130 μαχαιριές

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το φαγητό σιγόβραζε στην κατσαρόλα.
Σιγόβραζε και το μέσα της.
Ένιωθε θυμό, οργή, μίσος και απέχθεια.
Άναψε ένα τσιγάρο, κάθισε στην καρέκλα δίπλα στον απορροφητήρα και έπαιζε νευρικά με το μαχαίρι που μόλις είχε ψιλοκόψει τα κρεμμύδια.
“Θα τον γαμήσω τον πούστη” σκέφτηκε, “θα του σκίσω τα σωθικά όπως μου ξερίζωσε την ζωή”.

Δεν πέρασαν 5 μέρες που είχε βγει στο περίπτερο της γειτονιάς να πάρει τσιγάρα.
Αυτός εκεί, στο ίδιο παγκάκι κάθε απόγευμα, χάζευε τα παιδιά της γειτονιάς που έπαιζαν μπάλα. Μία στο τόσο τους έβγαζε μια κραυγή να φύγουν, μα μόλις τον κοιτούσαν τα παιδιά, μαζευόταν πάλι στη γωνιά του.
Έμοιαζε κουρασμένος, θαρρείς ήταν δεν ήταν 50αρης, αλλά έδειχνε για 70αρης.
Όλη η γειτονιά τον τάιζε κάθε μέρα, τον είχαν σα δικό τους άνθρωπο γιατί ήταν μόνος του.
Κανείς δεν ήξερε ποιος είναι, ποια είναι η ιστορία του, γιατί ήταν μόνος του, γιατί ήταν κάθε μέρα τόσα χρόνια στο ίδιο παγκάκι.

Εκείνο το απόγευμα σκέφτηκε να του πιάσει κουβέντα, να μη νιώθει μόνος πια, να νιώσει κι εκείνος την αγάπη και την αποδοχή. Μίλησε μαζί του περισσότερο από έξι ώρες. Μέχρι που σκοτείνιασε και προσφέρθηκε να την συνοδεύσει στην αυλόπορτά της, για να μη της κάνει κανένας κακό.
Το βρήκε πολύ γλυκό εκ μέρους του και αποδέχτηκε. Άλλωστε τόσα χρόνια “γείτονας” δεν είχε ακουστεί για κάτι κακό, άκακος έμοιαζε κι ο ίδιος.
Και μόλις έφτασαν τον ευχαρίστησε και του είπε καληνύχτα. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον εκείνη.
Την έπιασε από τα μαλλιά και της κοπάνησε το κεφάλι με τέτοια πίεση στην σιδερένια αυλόπορτα που έχασε τις αισθήσεις της για κάποια δευτερόλεπτα. Όταν τις ανέκτησε, ούρλιαξε. Εκείνος ήταν ήδη επάνω της και σαν άγριο ζώο της ξέσκιζε τα ρούχα, το κορμί, την ψυχή… μόλις τελείωσε το κτήνος, πήρε ένα μαδέρι που βρήκε εκεί χάμω και την χτυπούσε στο πρόσωπο. Μέχρι που από το αίμα δεν ξεχώριζες πρόσωπο, μαλλιά, χώμα, όλα ένα…
Ντύθηκε και έφυγε τρέχοντας.

Μετά από κάποιες ώρες εκείνη κατάφερε να σηκωθεί στα πόδια της, μπήκε στο σπίτι και κλείδωσε την πόρτα. Μπήκε στο μπάνιο της και άφησε το καυτό νερό να της ξεπλύνει το κορμί, να την αποστειρώσει από τα αγγίγματά του.
5 ημέρες δεν άνοιξε ούτε το φως στο μπάνιο, δεν ήθελε να βλέπει ούτε να την βλέπουν.
Μέχρι που ξύπνησε, είπε ΟΧΙ και βγήκε έξω.
Και εκείνος ήταν στο παγκάκι και είχε αγκαλιά του την μόλις 9 χρονών κόρη της γειτόνισσας.
Άρπαξε το παιδί από την αγκαλιά του και το πήγε στη μάνα του πριν γίνει άλλο κακό με δαύτον.

Το φαγητό σιγόβραζε στην κατσαρόλα.
Σιγόβραζε και το μέσα της όμως όσο περνούσε η ώρα άρχιζε να νιώθει έτοιμη να εκραγεί. Έσβησε το τσιγάρο, πήρε το μαχαίρι και έφυγε για το παγκάκι.

“130 μαχαιριές σε όλο το σώμα, με κύριο στόχο τα γεννητικά όργανα” αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής την επόμενη μέρα.
“Το θύμα κατακρεουργήθηκε και αν κρίνουμε από τις κακώσεις που φέρει στο κεφάλι και στα κομμένα άκρα του, ο δολοφόνος είναι άτομο με πολύ οργή και πιθανόν να έχουμε και δεύτερο θύμα ή αυτοκτονία σύντομα”.
Κι έτσι και έγινε, δεν άντεξε άλλο την βία που δέχτηκε στα 18 της μόλις χρόνια επειδή σκέφτηκε ότι ένας άνθρωπος έχει ανάγκη την αγάπη, όπως εκείνη την είχε απολαύσει από τους γονείς της και ήθελε να την μοιραστεί, δεν άντεξε άλλο την ιδέα ότι η ίδια που τόσο αγαπούσε την ζωή, μόλις την αφαίρεσε από κάποιον.

Το επόμενο πρωί την βρήκαν κρεμασμένη στο δέντρο που έκανε σκιά πάνω από το παγκάκι και ένα σημείωμα που έγραφε 3 γραμμές μόνο.
“Θα σε κυνηγάω ακόμα και στον θάνατο.
Ούτε εκεί δε θα βρεις γαλήνη.
Όπως μου έκλεψες την δικιά μου κάθαρμα”

 

ΚουΠου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook