100 και σήμερα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Εκατό και σήμερα. Πόσο βασανιστικά περνάνε οι μέρες. Χρόνος σου φαίνεται κάθε μια από αυτές. Δύσκολες ,ατέλειωτες. Γεμάτες πόνο ,θυμό ,νεύρα. Κάποιες μοιάζουν λίγο καλύτερες. Είναι αυτές που περιμένεις με αγωνία. Εκείνες οι μέρες που θα ξεπροβάλλει στην πόρτα το ξανθό του κεφαλάκι ,που θα τρέξει στην αγκαλιά σου και θα σου πει σ’ αγαπάω μανούλα.

Χρόνια παλεύεις με τον διάολο. Από τα μικράτα σου ακόμη. Πάνω που πίστευες ότι το νίκησες ,σου έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα και κυλούσες πάλι. Από τα δεκαεπτά σου στην κόλαση. Μια κόλαση που τόσο αστόχαστα επέλεξες. Δεκαεπτά χρονών παιδί. Τότε πίστευες ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Τώρα στα τριάντα οχτώ σου αισθάνεσαι ότι ζεις με δανεικό χρόνο. Ότι έχεις άλλη μια ευκαιρία. Την τελευταία σου ευκαιρία να ζήσεις. Να γίνεις η μάνα που χρειάζεται το παιδί σου.

Δεν σε νοιάζει για σένα. Πολλές φορές ήσουν σίγουρη ότι ζούσες την τελευταία σου μέρα. Μα τότε ήσουν μόνη σου. Δεν είχες δυο μάτια όλο παράπονο να σε ρωτάνε “γιατί είσαι πάντα άρρωστη μανούλα ,πότε θα παίξεις μαζί μου ;” Κι έτσι το αποφάσισες. Έπρεπε να ξαναπροσπαθήσεις. Για μια τελευταία φορά. Για να μπορέσεις να παίξεις μαζί του ,για να σταθείς δίπλα του βράχος ακλόνητος. Για να μην τον ξαναπεί ποτέ κανείς “το μπασταρδάκι της πρεζούς”

Μαζί αποφασίσαμε να το κάνουμε. Μαζί και κατευθείαν στα δύσκολα. Δεν θέλω υποκατάστατα ,μου είπες ,θέλω να το παλέψω αυτή τη φορά. Πόσα ατελείωτα βραδιά περάσαμε. Βράδια που έτρεμες στην αγκαλιά μου. Που πονούσε όλο σου το κορμί. Που κροτάλιζαν τα δόντια σου. Άλλα βράδια λύγιζες. Θα φύγω ,μου έλεγες ,θα πάω να βρω πρέζα ,πρέπει να πάρω τη δόση μου ,δεν αντέχω άλλο.

Κι εγώ σε κρατούσα. Με παρακαλετά ,με κλάματα ,με φωνές. Ξαγρυπνούσα μπροστά στην πόρτα. Και μόλις ξημέρωνε και σου περνούσε σε έπαιρνα αγκαλιά και σου ‘λεγα ότι νικήσαμε ,ότι κερδίσαμε άλλη μια μέρα. Κι έπαιρνες κουράγιο. Και μου ‘λεγες να μην σ’ αφήσω ποτέ. Ότι είδες πως είναι να ζεις ,πως είναι να χαμογελάς ,πως είναι να περπατάς στο δρόμο και να μην σ’ αποφεύγει ο κόσμος.

Εκείνη τη μέρα ξύπνησα κι ήταν λες και μια πέτρα μου πλάκωνε το στήθος. Σου έφτιαξα καφέ και δεν με κοιτούσες ,δεν μου μιλούσες. Αισθανόμουν λες κι από στιγμή σε στιγμή θα ξέσπαγε καταιγίδα. Κι άρχισες να μου ουρλιάζεις. Με κατηγόρησες ότι εγώ έφταιγα για το μαρτύριό σου ,ότι δεν σ’ άφηνα να ζήσεις. Λόγια που έφευγαν από το στόμα σου και μου τρυπούσαν το μυαλό. Προσπάθησα να μείνω ήρεμη. Να σου μιλήσω λογικά. Ώσπου μέσα στο παραλήρημά σου άρχισες να μιλάς για τα παιδιά μου. Κουβέντες που νόμιζα ότι τις φανταζόμουν. Κουβέντες τόσο άσχημες που δεν πίστευα ότι ήταν πραγματικές. Σου φώναξα ,σε έσπρωξα ,σου είπα ότι δεν θέλω να σε ξέρω. Κι αντί εγώ η λογική ,η υγιής να προσπαθήσω να σε καταλάβω ,θόλωσα. Μπορούσες να μου πεις τα πάντα ,να με βρίσεις όσο άσχημα ήθελες και δεν θα μ’ ενοχλούσε. Όχι όμως τα παιδιά μου. Την ώρα που σου χίμηξα δεν σκεφτόμουν ,δεν με ένοιαζαν συνέπειες ,δεν ήξερα τι κάνω. Μας χώρισαν κι έφυγα. Για να ηρεμήσω ,να σκεφτώ ,να μην σου κάνω κακό.

Όταν συνήλθα πανικοβλήθηκα. Είναι δυνατόν να αντιδράσω έτσι ;Να θέλω να κάνω κακό σε έναν άνθρωπο. Έκλαψα πολύ. Δεν μου βρήκα ούτε ένα ελαφρυντικό. Έπρεπε να συγκρατηθώ ,έπρεπε να φύγω ,έπρεπε να μην το συνεχίσω.

Πέρασαν μέρες γεμάτες παγωμάρα κι αμηχανία. Δεν σου μιλούσα ,δεν σε κοιτούσα καλά καλά. Οι απαντήσεις μου ήταν μονολεκτικές. Μου είπες ότι θέλεις να μιλήσουμε. Σε άκουγα να απολογείσαι. Να μου λες ότι δεν φταίω εγώ για ότι έγινε ,ότι δεν έπρεπε να μου μιλήσεις έτσι. Με ευχαρίστησες για όλο το διάστημα που περάσαμε μαζί .Μου είπες ότι κανείς ποτέ δεν έκανε κάτι για σένα. Ότι χάρη σε μένα αποφάσισες να ζήσεις. Με ρώτησες αν θέλω να φύγεις. Και τότε ήταν σαν να ξύπνησα ξαφνικά. Όχι ,δεν ήθελα να φύγεις. Σου υποσχέθηκα ότι θα το περάσουμε μαζί. Ότι θα το νικήσουμε παρέα.

Εννοούσα κάθε λέξη που σου είπα. Θα μείνω δίπλα σου για όσο χρειαστεί. Συγγνώμη δεν σου ζήτησα ποτέ. Δεν ξέρω κι αν θα μπορέσω ποτέ να το κάνω. Θα είμαι όμως εδώ. Να σε κρατάω αγκαλιά όταν πονάς. Να σε σηκώνω όταν πέφτεις. Να ξαναγίνεις αυτό που ήσουν κάποτε. Η δική μου Κατερίνα. Ξέρω ότι αυτό δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Έστω όμως κι έτσι, συγγνώμη.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook