Ποτέ δεν σε συμπάθησα. Ερχόσουν κάθε βράδυ και προσπαθούσες να με πάρεις στην αγκαλιά σου. Δεν ήθελα, από παιδί δεν ήθελα. Άκουγα να μου λες πως θα μου κάνει καλό, θα με χαλαρώσει και θα με ξεκουράσει. Όμως εγώ ήξερα καλύτερα τι μου έκανε καλό. Προτιμούσα να κάθομαι μόνη στο σκοτάδι και στην ησυχία. Τίποτα δεν ακουγόταν, μονάχα η ανάσα μου. Το σκοτάδι ήταν πάντα φίλος μου.

Τα χρόνια περνούσαν κι εσύ εκεί, να επιμένεις να με πάρεις αγκαλιά, να με κρατήσεις μέσα της για ώρες. Άρχισαν να μου το λένε και οι δικοί μου άνθρωποι. «Είναι για το καλό σου» «Πρέπει να αφεθείς στα χέρια του» «Κανείς δεν αντέχει χωρίς αυτόν». Όχι ρε φίλε! Δεν σε θέλω. Όχι τα βραδιά. Λίγες ώρες μέσα στη μέρα, στο επιτρέπω. Τότε που η πόλη έχει ξυπνήσει για τα καλά. Τότε που η βουή των δρόμων περνά από τα κλειστά παράθυρα. Τότε που το φως λούζει τα σπίτια. Αλλά όχι το βράδυ.

Το βράδυ όλα ησυχάζουν. Το σκοτάδι αγκαλιάζει τον κόσμο και δίνει άλλη πνοή. Αν κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, αρχίζουν να διαγράφονται γύρω σου σιλουέτες. Εκεί που ξέρεις καλά ότι βρίσκεται η καρέκλα, ίσα μου μπορείς να διακρίνεις μια σκυφτή φιγούρα. Η κουρτίνα στο παράθυρο αρχίζει να λικνίζεται σαν ζαλισμένη γυναίκα. Το ταβάνι, γίνεται έναστρος ουρανός. Μπορείς να ταξιδέψεις στον γαλαξία, να βρεις άλλους πολιτισμούς, να γνωρίσεις παράξενα πλάσματα. Κάθε βράδυ κι ένα άλλο ταξίδι. Ένας μοναδικός κόσμος μόνο για σένα, ο οποίος χάνεται με το πρώτο φως της μέρας.

Το βράδυ οι μεγάλοι κοιμούνται. Κανείς δεν τσακώνεται μέσα στο σπίτι. Καμία γροθιά δεν σκάει πάνω στο τραπέζι. Καμίας μάνας το κλάμα δεν σκίζει την καρδιά σου. Κανενός πατέρα οι βρισιές δεν γράφονται μέσα σου ανεξίτηλα. Κανένας δεν μπορεί να λέει την μάνα σου πουτάνα και να την βγάζει καθαρή. Κανένας αδερφός δεν χρειάζεται να παρηγορήσει την μικρή του αδερφή με το βλέμμα. Κανένα δωμάτιο δεν μοιάζει με καταφύγιο. Κανένας γείτονας δεν χρειάζεται να φωνάξει την αστυνομία. Κανένα σπίτι δεν θυμίζει εμπόλεμη ζώνη. Το βράδυ το τέρας κοιμάται.

Κι ας πέρασαν τα χρόνια. Κι ας έφυγε το τέρας από το σπίτι. Κι ας ζω πλέον τη ζωή σου όπως την θέλω. Το σκοτάδι παραμένει φίλος. Έχει μια ζεστασιά, προσφέρει απλόχερα παρηγοριά, επουλώνει πληγές. Μην έρχεσαι λοιπόν τα βράδια. Μην ανοίγεις τα χέρια σου για μένα. Δεν σε θέλω. Σε φοβάμαι. Θέλεις να με πάρεις πάλι στους εφιάλτες. Θέλεις να με βλέπεις να στριφογυρίζω μέσα τους κάθιδρη, βγάζοντας κραυγές. Να προσπαθώ να ελευθερωθώ και να μην μπορώ. Θέλεις να σε έχω ανάγκη κι ας με βασανίζεις. Και σε έχω ανάγκη.

Ποτέ δεν αρνήθηκα πόσο σε χρειάζομαι. Πόσο δύσκολα βγαίνει η μέρα μακριά σου. Όσο κι αν με βασανίζει η αγκαλιά σου, δεν μπορώ να την αποφύγω. Μακάρι να μπορούσα να μείνω μακριά της για πάντα. Μακάρι… Τουλάχιστον να μην έρχομαι τα βράδια. Να τα έχω δικά μου. Κι ας επιμένουν όλοι πως δεν μου κάνει καλό. Κι ας το ξέρω πως έχουν δίκιο. Κι ας τους έκανα το χατίρι να πάρω χάπια για να αφεθώ σε σένα. Κι ας αφήνομαι στην αγκαλιά σου όλο και πιο συχνά. Με βασανίζεις και με ξεκουράζεις. Πως γίνεται αυτό; Γιατί πρέπει και να με βασανίζεις; Έχεις το πάνω χέρι και το ξέρεις καλά. Ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα θα υποκύψω. Κανείς δεν μπορεί να σου αντισταθεί.

Πάμε πάλι από την αρχή. Ποτέ δεν σε συμπάθησα. Όμως μεγάλωσα πια. Δεν είμαι πλέον το μικρό φοβισμένο κοριτσάκι. Κανείς δεν απειλεί κανέναν. Κανένα χέρι δεν σηκώνεται για να κατέβει με βία. Κανείς δεν κλαίει βουβά. Κανείς δεν κλαίει με λυγμούς. Κανείς δεν ψελλίζει «σταμάτα, με πονάς». Κανείς δεν χρειάζεται να παρηγορήσει ή να παρηγορηθεί. Ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε ανακωχή. Ένα βήμα ο καθένας. Εγώ θα προσπαθήσω να χαλαρώσω στην αγκαλιά σου, κι εσύ δεν θα με πηγαίνεις στους εφιάλτες. Θα με αφήνεις να φύγω όταν βλέπεις να στριφογυρίζω ανήσυχη. Θα περιμένεις να ηρεμήσω για να επιστρέψω. Κι ίσως μια μέρα μπορέσω να αφεθώ. Ίσως δεν με ξαναπάς στους εφιάλτες. Ίσως μπορέσω να κοιμηθώ ένα ολόκληρο βράδυ, ήρεμη στην αγκαλιά σου.