Ο Άλκης κοίταξε το πολύχρωμο ρολόι του νευρικός. Του το είχε κάνει δώρο ο θείος Γιάννης που ήταν ναυτικός πριν από δύο χρόνια στα γενέθλιά του όταν έκλεισε τα 7. Τα μάτια του σκοτείνιασαν και η όρασή του στένεψε. Η αναπνοή του έγινε πιο κοντή και πιο γρήγορη και οι παλάμες του άρχισαν να ιδρώνουν. Με δυσκολία μπορούσε να βηματίσει πλέον. Το ρολόι του έδειχνε 11:59, σε λιγότερο από ένα λεπτό θα ξεκινούσε το μάθημα της γυμναστικής στο σχολείο στο διπλανό παλιό γήπεδο ποδοσφαίρου.

Ο Άλκης ήταν το ένα από τα δύο παιδιά μιας τυπικής επαρχιώτικης θεσσαλικής οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν οδηγός σε μεγάλα φορτηγά που κουβαλούσαν εμπορεύματα στο εξωτερικό. Πολλές φορές έλειπε και ολόκληρες μέρες. Η μητέρα του είχε αναλάβει την ανατροφή του Άλκη και του νέου μέλους της οικογένειας, του μικρού Βαγγέλη. Το σχολείο που πήγαινε είχε παιδιά από όλα τα γύρω χωριά, τα οποία μάζευε με επιμέλεια κάθε πρωί ο κυρ-Στέλιος ο οδηγός του ΚΤΕΛ Καρδίτσας που είχε αναλάβει τη μεταφορά των μικρών μαθητών από και προς το σχολείο. Παιδιών κάθε λογής από όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Και φυσικά όλα με διαφορετικούς χαρακτήρες. Πολλά κακομαθημένα και σκληρά και άλλα πιο ήσυχα και ευγενικά.

Ο Άλκης ήταν ένας ήπιος, ευγενικός χαρακτήρας, του άρεσε να διαβάζει κάθε τι καινούργιο που θα έπεφτε στα χέρια του με μανία. Τρελαινόταν να ακούει συνεχώς ιστορίες παλιές και καινούργιες και να τρέχει η φαντασία του σα να βρισκόταν κι αυτός κάπου εκεί, σα να ήταν κι αυτός μέρος τους. Η συνήθειά του αυτή, όπως ήταν φυσικό, έκανε τη συμπεριφορά του διαφορετική από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, πράγμα το οποίο δεν πέρναγε απαρατήρητο. Πολλές φορές μάλιστα εξόργιζε όσα παιδιά προσπαθούσαν να γίνουν φίλοι του και να παίξουν μαζί παιχνίδια της ηλικίας τους
.
«Πάμεεε. Τα κορίτσια στίβο, τα αγόρια ποδόσφαιρο», φώναξε δυνατά ο γυμναστής του σχολείου ο κύριος Γιώργος και ταυτόχρονα σφύριξε με τη μικρή σφυρίχτρα που είχε πάντα δεμένη στο λαιμό του.

Ο Άλκης, είχε για λίγο ξεχάσει το φόβο και την αναστάτωσή του καθώς κοιτούσε τα γελαστά μάτια της Ειρήνης του Παρασκευά, του ταχυδρόμου. Τα πιο γελαστά μάτια του κόσμου που όταν τον κοιτούσαν όπως τώρα τον έκαναν να ξεχάσει κάθε τι κακό εκτός από κείνο το περίεργο αίσθημα της κοφτής μπουνιάς στο μουδιασμένο στομάχι του. Πάνω που πήγε να της γνέψει με τη ματιά του ένας φοβερός θόρυβος ταρακούνησε δυνατά το κεφάλι του και τον έκανε να πέσει κάτω με δύναμη. Γέλια παντού, ακόμη και η Ειρήνη γελούσε κοροϊδευτικά πια και ο κύριος Γιώργος και όλα τα παιδιά της τάξης. “Που κοιτάς ρε γκαβέ νύχτωσε κι ακόμη να κουνηθείς, βλάκα ε βλάκα, ακούστηκε να του φωνάζει ο εφιάλτης που λεγόταν Σταύρος. Συμμαθητής του, κακομαθημένος και καλαμπουρτζής, μα αρκετά δυνατός και ψηλός επίσης. Συχνά τον πείραζε χωρίς λόγο και τον έκανε ρεζίλι στα άλλα παιδιά που αρέσκονταν στο να γελούν. Σταύρος, ήταν το όνομα του σχολικού εφιάλτη που τον στοίχειωνε.

Εκείνη τη μέρα, την ίδια στιγμή έτρεξε να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν με όλη του τη δύναμη και περπάτησε όλο το δρόμο με τα πόδια έως την αποθήκη του σπιτιού του. Εκεί του άρεσε να κάθεται όταν ήταν στεναχωρημένος. Ήταν η τελευταία μέρα που πήγε σ΄ αυτό το σχολείο. Μπήκε μέσα με ανακούφιση στη σκέψη αυτή. Η μυρωδιά τη υγρασίας ανακατεμένη με τη σκόνη, του έδιναν μια αίσθηση ασφάλειας που σχεδόν τη γευόταν. Παραμέρισε έναν σκονισμένο μουσαμά για να αποκαλύψει μια ιδιαίτερη γωνιά σε αυτό το ξεχασμένο μέρος. Δύο παλιά στρώματα γυμναστικής, μαζί με μία μικρή κουρελού που είχε εξασφαλίσει λίγο πριν πεταχτεί σαν «άχρηστο» στα σκουπίδια. Παραπέρα ήταν δύο στοίβες με βιβλία χωρίς σκόνη, δείγμα πως είχαν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα. Είχε ό,τι χρειαζόταν για να γίνει «αόρατος».

Ξάπλωσε στα στρώματα, έκλεισε τα μάτια και ανάσανε βαθιά στη θύμηση της Ειρήνης. Μα αμέσως στις ήρεμες σκέψεις του ξεπήδησε η μορφή του Σταύρου. Δεν τον άντεχε! Η είδηση πως οι γονείς του θα έπρεπε να μετακομίσουν στη Θεσσαλονίκη του έφερε ιδιαίτερη χαρά, ακριβώς γιατί θα γλίτωνε από τον εφιάλτη του. Χαμογέλασε στη σκέψη αυτή. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά, όταν συνήλθε από την ονειροπόλησή του. Σηκώθηκε βιαστικά, τίναξε τα ρούχα του με τα χέρια, άρπαξε την τσάντα του και ξεχύθηκε στην αυλή για να ανέβει στο σπίτι. Την ώρα που έκλεινε την πόρτα πίσω του, ένιωσε μια σκιά. Δεν πρόλαβε να γυρίσει και σωριάστηκε στο έδαφος με το χείλος του σκισμένο. «Αυτό, επειδή τόλμησες να κοιτάξεις την Ειρήνη!» άκουσε τη φωνή του Σταύρου.

Λίγο καιρό μετά, φθινόπωρο, στην πολύβουη Θεσσαλονίκη, η οικογένεια έχει αρχίσει να βρίσκει το ρυθμό της. Το σχολείο έχει ήδη ξεκινήσει και ο Άλκης έχει γνωρίσει έναν καλό φίλο, το Νέστορα, ταίριαξαν αμέσως. Ο Νέστορας είχε μια παράξενη ηρεμία πάνω του. Με τον καιρό έμαθε ο Άλκης πως ο φίλος του παρακολουθούσε μαθήματα αυτοάμυνας. Άρχισαν να πηγαίνουν μαζί. Ο καιρός περνούσε, ο Άλκης πήγαινε πια στο λύκειο. Ο χρόνος και η εκπαίδευση σμίλεψε αλλαγές επάνω του. Το βήμα του έγινε πιο σταθερό, η ματιά του πιο ζωηρή, οι κινήσεις του ήταν ήρεμες και σίγουρες. Δε φοβόταν πια, η εικόνα του εαυτού του από το παρελθόν είχε σβήσει. Τώρα, περπατούσε στην αυλή του σχολείου με άλλο αέρα.

Μα, τι τρέχει; Βλέπει παιδιά μαζεμένα σε μια μεριά της αυλής. Σίγουρα πάλι κάποιος θα έμπλεξε σε καβγάδες. Είχε ακούσει εδώ και μέρες για έναν νεοφερμένο, που ήταν σκέτος μπελάς. Πλησίασε το μπουλούκι των μαθητών. Στο κέντρο βρισκόταν ένας μικρός. Ο Άλκης με μια ματιά «διάβασε» την απελπισία του, μύρισε το φόβο του. Τα χέρια του παιδιού έτρεμαν, τα μάτια του έψαχναν σημείο να ξεφύγουν. Μπροστά του στεκόταν με ύφος θριαμβευτή ένας νταής – ώ, παιχνίδι παράξενο της μοίρας!- ο Σταύρος! Χλεύαζε το θύμα του και με γέλιο τρανταχτό σήκωσε το χέρι του να καταφέρει μια μπουνιά στο στομάχι του «λαγού», όπως τον έλεγε. Μα σάστισε! Το χέρι του έμεινε «δεμένο» ψηλά. Κάτι ή μάλλον κάποιος το βαστούσε ήρεμα αλλά δυνατά. Γύρισε και από τη ματιά αναγνώρισε τον Άλκη. «Εδώ, είσαι εσύ;!» γρύλισε και προσπάθησε να τον χτυπήσει με το άλλο χέρι. Μα κι αυτό το ακινητοποίησε ο Άλκης. Ντροπιασμένος ο Σταύρος, οργίστηκε ακόμα περισσότερο. Ορμά με λύσσα, με όλο του το σώμα, για να ρίξει κάτω τον παλιό «λαγό». Μα ο Άλκης, ήρεμα, ατάραχα παραμερίζει και ο Σταύρος παραπατά και σωριάζεται στο έδαφος. Σταματά για μια στιγμή. Η ανάσα του ακούγεται γρήγορη, ο ιδρώτας στάζει από το πρόσωπό του. Πιο πολύ τον ενοχλούσε ο εξευτελισμός. Πώς μπορούσε ο Άλκης να διαβάζει τις κινήσεις του πριν καν αυτός τις εκτελέσει; Δείχνει πως παραιτήθηκε. Μαζεύει τις δυνάμεις του για να σηκωθεί. Ο Άλκης του προτείνει το χέρι για βοήθεια. Μόλις στέκεται στα πόδια του ο Σταύρος, κάνει να φύγει. Ο Άλκης γυρνά στο άλλο παιδί, τον νέο «λαγό». Τότε ο Σταύρος ορμά ύπουλα για να καταφέρει το τελειωτικό, το πιο δυνατό του χτύπημα. Αντί για αυτό όμως, διπλώθηκε στα δύο, από μία γροθιά που φύλαξε ο Άλκης για την άνανδρη, εμμονική επίθεση του Σταύρου. Το ρολόι έδειχνε 11:59. Ήθελε ακόμα ένα λεπτό για να χτυπήσει το κουδούνι. Ο Άλκης ήταν ήρεμος. Ο Σταύρος δεν τον ενόχλησε ποτέ ξανά, ούτε κανένας άλλος.

 

Χρήστος Καϊάφας – Fin An