Πατάς τα 40. Οδεύεις περήφανα στα 50, με βλέμμα αγέρωχο και κορμί λαμπάδα.

Ψέματα, οι λέξεις αγέρωχος και κορμί λαμπάδα, δεν υπάρχουν στη ζωή σου. Δεν προλαβαίνεις να ξυθείς, με 2 παιδιά, δουλειά, σύζυγο, σπίτι, σκύλο. Όσο ζεις ελπίζεις όμως. Τρέχεις όλη μέρα και τη μισή νύχτα, άλλοτε σου βγαίνει, άλλοτε όχι. Ξυπνάς το πρωί, σηκώνεσαι να ετοιμάσεις τσάντες, φαγητά, πηγαίνεις από δωμάτιο σε δωμάτιο, να τους ξυπνήσεις όλους.

Κι όπως είσαι πάνω από το έτερο ήμισυ που ροχαλίζει περήφανα, ακούγεται ο ήχος ενός μηνύματος και ανάβει η οθόνη του κινητού του, πάνω στο κομοδίνο. Κοιτάς στιγμιαία και η προεπισκόπηση δείχνει «Καλημέρα αγάπη μου!».

Έλα μου; Πως είπατε; Τι είναι αυτό; Ο άντρας ΣΟΥ δεν είναι αυτός που κοιμάται; Όχι η αγάπη κάποιας άλλης. Πόσες αγάπες χωράνε σε έναν γάμο; Πάει καιρός που είπατε ο ένας τον άλλον «Αγάπη μου», αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας τώρα. Το κινητό παραμένει ανοιχτό κι εσύ παραμένεις ακίνητη να το κοιτάς ώσπου να σβήσει. Τι κάνεις τώρα; Περνάνε στιγμές κι εικόνες μπροστά από τα μάτια σου, βράδια που έλειπε σε δουλειά, ταξίδια με διανυκτέρευση, νύχτες που κοιμήθηκες νωρίς μαζί με τα παιδιά κι εκείνος έμεινε ξύπνιος ως αργά επειδή έβλεπε ταινία, με το κινητό δίπλα του. Τηλέφωνα που χτυπούσαν κι άλλαζε δωμάτιο, επειδή ήταν για δουλειά και δε μπορούσε να μιλήσει με φασαρία.

Ανάσες.

Αυτό χρειάζεσαι για αρχή. Ανάσες, για να σκεφτείς τι θα κάνεις. Τον ξυπνάς ή τον αφήνεις να κοιμάται; Του ρίχνεις έναν κουβά κρύο νερό στα μούτρα ή δύο; Όχι, όχι, θα παραμείνεις ψύχραιμη, κυρία πάνω από όλα. Ανωτερότητα. Τον σκουντάς ελαφρά για να ξυπνήσει, ενώ θες να του χώσεις μια μπουνιά στα μούτρα, να του κοπεί κι ο ύπνος και το ροχαλητό, ψιλοανοίγει τα μάτια, ξύπνησε, ώρα να φύγεις από το δωμάτιο, ανάσες, ανάσες, ανάσες μην ξεχνάς.

Πας στο δωμάτιο των παιδιών, κοιμούνται ήρεμα κι εσύ θυμάσαι στιγμές, όταν γεννήθηκαν, όταν χαμογέλασαν πρώτη φορά, όταν σε φώναξαν μαμά, χαμογελάς και ξέρεις ότι για αυτά τα παιδιά, θα έκανες τα πάντα. Τα ξυπνάς με χάδια, μιλάς γλυκά και μέσα σου καίγεσαι όσο σκέφτεσαι τις επόμενες κινήσεις σου.

Σηκώνεται κι η «αγάπη της», τον βλέπεις που περπατάει στο διάδρομο με το βρακί και ξύνεται και νιώθεις όλα τα διαόλια να σε κυριεύουν, αλλά είπαμε, ανάσες και ανωτερότητα.

Ετοιμάζεις τα πάντα γρήγορα, ετοιμάζεσαι κι εσύ, τα παιδιά τρώνε, τα φιλάς στο κεφαλάκι , χαιρετάς την «αγάπη της» και φεύγεις για τη δουλειά. Ειδοποιείς αφεντικό, είσαι άρρωστη του θανατά, δε θα πας σήμερα, έχεις πυρετό, συνάχι, καταρροή, διάρροια, πονόλαιμο, λίγο πριν το μνήμα δηλαδή, πράγμα που δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια, μόνο που θα στείλεις άλλον εκεί.

Που πας τώρα; Ουίσκυ δε σερβίρουν πουθενά τόσο νωρίς, καφέ σε κουβά, κάνει κάποιος; Τσιγάρα να πάρεις κι αναπτήρα, δε γαμιέται, μπας και σου κατέβει καμιά καλή ιδέα. Όπως η ιδέα που είχες να του φτιάξεις προφίλ να βλέπει μόνος του τις μπύρες και τα μπαρ και να μη μπαίνει από το δικό σου συνέχεια. Λούσου τα τώρα. Σε ποιον να μιλήσεις; Ποια να ενοχλήσεις; Είναι και νωρίς γαμώτο, όλοι τρέχουν με παιδιά και δουλειές. Κι όσο σκέφτεσαι τι θα κάνεις, σου έρχονται φλασιές. Εκείνος σε ταξίδι, να του τηλεφωνείς για να του πουν καληνύχτα τα παιδιά και να είναι έξω για ποτό και να μην ακούς τίποτα ή να είναι σε πελάτη και να μην ακούς τίποτα από πίσω, μια νεκρική ησυχία δωματίου. Εκείνος στον καναπέ, στο σημείο που κάθεται πάντα, έχει κάνει βαθούλωμα το μαξιλάρι, με το laptop της δουλειάς ανοιχτό και το κινητό δίπλα. Να διαβάζει παραγγελίες (και καλά) και να χαμογελάει. Να ακούς τον ήχο από μήνυμα και να τον βλέπεις να γελάει διάπλατα και να λέει ότι είναι ο συνάδελφος που του στέλνει χαζές εικόνες. Κι εσύ στην κουζίνα να μαγειρεύεις και να συμμαζεύεις και να αναρωτιέσαι αν θα προλάβεις να φύγεις νωρίς , για να μη χάσεις το λεωφορείο κι αργήσεις πάλι και το αφεντικό μουρμουρίσει. Εικόνες που μπήγουν ένα ένα τα μαχαίρια στην καρδιά σου και στη ζωή που πίστευες ότι ζούσες ως τώρα και πιθανώς να είναι μια φούσκα πιο μεγάλη από το χαζό κεφάλι σου…

Ξύπνα! Κοιμήθηκες αρκετά τόσο καιρό.

Καλή δύναμη… Θα την χρειαστείς!

 

Β.Θ