Ένα μπουκέτο Άνθρωποι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«…Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος
Κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός…»

Η Φωτεινή, όταν άκουγε το τραγούδι αυτό δάκρυζε. Της θύμιζε εκείνα τα ξέγνοιαστα χρόνια που η μαμά της την θεωρούσε εκκολαπτόμενο αετό. Γέμιζε λύπη όταν σκεφτόταν πως την απογοήτευσε. Παρέμεινε σπουργίτι και κόντευε ήδη τα δεύτερα «αντα». Αναστέναζε στο καναπεδάκι της καθώς ρουφούσε τον ελληνικό καφέ κάνοντας αναδρομή στην ζωή της. Για που ξεκίνησε και που έχει φτάσει. Αναρωτιόταν που θα καταλήξει τελικά και πως θα αποχωριστεί την ζωή.
Ήθελε… Πόσα αλήθεια ήθελε. Φανταζόταν τον εαυτό της κλεισμένο σε έναν ήσυχο, όμορφο γάμο με κάμποσα κουτσούβελα. Να έχει ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και γλυκά του κουταλιού κι αν καλοπιανόταν κάποια στιγμή να ταξίδευε που και που σε διάφορες χώρες για να φέρνει νέα είδη στο μαγαζάκι της που θα ήταν φτιαγμένο από πέτρα και ξύλο. Είχε βρει και το όνομα μάλιστα. Θα είχε απέξω μια μεγάλη ξύλινη επιγραφή με κόκκινα γράμματα «Η φωλιά της νοστιμιάς».

Τίποτα από αυτά δεν κατάφερε. Όσο κι αν πάλεψε ο γάμος της βάλτωσε και απομεινάρι ένα έρμο ανήλικο αρσενικό να κρύβεται στην φούστα της. Να παλεύει σε ένα δωμάτιο όλο κι όλο να τα φέρει βόλτα με μια δουλειά που αγαπούσε αλλά δεν εξασφάλιζε τα προς το ζην.

Κυνηγημένο σπουργίτι ένιωθε. Φοβισμένο κι ανήμπορο. Και χαζό. Λάθη. Πόσα λάθη είχε κάνει. Τα έφερνε στο μυαλό της και ανέβαζε πυρετό. Κάποιες φορές ένιωθε ότι οι κινήσεις της, την είχαν οδηγήσει στον εγκλωβισμό κι άλλες σιχτήριζε την τύχη της. Για όποιον λόγο όμως κι αν είχε οδηγηθεί σε αυτό το καναπεδάκι να στάζει αίμα από τα μάτια της, ήταν ένα γεγονός που έπρεπε να βρει διέξοδο.

Μόνο για ένα ήταν βέβαιη πως ήταν ολόσωστη. Στην ηθική της. Ω ναι! Η ηθική της δεν ήταν διαστρεβλωμένη ούτε αλλοιωμένη. Σε αυτό τουλάχιστον ένιωθε «καθαρή». Δεν είχε αρνηθεί βοήθεια ποτέ σε άνθρωπο. Δεν είχε κοροϊδέψει ποτέ κανέναν. Δεν είχε βλάψει ούτε μυρμήγκι ηθελημένα. Έδινε και όταν δεν είχε. Κάποιοι την λέγανε θύμα , εκείνη τους διόρθωνε πως ήταν ανιδιοτελής. Μας κι αυτοί που την μάλωναν για καλό το έκαναν. Την αγαπούσαν και δεν ήθελαν να την εκμεταλλεύεται κανείς. Η έτσι πίστευε τουλάχιστον.

Η Φωτεινή όμως είχε αρχίσει να χάνει την πίστη της. Όχι στον Θεό. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν πίστευε σ’ Αυτόν. Σεβόταν αλλά δεν πίστευε. Η δύναμη της και η αδυναμία της ήταν ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο άρχισε να μην πιστεύει πια. Ένιωθε πως ότι είχε να δώσει το έδωσε και έμεινε «στεγνή». Στεγνή και μόνη.

Τα βαριά βήματα που την έφερναν στο ψυγείο κάθε τόσο εφευρίσκοντας νέους τρόπους Παρασκευής φαγητού με λιγότερο κόστος της έδινε και μια παραπάνω ώθηση για να σβήσει μέσα της κάθε συναίσθημα.

Ξεριζωμένο σπουργίτι χωρίς πατρίδα και χωρίς γυρισμό η Φωτεινή. Ότι έχτιζε, έσπαζε σε χίλια κομμάτια πολύ γρήγορα. Και πρακτικά πια, ένα ανήλικο στόμα έπρεπε να φάει, και έπρεπε κάτι να γίνει πια με τα σάπια παπούτσια του που έμπαζαν νερό και κρύο.

Πόσες φορές σκέφτηκε να κάνει ντου στην Βουλή ζωσμένη εκρηκτικά κι όποιον πάρει ο χάρος. Αλλά κι έτσι η κοιλιά δεν θα γέμιζε όποτε εγκατέλειπε νωρίς νωρίς αυτές τις επαναστατικές της τάσεις.

Απελπισμένο σπουργίτι η φωτεινή. Με ένα άηχο «βοήθεια» σφηνωμένο στα δόντια της.

Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Ω! Και στην μαγεία πίστευε. Πίστευε η αλαφροΐσκιωτη πως υπήρχε χρυσόσκονη στον αέρα κάθε φορά που αντάμωνε η αγάπη με την πράξη. Πίστευε ακόμα στον Άγιο Βασίλη. Εντάξει… όχι όπως πιστεύουν τα παιδάκια, όμως ήταν σίγουρη πως άκουγε καμπανάκια έξω από το παράθυρό της κάθε που άλλαζε ο χρόνος. Έτσι και τούτη την στιγμή. Πάνω στο απόλυτο κενό και λίγο, ελάχιστα λίγο πριν την πτώση, ήρθε Εκείνος.

Κάθισε και την άκουσε προσεκτικά, διάβασε την ψυχή της και της προσέφερε τον ώμο του να ξεκουραστεί. Την έκανε να γελάσει, Χριστέ μου πόσο ανάγκη είχε να γελάσει. Της μίλησε και την καθησύχασε. Και μετά πήρε παπούτσια στο ανήλικο θύμα της ιστορίας. Και μετά της προσέφερε νέα στέγη να μπορέσει να σταθεί όρθια. Και μετά της έβαλε βενζίνη για να πάει το παιδί να παίξει με τους φίλους του. Και ξέρεις κάτι ακόμα… μπόρεσε να φτιάξει και ένα γλυκό με άρωμα πορτοκάλι για να μυρίσει λίγο Χριστούγεννα το δωμάτιο. Και της είπε να δοκιμάσει νέα πράγματα για να μπορέσει να ορθοποδήσει κι εκείνος θα έμενε εδώ να την στηρίζει.

Κι άρχιζε να βγάζει πάλι πούπουλα η Φωτεινή και να γεννιέται επιτέλους η ελπίδα πως ίσως και να μπορέσει να κουτσοπετάξει.
Της προσέφερε και βόλτες και παρέα και καθαρό οξυγόνο.
Σκέτη μαγεία! Σαν να χόρευε μπλουζ με την ζωή ξανά.

Το όνομα του ήταν Άνθρωπος! Ένας γίγαντας που αποτελείται από πολλούς μικρότερους. Κι ήταν ίσως από τα χρωστούμενα εκείνης της μοίρας που σιχτήριζε….

Κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως ποτέ ξανά δεν θα νιώσει να χάνει την πίστη της. Ήταν πια κουκουλωμένη ολόκληρη από αγάπη.

«…Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος
Κι από σπουργίτι θα γινομουν αετός…»

Σας ευχαριστώ…

Μια Φωτεινή…

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook