00:44

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Λένε πως τη στιγμή που φεύγει η ψυχή από το σώμα, όλες οι αισθήσεις οξύνονται.
Ελπίζω να με άκουγες όταν σου έλεγα να με προσέχεις. Ή μάλλον, είμαι σίγουρη ότι με άκουγες. Κι ας ήσουν σε κώμα. Κι ας σου είχαν κλείσει τα μάτια με γάζες. Κι ας σε είχαν ακίνητη δίνοντας σου άπειρα φάρμακα…

Πώς άντεξες σ’ εκείνη την εντατική τόσους μήνες; Ήξερα ότι είσαι πολύ δυνατή, μα με άφηνες άφωνη καθημερινά. Πολλά χειρουργεία, άπειρες ποσότητες φαρμάκων, δεκάδες σωληνάκια, μόνιμος πυρετός που δεν έπεσε για μήνες κάτω από το 39.5, τρεις ανακοπές μέσα σ’ ένα πρωινό κι όμως άντεχες λίγο ακόμα. Δεν θα έφευγες χωρίς να μας αποχαιρετήσεις και να σε αποχαιρετήσουμε…

Θεωρούσα απίστευτο το ότι σε έβλεπα σε αυτή τη κατάσταση. Εσένα… Εσένα! Την μεγάλη μου αδερφή! Ο πιο δυνατός μα και ο πιο ευαίσθητος άνθρωπος που ήξερα. 22 χρόνια που σε γνώριζα, θυμάμαι κυρίως να σηκώνεσαι αμέσως όταν έπεφτες. Σε ζήλευα που μπορούσες να το κάνεις. Σε θαύμαζα απεριόριστα κι ας μη στο είπα ποτέ. Πάνω απ’ όλα σ’ αγαπούσα με όλη μου τη καρδιά. Θύμωσα με τον εαυτό μου που έπρεπε να έρθει η στιγμή να φύγεις για να σου πω ότι σ’ αγαπάω. Κι αυτό το άκουσες, είμαι σίγουρη, κι ας το ψιθύρισα απλά. Συγγνώμη που δεν το είπα πιο δυνατά μα δεν είχα ανάσα… Είχα σχεδόν την ίδια με τη δική σου. Όπως ακριβώς την ένιωσα από τον κήπο του νοσοκομείου. Ήξερα ότι με φώναζες, άκουγα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή σου και δεν μπορούσα να αντισταθώ. Θέλησαν να με σταματήσουν, να μην ανέβω στον τρίτο όροφο όπου βρισκόσουν.

Ανέβηκα ένα-ένα τα σκαλιά αλλά αυτή τη φορά δεν έτρεχα. Ανέβαινα ήρεμα κι αργά, κι όσο προχωρούσα το συναίσθημα και η φωνή μέσα στο κεφάλι μου γίνονταν όλο και πιο έντονα. Φοβήθηκα να φτάσω μέχρι τον τρίτο. Όταν χτύπησα τη πόρτα της εντατικής, το βλέμμα της γιατρού που άνοιξε μου έκοψε τα πόδια. “Ήμουν έτοιμη να σου τηλεφωνήσω να ανέβεις”. Δεν της απάντησα. Προχώρησα αργά προς την είσοδο της εντατικής. Η αίσθηση που με είχε κυκλώσει δεν με άφηνε να αναπνεύσω. Ήταν η στιγμή που διαπίστωσα ότι πίσω μου βρίσκονται οι γονείς μας και η παιδική σου φίλη. “Μόλις έκανε την τέταρτη ανακοπή, θα θέλατε να τη δείτε τώρα η να την αποσυνδέσουμε πρώτα;” μας είπε η γιατρός. Πριν προλάβω να καταλάβω τι άκουσα, η μητέρα μου αποκρίθηκε αμέσως “θέλουμε να τη δούμε πριν την αποσυνδέσετε”.

Είδα του υπόλοιπους να περπατάνε προς το κρεβάτι σου ενώ εγώ στεκόμουν ακόμα στην είσοδο, προσπαθώντας να βρω ανάσες και βήματα να φτάσω κοντά σου. Όταν σε είδα, κατάλαβα ότι περίμενες. Περίμενες να βρεθούμε δίπλα σου. Και ήμασταν εκεί, για να ξεκινήσεις το ταξίδι σου χωρίς να φοβάσαι. Είχες λίγες ανάσες κρατημένες. Τις άκουσα. Σε ένιωσα όταν έφευγες. Σου κρατούσα το χέρι και ένιωσα το σώμα σου να “αδειάζει”… Οι γονείς μας φώναζαν. Γύρω μου πρόσωπα ξένα από τα δάκρυα, φοβισμένα. Δεν άκουγα κανέναν μόνο σε “έβλεπα” να φεύγεις για το μεγάλο σου ταξίδι. Γαλήνια κι Ωραία…

Ανάμεικτα τα συναισθήματα. Σταμάτησες να υποφέρεις και να ικετεύεις με το βλέμμα να σου σταματήσουν τον πόνο. Εκείνες τις στιγμές θα μπορούσα να δώσω και τη ζωή μου για να μη σε βλέπω σ’ εκείνο το κρεβάτι. Ένιωσα ότι έπρεπε επειγόντως να βγω έξω. Η αδερφή μου πλέον δεν βρισκόταν εκεί, δεν υπήρχε λόγος να είμαι κι εγώ εκεί. Βγήκαμε στον διάδρομο μαζί με την παιδική σου φίλη. Αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε για αρκετή ώρα παρέα. Μα χρειαζόμουν αέρα… Πνιγόμουν σ’ εκείνον τον διάδρομο που όσο περνούσαν τα λεπτά ένιωθα να στενεύει όλο και πιο πολύ. Κατέβαινα τα σκαλιά ένα-ένα ήρεμα κι αργά. Ακριβώς όπως τα ανέβηκα λίγη ώρα πριν. Στη πόρτα που οδηγούσε στον κήπο του νοσοκομείου κοντοστάθηκα πάλι. Είδα έξω τους συγγενείς και τους φίλους μας να περιμένουν νέα με τεράστια αγωνία. Βγήκα στον κήπο.

Επιτέλους, ανάσα! Βαθιά ανάσα… Το βλέμμα μου σηκώθηκε αμέσως στον ουρανό. Τόσα αστέρια δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί και σταμάτησα για να τα κοιτάξω με προσοχή. Γύρω μου υπήρχε μια περίεργη ζέστη. Όχι η ζέστη του Αυγούστου. Ήταν διαφορετική, αλλιώτικη… Ένιωσα να με παίρνει αγκαλιά όλος ο ουρανός!! Πρωτόγνωρο συναίσθημα, με έχει τυλίξει ο ουρανός. Δεν ήθελα να χάσω αυτή την αίσθηση… Ήξερα ότι η αδερφή μου είναι κάπου κοντά μου. Πήρα τη βαθιά ανάσα που χρειαζόμουν, τόση ώστε να μπορώ να ξεστομίσω στους συγγενείς ότι η Λένα μας έφυγε. Όλοι άρχισαν να κλαίνε και οι γονείς μου που κατέβηκαν κι εκείνοι στον κήπο, ούρλιαζαν. Είχα παγώσει, δεν ήξερα τι να κάνω ή τι να πω. Μόνο κοίταζα ψηλά και προσευχόμουν να έχει ένα υπέροχο ταξίδι χωρίς δυσκολίες.

«Μη την αφήσεις να ξεθωριάσει. Θα την επισκεπτόμαστε συχνά! Σου το υπόσχομαι… Όποτε την έχεις ανάγκη, θα κλείνουμε τα μάτια, θ’ απλώνουμε ένα νυχτερινό πέπλο και θα της τραγουδάμε. Κι εκείνη θα έρχεται!»

Ήρθε λοιπόν. Από το επόμενο βράδυ άρχισε τις επισκέψεις στα όνειρα μου. Ένιωθα σαν μικρό παιδί που μαθαίνει τον κόσμο από την αρχή και ήταν εκεί για να με βοηθήσει στα πρώτα βήματα της καινούριας μου ζωής. Κάθε φορά που έρχεται, μου θυμίζει τα παιχνίδια των παιδικών μας χρόνων. Μου δίνει την δύναμη που χρειάζομαι για να συνεχίσω να ζω χωρίς εκείνη…

Κάθε που ξημερώνει η 27η Αυγούστου, βγαίνω από το σπίτι. Όταν το ρολόι δείξει 00:44 με παίρνει μια τεράστια, ζεστή αγκαλιά ο ουρανός. Την τελευταία φορά έκλεισα τα μάτια και την είδα μπροστά μου. Γαλήνια κι Ωραία. Η μυστική μας συνωμοσία. Χαμογέλασε και ξανάρχισε ο κόσμος…

 

Τζίνα Ζόμπολα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook