Ήταν έτοιμη. Φορούσε ένα κοντό σορτσάκι, ένα φαρδύ τι σερτ από πάνω και λευκά σταράκια. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της έναν πρόχειρο κότσο ψηλά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα 28 της χρόνια δεν της φαινόντουσαν καθόλου. Τη βοηθούσε βέβαια το μικροκαμωμένο σουλούπι που είχε πάρει από τη μάνα της αλλά και τα πολλά χρόνια χορού ώστε να κρατιέται σε εξαιρετική φόρμα. Γέμισε μια μαύρη σχολική τσάντα με διάφορα βιβλία από την βιβλιοθήκη της, ένα πακέτο μωρομάντιλα κ ένα ζευγάρι λευκές καλοκαιρινές παντόφλες και ξεκίνησε για το μαγαζί. Το ραντεβού είχε κλείσει από την Πέμπτη…
“Θέλω τόσο πολύ να σε δω και να σε μυρίσω” της είχε γράψει και του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη “θα μπορώ το Σάββατο το απόγευμα μετά το μάθημα”
“Θα σε περιμένω. Ανυπομονώ πολύ μικρό μου. Μετράω ώρες…”

Τον είχε γνωρίσει από το φεησμπουκ…
Η αλήθεια είναι ότι η ίδια το είχε επιδιώξει και τόλμησε να του στείλει μήνυμα. Δεν το είχε ξανακάνει, αν και το είχε φαντασιωθεί πολλές φορές ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν ήξερε πως θα πήγαινε ούτε πως θα εξελισσόταν, την βοήθησε όμως ιδιαίτερα η άνεση που την έκανε να νιώσει. Της ζήτησε φωτογραφίες. Κι άλλες φωτογραφίες. Λίγο αργότερα λίγο πιο τολμηρές. Κι εκείνη ανταποκρινόταν πειθήνια, σχεδόν υπνωτισμένα από την περίεργη ηδονή που της γεννούσε η σκέψη.

Αυτό όλο τράβηξε περί τον ένα μήνα. Κάθε μέρα. Όλη μέρα. Και δεν την ένοιαζε καθόλου πια ότι ήταν παντρεμένος και είχε και μια κόρη στα μισά της χρόνια. Δεν του είχε πει όλη την αλήθεια για την ίδια, αλλά καμία σημασία δεν είχε.

Σταμάτησε ένα ταξί στην Καλλιρρόης κ σε δέκα λεπτά βρέθηκε στην περιοχή του. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθε πως την άκουγε. Τα χέρια της έτρεμαν. Προσπάθησε να αρθρώσει μια δυο λέξεις αλλά έτρεμε και η φωνή της ακόμη. “Δεν πειράζει” σκέφτηκε, “ίσως πειστεί ότι είναι η πρώτη μου φορά έτσι”.

Μπήκε στο μαγαζί με σκυμμένο το κεφάλι και με το δεξί της χέρι έπαιζε νευρικά με την μπλούζα της.
“Η Νεφέλη;” την ρώτησε εκείνος.
Έγνεψε καταφατικά…
“Έλα εδώ” της πρότεινε χαμογελώντας και της άνοιξε την τεράστια αγκαλιά του.
Η Νεφέλη χώθηκε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη ενώ συνέχισε να τρέμει. Η μυρωδιά του ήταν ανακατεμένη με άρωμα του σωρού και ιδρώτα μιας ημέρας.
“Βρε εσύ τρέμεις σαν το ψάρι! Κάτσε να σε δω λίγο…” Την τράβηξε μακριά του… Κοίταζε το μελαχρινό της πρόσωπο που ήταν ακόμη κατεβασμένο ντροπαλά και η Νεφέλη σήκωσε δειλά τα μάτια της και τον κοίταξε.
“Τι πλάσμα είσαι εσύ θεέ μου; Πόσο όμορφο μωρό είσαι εσύ; Έλα εδώ!” Είπε και την ξαναέκλεισε στην αγκαλιά του…
“Θέλεις να πιεις κάτι;”
Η Νεφέλη έγνεψε καταφατικά.
“Τι θέλει το μωράκι μου;”
“Μια μπύρα…πράσινη…” αποκρίθηκε δειλά.
“Επιτέλους άκουσα και τη φωνίτσα σου κοριτσάκι μου…”
Η Νεφέλη χαμογέλασε ντροπαλά. Σε δευτερόλεπτα είχε τη μπύρα της και την έπινε ήδη με μεγάλες γουλιές καθώς ευχόταν να καταφέρει να της ρίξει τους παλμούς.
“Να σου πω ομορφάκι… Τι λες να πηγαίναμε μια βόλτα να χαλαρώσουμε λίγο; εδώ είναι λίγο αποπνικτικά, δεν συμφωνείς;”
“Μμμμ… Ναι αμέ” είπε η Νεφέλη μετά από λίγη σκέψη. Ούτως ή άλλως για αυτή την “βόλτα” είχε φτάσει μέχρι εκεί και είχε φτάσει αποφασισμένη.

Λίγη ώρα μετά βρίσκονται στη Βουλιαγμένης. Ο Α. της συνέχιζε μια κουβέντα που είχαν ξεκινήσει προχθές για τους γονείς της, ενώ της έπιανε απαλά το γόνατο σε κάθε ευκαιρία. Ανατρίχιαζε κάθε που την ακουμπούσε και αυτό του άρεσε πολύ.

40 λεπτά μετά είχαν φτάσει. Είχε πάρει να βραδιάζει κιόλας οπότε όλο το σκηνικό ήταν σχεδόν ιδανικό. Πάρκαρε σε ένα αρκετά ασφαλές μέρος ενώ έδειχνε ότι ήξερε που πηγαίνει εξαρχής. Άλλωστε η Νεφέλη δεν ήταν η πρώτη που πήγαινε εκεί…

Έλυσε τη ζώνη του και γύρισε προς το μέρος της… “Για πες μου λοιπόν; Τι θα κάνω εγώ με εσένα;” Της είπε με σχεδόν παιδική αθωότητα.
Η Νεφέλη τον κοίταξε κατάματα. Η καρδιά της λες και είχε πατήσει ένα κουμπί και επανήλθε στα φυσιολογικά της… Όλα γινόντουσαν σχεδόν όπως τα είχε σχεδιάσει.
“Ότι θέλεις…” Του είπε και έλυσε τη ζώνη της.
“Ότι, ότι θέλω;”
“Ναι… Ότι μου έχεις γράψει, θέλω να μου κάνεις”
Όρμηξε με μιας επάνω της βουτώντας την από τον λαιμό και χώνοντας ολόκληρη τη γλώσσα του στο στόμα της… Η ανάσα του με μιας έγινε βαριά και άρχισε να χαϊδεύει με μανία όλο της το κορμί. Άφησε ένα βογγητό να της φύγει όταν χάιδευε το στήθος της και άλλο ένα όταν έφτασε ανάμεσα στους μηρούς της…
“Τι πλάσμα είσαι εσύ; Τι κορμάκι τρυφερό είναι αυτό;” Μονολογούσε ο Α. ενώ την άγγιζε παντού.

Άρχισε να τη γδύνει. Του ζήτησε να βάλει τα ρούχα της στην τσάντα ώστε να μην γυρίσει σπίτι τσαλακωμένη και την καταλάβουν οι δικοί της. Ο Α. συμφώνησε και άρχισε να γδύνεται κι αυτός βιαστικά. Έβγαλε το πακέτο με τα μωρομάντιλα αφού βόλεψε τα ρούχα της στην τσάντα και φορούσε ακόμη τα σταράκια της.
“Έλα επάνω μου” της είπε με μισόκλειστα μάτια… “Θα σου λέω εγώ τι θα κάνεις…”
Ανέβηκε πάνω του και ένιωθε τον ανδρισμό του σκληρό ανάμεσα στα πόδια της…
“Φίλα με μωρό μου… Φίλα με κορμάκι μου τρυφερό”
Άρχισε να τον φιλάει σχεδόν αδέξια.
“Γλείψε με… Χαμηλά… Θέλω να με γλείψεις και να βλέπω τα χειλάκια σου και τη γλωσσίτσα σου μωρό μου”.
Η Νεφέλη έσκυψε προς τα κάτω… Η διάπλαση της την βοηθούσε να γίνεται σαν κουβαράκι. Έβαλε το χέρι της στο παπούτσι της και έβγαλε την χρυσή πεταλούδα που της είχε μείνει κειμήλιο από τον αδερφό της μετά την μετακόμιση. Την άνοιξε με μια κίνηση ενώ φιλούσε απαλά τον ανδρισμό του Α… Εκείνος βογγούσε… Η Νεφέλη κατέβαινε προς τα κάτω μέχρι που έφτασε στους όρχεις του… “Βάλε και χεράκια μανάρι μου.. πρόσεχε όμως με τα δοντάκια σου…”
Δάγκωσε με όλη της τη δύναμη τη βάση του πέους και τον ένα όρχι… “Τι κάνεις;” Ο Α.τσίριζε σαν λαβωμένο σκυλί όταν η Νεφέλη του έχωσε το μαχαίρι στο λαιμό.
“Πες μου ΤΩΡΑ ρε αρχίδι ΠΩΣ καυλώνεις γαμώντας παιδικά κορμάκια; Δείξε μου ρε μαλάκα!!! ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ!” Η Νεφέλη πλέον τσίριζε και τα μάτια της λες και έσταζαν αίμα. Δεν ήταν η ίδια. Ήταν ένα θηρίο που ξύπνησε για να εκδικηθεί ότι ήταν ανίκανος να αναλάβει ο νόμος και η πολιτεία.
“Μίλα ρε μουνόπανο! Μίλα! Πόσα κοριτσάκια εχεις καταστρέψει με τα σκατά που φοράς για ψυχή; Πόσα έχεις οδηγήσει στα ναρκωτικά και πόσα στην αυτοκτονία; ΜΙΛΑ ΓΑΜΩ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΤΟ ΣΚΑΤΕΝΙΟ”
Ο Α. κλαίει μόνο λέγοντας ότι έχει ένα παιδί στο σπίτι…
“Τώρα το θυμήθηκες το παιδί σου ρε άχρηστο δίποδο; Τώρα ρε άρρωστε; Μήπως τα ίδια έχεις κάνει και σε αυτό;”
Η Νεφέλη σπρώχνει όλο και πιο μέσα το μαχαίρι δίπλα από την καρωτίδα. Το χέρι της έχει ήδη γεμίσει με το αίμα του, το ίδιο και το κάθισμα του. Ο Α. κάνει μια προσπάθεια να την τραβήξει από τα μαλλιά με μια γρήγορη κίνηση όμως η Νεφέλη κατεβάζει το μαχαίρι στο μόριο του και ξεκινά να τον κόβει και εκεί ενώ το κρατά και με το άλλο της χέρι.
“Σου έπεσε μαλάκα μου έτσι; Για πες μου λοιπόν… Πόσα κορμάκια έχεις μαγαρίσει με τα σκατά σου; Θέλω να ξέρω σε πόσα κομμάτια θα στον κόψω… Αν και τόσος που έχει γίνει φτάνει το πολύ στα δύο”

Ο Α αιμορραγεί πλέον έντονα και αρχίζει να χάνει τις αισθήσεις του…
“Μίλα ρε μαλάκα και υπόσχομαι να σε ΤΕΛΕΙΩΣΩ με τα χέρια μου, όπως μου έγραψες προχθές που νόμιζες ότι είμαι 15χρονη… ΜΙΛΑ” το τελευταίο της βγήκε σε τσιρίδα απόγνωσης. Ένιωθε ότι δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη όλη αυτή την παράνοια. Ήθελε και η ίδια να τελειώνει.
“Έντεκα” της ψέλλισε με τα μάτια του να γυρίζουν προς τα πάνω.
Η Νεφέλη παίρνει την μπλούζα του και την τυλίγει γύρω από τον λαιμό του, βάζει όλη της τη δύναμη στα χέρια της και τον τελειώνει.

Ακριβώς όπως του υποσχέθηκε προχθές…

Πήρε τα μωρομάντιλα και άρχισε να καθαρίζεται όταν βεβαιώθηκε ότι ο Α. δεν αναπνέει. Καθάρισε και ότι είχε ακουμπήσει. Η τσάντα της που ήταν στα πόδια της θέσης του συνοδηγού ήταν ολοκάθαρη το ίδιο και τα ρούχα της. Τα σταράκια της είχαν γεμίσει με αίματα αν και λίγο την ένοιαζε. Θα τα πετούσε. Είχε πάρει μαζί της τις παντόφλες. Εκείνες που είχε ξεχάσει η Μ το τελευταίο βράδυ που έμεινε σπίτι της και πέρασε το βράδυ κλαίγοντας μαζί της ενώ της εξιστορούσε την αρρώστια που ζούσε με τον Α. Με τη Μ. φορούσε το ίδιο νούμερο…

Η Μ. δεν θα τις ξαναχρειάζονταν… Έβαλε τέλος η ίδια στη ζωή της, αφού της την άδειασε ο Α. λίγο αργότερα, με τα σκατά που φορούσε για ψυχή.

 

Avra Foukou