης με… “, ο πρόεδρος δειλιάζει να συνεχίσει όμως το κάνει. “Με καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρο το πλανήτη. Αγαπητοί πολίτες, αυτές τις δύσκολες στερνές ώρες συνιστούμε όση περισσότερη ηρεμία είναι δυνατόν να έχουμε όλοι μας.” Ο πρόεδρος κοιτάζει τη κάμερα. “Ο Θεός να λυπηθεί τις ψυχές μας και τις ψυχές των αγαπημένων μας.”

Κλείνει τη τηλεόραση. Πρώτα τον πιάνουν τα γέλια και έπειτα τα κλάματα. Του κόβεται η ανάσα και αρπάζεται από τον καναπέ για να μη καταρρεύσει.
Τα λόγια του προέδρου μπερδεύονται μέσα στο μυαλό του. Τώρα τι; Στο τέλος τι;

Εκείνη!

Ντύνεται με ότι βρει μπροστά του, αρπάζει κινητό, κλειδιά και λεφτά και φεύγει. Μπαίνει στο αμάξι και οδηγάει σημειωτέον μέχρι το λιμάνι. Στο δρόμο μιλάει με τον κολλητό του. Βρίσκεται στη Σκωτία και του λέει πως θα μπουν σε κάποιο καταφύγιο στο βουνό ελπίζοντας για το καλύτερο. Κλαίνε και οι δύο με λυγμούς.

Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή μιλάει μαζί της. Βρίσκεται σε πανικό φυσικά, δύο φορές έχει αφήσει το τηλέφωνο κάτω για να κάνει εμετό, του λέει πως τα πόδια της δεν τη βαστάνε. Φοβούνται να κλείσουν το τηλέφωνο μην δεν ξαναπιάσουν γραμμή.

Θα έρθω. Στο υπόσχομαι θα έρθω σε εσένα.

Της το υπόσχεται και τώρα θα κρατήσει το λόγο του.

Γύρω του ο κόσμος κλαίει, αμάξια παρατημένα στο δρόμο, στα πεζοδρόμια. Βλέπει κάποιον να πέφτει από κάποιο μπαλκόνι. Τι γαμημένο σκηνικό ταινίας είναι αυτό; Δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει.

Στο λιμάνι ο ίδιος χαμός. Κόσμος συνωστισμένος, παντού ξεσπούν καβγάδες τα πλοία δεν έχουν προσωπικό, δεν έχουν καπετάνιους και οι άνθρωποι στη στεριά ψάχνουν να φύγουν απελπισμένα. Να φύγουν να πάνε που;

Εκείνος τρέχει, σπρώχνει δίχως διακρίσεις νέους, γέρους, γυναίκες και παιδιά. Στην αποθήκη έξι έχει ένα σκάφος αρκετών κόμβων. Το ξέρει γιατί και ο ίδιος είναι καπετάνιος σε ένα πλοίο της γραμμής. Για τον ίδιο λόγο ξέρει ότι αυτό το πλοίο με τη μια καμπίνα είναι υπεραρκετό για το κοντινό ταξίδι από τη πόλη στο νησί που είναι εκείνη.

Καθώς απομακρύνεται από το λιμάνι ακούει ουρλιαχτά και παρακλήσεις. Δεν έχει χρόνο για τίποτα από αυτά. Τώρα πρέπει να έχει το μυαλό του στον άνεμο, στη θάλασσα, σε εκείνη. Στη μόνη γυναίκα που θέλησε στα αλήθεια ποτέ του. Στη μόνη που αγάπησε. Σε εκείνη με την οποία ήθελε να κάνει παιδιά, σε εκείνη που ήθελε να γεράσουν πλάι πλάι και να του κλείσει τα μάτια.

Μια το ξημέρωμα φτάνει στο νησί. Από μακριά βλέπει πυκνό καπνό να καλύπτει τα πάντα. Φωτιά.

Δένει σε ένα μικρό απόμερο λιμανάκι μιας που το να πάει στο λιμάνι είναι άπιαστο όνειρο. Τον περιμένει άραγε όπως συμφώνησαν;

Τσαλαβουτά στα σκοτεινά νερά, βγαίνει στην αμμουδιά και να την. Μια λυγερή μορφή που τρέχει κατά πάνω του και τον ρίχνει κάτω με την ορμή της. Κλαίει με σπασμούς και την κρατά σφιχτά, όσο πιο σφιχτά μπορεί λες και έτσι θα τη προστατέψει από όλα και όλους.

Γυμνά τρεμάμενα κορμιά βρίσκουν ο ένας τον άλλο. Τόσο γνώριμη η μορφή της από κάτω του, τόσο οικεία. Όλα πάνω της φωνάζουν σπίτι, ουρλιάζουν αγάπη και ασφάλεια. Η κοιλότητα του λαιμού της η φωλιά του ξανά. Της λέει συνεχώς πως την αγαπά. Πόσο χρόνο έχασαν; Πως θα τον αναπληρώσουν; Δεν φτάνει. Δεν θα έφτανε ποτέ ακόμα και αν είχαν μια αιωνιότητα μπροστά τους.

Το ξημέρωμα τους βρίσκει ξαπλωμένους στο πλοίο, να κοιτάζουν τον ουρανό από όπου θα έρθει η καταστροφή τους. Συζητάνε για τα μέρη που θα πάνε, τα βιβλία που θα διαβάσουν, τα κρασιά που θα πιουν, τα ονόματα των παιδιών τους, τις συναυλίες που θα παρακολουθήσουν. Συζητάνε για τα σχέδια τους σχετικά με τη δουλειά και για το πώς θα παντρευτούν σε εναν πύργο στη Γαλλία με χωράφια γεμάτα λεβάντες τριγύρω.

Κάνουν ξανά έρωτα, κλαίνε και γελάνε. Μιλάνε, μιλάνε, μιλάνε.

Πόσο όμορφη είναι η φωνή της και η μυρωδιά της. Μέχρι και τα δάκρυα της είναι ήσυχα.

Μ’ αγαπάς; Τον ρωτάει καθώς κοιτάζουν τον σχεδόν σκοτεινό ουρανό και τώρα δεν κλαίει. Τώρα είναι ήσυχη.

Όσο δεν αγάπησα κανέναν και τίποτα.

Για πόσο;

Για πάντα.

Πόσο είναι το πάντα;

Για μια ζωή και άλλη μία. Της λέει και ούτε εκείνος κλαίει πια.

Ξέρεις; Δεν θα ήθελα να πεθάνω πουθενά αλλού. Στο πλάι σου ήθελα να πεθάνω πάντα.

Θα σε περιμένω εκεί.

Που είναι το εκεί;

Έχει σημασία;

Όχι, καμία. Αρκεί να είσαι εκεί.

Θα είμαι. Στο υπόσχομαι.

Της το υπόσχεται και τώρα έχει μια υπόσχεση να κρατήσει. Την σφίγγει επάνω του καθώς ο ουρανός φωτίζεται. Χαμογελάνε και οι δύο.

Αρχή μου και τέλος μου… προλαβαίνει εκείνος να σκεφτεί πριν το σκοτάδι.

Αρχή μου και τέλος μου… προλαβαίνει εκείνη να σκεφτεί πριν το σκοτάδι.