Κι αν ερωτεύτηκα το άρωμά σου, που ίσα και το θυμάμαι πια; Κρατάω αυτή την αμυδρή πια μυρωδιά σου σαν φυλαχτό. Έχω πολλά φυλαχτά από σένα, γιατί δεν έχω κάτι άλλο να κρατήσω. Δεν είχα ευκαιρίες, βλέπεις.

Κι αν ερωτεύτηκα τα μαλλιά σου; Εκείνα τα μαύρα, λαμπερά μαλλιά σου, που δεν τα πείραζες πολύ. Σ’ αντίθεση με μένα, όπου κάθε φορά που στεκόμουν μπροστά σου, από αμηχανία τα παίδευα συνεχώς, λες και δεν είχα ξαναμιλήσει σε άνθρωπο που έχει μία κάποια επίδραση πάνω μου.
Κι αν ερωτεύτηκα τα μάτια σου; Όμοιά τους δεν έχω ξαναδεί και δεν νομίζω ότι θα ξαναδώ. Όχι ότι θα ήθελα να ψάξω αν υπάρχουν μάτια σαν τα δικά σου, να σου πω την αλήθεια. Αλλά γι’ αυτά τα μάτια αξίζει να γραφτούν ποιήματα κι ωδές. Πόσο μα πόσο θα ήθελα να είμαι εγώ αυτή που θα γράψει για τα μάτια σου και να τα βλέπω καθώς διαβάζεις.

Κι αν ερωτεύτηκα το γέλιο σου; Ξεσπούσες στα γέλια και γέμιζε ο τόπος χρώματα, μουσική και χαρά. Τρανταζόταν όλο σου το κορμί και τάραζες τον κόσμο γύρω, όλοι γυρνούσαν να σε κοιτάξουν και χαμογελούσαν στο άκουσμα του γέλιου σου, γιατί γελούσες με την καρδιά σου. Δεν υπήρχε τίποτα προσποιητό σε αυτό. Απολάμβανα να σε ακούω να γελάς, κι ας μην ήμουν εγώ ο λόγος.

Κι αν ερωτεύτηκα το χαμόγελό σου; Εκείνο το χαμόγελο που σχηματιζόταν σε αγνώστους για λόγους ευγένειας, μιας και η δουλειά σου το απαιτούσε. Και το άλλο χαμόγελο, όταν έβλεπες γνωστούς και φίλους. Α, εκείνο ήταν ακόμη πιο όμορφο από το προηγούμενο. Αν και το αγαπημένο μου ήταν αυτό που σχηματιζόταν στα χείλη σου τις στιγμές που συναντιόνταν οι ματιές μας. Αναριγούσα ολόκληρη κάθε φορά που κοιταζόμασταν και μου χαμογελούσες. Χαμογελούσα κι εγώ, ένιωθα πως κοκκίνιζα και ντρεπόμουν. Δεν ξέρω καν αν το καταλάβαινες.

Κι αν ερωτεύτηκα τη φωνή σου; Τον τρόπο που μιλάς κι εκφράζεσαι; Την ευθύτητά σου; Την εξυπνάδα; Το χιούμορ σου;

Κι αν ερωτεύτηκα όλα τα παραπάνω, παρά το γεγονός ότι δεν σε ξέρω κι είμαστε απλά δύο γνωστοί; Δεν ξέρω πως γίνεται όμως αυτό. Δεν γνωρίζω πως σκατά γίνεται αυτό. Μόνο δυο γνωστοί είμαστε, το «καλησπέρα, τι κάνεις, πώς περνάς;» δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια τυπική γνωριμία.

Αχ, την πάτησα, γιατί σίγουρα ερωτεύτηκα όλα τα παραπάνω και δεν είχα ιδέα καιρό τώρα. Αλλά όταν ερωτώμαι γιατί είμαι ακόμη μόνη κι απαντώ πως δεν έχω βρει αυτό που θέλω – μάλλον από συνήθεια – πιάνω τον εαυτό μου να λέει ψέμματα. Γιατί τη στιγμή που απαντώ, σχηματίζεται μια φιγούρα στο νου μου. Έχω βρει αυτό που θέλω. Και πλέον τολμώ να το ομολογήσω. Στον εαυτό μου, γιατί σε σένα δεν πρόκειται. Μπορώ να το πω σε όλον τον κόσμο, εκτός από εσένα.

Προτιμώ να παραμένω ερωτευμένη από μακριά, διότι την απόρριψη μπορώ να την δεχτώ από τον καθένα, αλλά για κάποιο λόγο όχι από εσένα. Ίσως επειδή δεν μου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον όχι έτσι.

Κι έτσι μένω, να σε κοιτάζω από μακριά, να σε ονειρεύομαι – αχ, να ήξερες πόσες φορές σε έχω ονειρευτεί! Κι όχι πρόστυχα, ποτέ πρόστυχα. Είναι όνειρα τρυφερά, όμορφα, ρομαντικά, απ’ αυτά που είχα ξεχάσει πως υπάρχουν πολλά χρόνια τώρα – και να εύχομαι να είσαι κάτι περισσότερο από καλά, γιατί ξέρω ότι σου αξίζει, μιας κι έχω την εντύπωση πως έχεις περάσει τις δυσκολίες σου κι εσύ. Όπως όλοι μας, άλλωστε, αλλά αυτή τη στιγμή δεν με νοιάζουν οι όλοι, με νοιάζεις εσύ.

Κι αν δεν τολμάς γιατί δεν σου έχω μιλήσει; Δεν πειράζει. Αλήθεια, δεν πειράζει. Υποθέτω πως δεν θα είναι γραφτό μας τότε. Ω, ναι, προτιμώ, λοιπόν, να σε κοιτάζω από μακριά και να ελπίζω στα κρυφά, παρά να παίξω με την πιθανότητα της απόρριψης.

Κι αν … ;