Γαλάζιο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γαλάζιο χρώμα γεμίζει τα θολωμένα, γεμάτα καταρράκτη, μάτια του. Έντονο γαλάζιο που εκπέμπει γαλήνη, ηρεμία και αφοσίωση. Που ξεπερνά όλα τα εμπόδια. Αυτό ακριβώς το γαλάζιο που αναζητούσε όλη τη ζωή του…

Είναι καθισμένος εδώ και ώρα πάνω στο μαρμάρινο κάθισμα. Το τσουχτερό κρύο του χειμώνα έχει παγώσει τα πάντα γύρω του, αλλά αυτός δεν το νιώθει μέσα του. Τα γέρικα χέρια του μόνο τρέμουν ελαφρά από την υγρασία κι αυτός τα κοιτάει με απορία. «Πάλι ξέχασα τα γάντια μου στο σπίτι» σκέφτεται αφηρημένα, «θα με κατσαδιάσει πάλι το Κορίτσι μου και θα έχει και δίκιο αυτή τη φορά». Παίρνει αργά το βλέμμα από τα τρεμάμενα χέρια του και το στρέφει στον ουρανό. Νιώθει τον ασθενικό ήλιο να περνάει μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων γύρω του και αφήνει ξανά το μυαλό του να ταξιδέψει μέσα στο γαλάζιο. Στο γαλάζιο του ουρανού. Στο γαλάζιο των ματιών της.

Ήταν το πιο έντονο γαλάζιο που είχε δει ποτέ του. Αγαπούσε από μωρό τα χρώματα αλλά αυτό το χρώμα ανέκαθεν τον μαγνήτιζε. Ακόμα κι όταν του αγόρασαν οι γονείς του εκείνο το τεράστιο κουτί με τους χρωματιστούς μαρκαδόρους, αυτή η απόχρωση του γαλάζιου δεν υπήρχε πουθενά ανάμεσα τους και κάθε φορά που επιχειρούσε να ζωγραφίσει τον ουρανό στα σκίτσα του, ήξερε ότι ποτέ δεν θα τον πετύχαινε. Η απόχρωση δεν ήταν σωστή. Την ανακάλυψε όταν βρισκόταν στο γήπεδο του χωριού παίζοντας ποδόσφαιρο με τους φίλους του και κλώτσησε ένα μακρινό σουτ με αποτέλεσμα να πέσει η μπάλα του μέσα στους θάμνους. Έτρεξε σαν παλαβός να την πιάσει και τότε έζησε το θαύμα, τη βρήκε.

«Αυτή η μπάλα είναι δική σου;» τον ρώτησε κοιτώντας τον στα μάτια κι εκείνος βρήκε το γαλάζιο που έψαχνε. Μέσα στα μεγάλα γαλάζια μάτια της.
«Εεεε…. ναι, δική μου είναι, δώστη μου μωρέ….» είπε και έστρεψε το βλέμμα του ντροπαλά στα φθαρμένα παπούτσια του.
«Αααα δεν ξέρω, τι θα μου δώσεις για να σου τη δώσω;» του είπε με σκέρτσο αυτή και ανοιγόκλεισε τις τεράστιες βλεφαρίδες της.
«Μία σφαλιάρα!!» είπε και ύψωσε χωρίς αποτέλεσμα το ενός μέτρου κορμάκι του προς το μέρος της προσπαθώντας να το παίξει μάγκας, όπως είχε δει να κάνει ο μεγαλύτερος αδερφός του με τα κορίτσια που του άρεσαν. Αμέσως όμως έγειραν οι μικροί ώμοι του όταν είδε τα υπέροχα μάτια μπροστά του να βουρκώνουν.
«Πάρε την μπάλα σου και φύγε, σε μισώ! Δεν θέλω να σε ξαναδώ!» του είπε και του πέταξε την μπάλα στο κεφάλι ενώ γύριζε την πλάτη της και απομακρύνθηκε κλαίγοντας. Έπιασε την μπάλα στα χέρια του και ένιωσε ντροπή καθώς έβλεπε να απομακρύνεται εξαιτίας του το πιο υπέροχο πλάσμα του κόσμου.
«Τι βλακεία είπα! Πόσο χαζός είμαι!» σκέφτηκε περίλυπα και με σκυμμένο το κεφάλι βγήκε από τους θάμνους για να επιστρέψει στο γήπεδο ενώ οι φίλοι του τον κορόιδευαν από μακριά.

Το ίδιο βράδυ και με τη σκέψη της στο μυαλό του, κατηφόρισε με τον αδερφό του στην πλατεία του χωριού όπου είχε στηθεί ένα υπαίθριο λούνα παρκ. Άρχισε να τρέχει με αγωνία γύρω από τα μηχανήματα, μήπως και την ξαναδεί. Το βλέμμα του έτρεξε πάνω στην φωτισμένη ρόδα και μέσα στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια να βρει τα γαλάζια μάτια. Δεν την είδε πουθενά και κατσούφιασε. «Αυτό ήταν, δεν θα την ξαναδώ ποτέ ρε γαμώτο!» έβρισε τον εαυτό του και πήρε σειρά για να μπει στο τρενάκι που έτρεχε ιλιγγιωδώς πάνω στις ράγες. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν πολύ το τρενάκι αλλά ο αδερφός του τον είχε παρατήσει και μιλούσε με κάτι μεγαλύτερα αγόρια, οπότε θα το έκανε μόνος του. Οκτώ χρονών ήταν, μεγάλος άντρας πια, δεν χρειαζόταν να φοβάται!

Ξαφνικά ένιωσε ένα χεράκι να ακουμπάει τον ώμο του.
«Αν και σε μισώ, θέλεις παρέα στο τρενάκι;» άκουσε μία φωνή και γύρισε το κεφάλι του για να δει ποιος ήταν. Μόλις την είδε, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι του, ξεροκατάπιε αλλά της είπε με μισό χαμόγελο «Εεεεε…χμ… ναι, σιγά μωρέ, μπορώ και μόνος μου αλλά οκ, αν θέλεις εσύ παρέα επειδή φοβάσαι, άντε να μπούμε μαζί μέσα».

Δεν ξέχασε ποτέ αυτή τη βόλτα. Δεν ξέχασε ποτέ το γαλάζιο των ματιών της, το οποίο από την αδρεναλίνη είχε γίνει εντελώς διάφανο, καθώς ούρλιαζε με φόβο και χαρά, ενώ ο άνεμος ταξίδευε προς όλες τις κατευθύνσεις τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Δεν ξέχασε ποτέ την υπέροχη πρωτόγνωρη αίσθηση που ένιωθε το κορμί του, κάθε φορά που τη συναντούσε στη θάλασσα και έπαιζε μαζί της στα κύματα. Ούτε τις στιγμές που έτρωγαν μαζί το παγωτό τους τα απογεύματα στην πλατεία του χωριού. Και πάντα έπαιρνε παγωτό τσιχλόφουσκα, ένα γαλάζιο κατασκεύασμα που ήταν υπέροχο όπως αυτή και τα μάτια της.

Τεντώνει το πονεμένο κορμί του πάνω στο μάρμαρο και τρίβει αργά το μέτωπο του. Τον έχει πιάσει ένας δυνατός πονοκέφαλος αλλά προσπαθεί να τον απωθήσει. Οι γιατροί του είχαν πει ότι η υγεία του δεν σήκωνε άλλη ταλαιπωρία. Μετά το τελευταίο εγκεφαλικό που έπαθε πριν κάτι μήνες, του συνέστησαν να παραμείνει στο σπίτι του και να μη πηγαίνει άσκοπες βόλτες. Τα τρία παιδιά του (τα καμάρια του, έτσι τα αποκαλούσε με περηφάνια, παρόλο που του έσπαγαν τα νεύρα γιατί του φέρονταν σαν μικρό παιδί) του φώναζαν να μείνει μέσα αλλά αυτός με πείσμα τα αγνοούσε. «Αυτή δεν είναι βόλτα, είναι η ανάσα μου, πότε θα το καταλάβουν;» σκέφτεται και κοιτάει τα πουλιά που γεμίζουν με μουσική το ήσυχο μέρος. Ρίχνει άλλη μία ματιά στον γαλήνιο γαλάζιο ουρανό και κλείνει τα μάτια του, απολαμβάνοντας τη δειλή ζέστη του ήλιου πάνω στα βλέφαρα του.

Αισθάνθηκε τόσο όμορφα. Μόλις είχε βγει από τη θάλασσα και ήταν ξαπλωμένος στην πετσέτα του πάνω στην άμμο. Ακόμα δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι είχαν επιτέλους ξεκινήσει οι καλοκαιρινές διακοπές. Είχε τόσο πολύ ανάγκη αυτή την άδεια μετά την κούραση που πέρασε όλο το χρόνο στο γραφείο που αποφάσισε να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στον εαυτό του. Να επιστρέψει στο χωριό του, που είχε να το επισκεφτεί τόσα χρόνια.

Το σπίτι που νοίκιαζαν οι γονείς του τα καλοκαίρια δεν υπήρχε πια. Τα οικονομικά τους ήταν τόσο δύσκολα που αναγκάστηκαν να διακόψουν τα περιττά έξοδα. Έκλαψε πολύ όταν διαπίστωσε ότι δεν θα ξαναπάει στο χωριό, ότι δεν θα ξαναδεί τα υπέροχα γαλάζια μάτια που τον είχαν μαγέψει. Ικέτεψε τους γονείς του, χτύπησε το πόδι του πάνω στα πλακάκια, ούρλιαξε ότι τους μισεί και δεν θέλει να τους έχει γονείς του πια αλλά ήξερε ότι τελείωσε. Και το πήρε απόφαση ότι την έχασε για πάντα. Την απώθησε στο πίσω μέρος του μυαλού. Τελείωσε το σχολείο, μπήκε στο Πανεπιστήμιο, έκανε το μεταπτυχιακό του, πήγε στον στρατό, έπιασε μία πολύ καλή δουλειά σε μία κατασκευαστική εταιρία και την ξέχασε. Τουλάχιστον αυτό είπε στον εαυτό του. Ακόμα κι όταν την έβλεπε μέσα στις αμέτρητες φιλενάδες που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια. Την ώρα που κοιτούσε ψηλά στον ουρανό. Τις στιγμές που αναπολούσε το γαλάζιο χρώμα.

Μα πως τη θυμήθηκε τώρα; Αναστέναξε, άδειασε το μυαλό του και άφησε το θαλασσινό αεράκι να δροσίσει το κορμί του. Οι διακοπές του ξεκινούσαν. Ξαφνικά ένιωσε κάτι να τον χτυπάει με δύναμη στο κεφάλι. Άνοιξε έντρομος τα μάτια του και ανακάθισε στην πετσέτα του προσπαθώντας να καταλάβει τι έπαθε. Στράφηκε πίσω του και είδε το γαλάζιο του ουρανού να τον κοιτάει χαμογελώντας.
«Συγγνώμη αλλά αυτή είναι η μπάλα μου, θα μου τη δώσεις μωρέ;» Ο χρόνος σταμάτησε. Τα βλέμματα ενώθηκαν και έγιναν φωτιά που τους παρέσυρε. Το γέλιο τους ακούστηκε παντού όταν συνειδητοποίησαν ποιοι είναι. Ο έρωτας τους τύλιξε σαν να μην πέρασε μία μέρα από την τελευταία φορά που βρέθηκαν. Και το γαλάζιο του ουρανού έγινε ένα μέσα τους.

Ανοίγει τα μάτια του αργά και καρφώνει το βλέμμα του στο άπειρο. Παίρνει μία βαθιά ανάσα και σηκώνεται αργά από το παγωμένο μάρμαρο. Νιώθει ξαφνικά τα γόνατα του να μην τον βαστάνε ενώ το κεφάλι του πάει να σπάσει. Απλώνει με κόπο το χέρι του και με αργές αλλά τρυφερές κινήσεις τακτοποιεί τα λουλούδια στο βάζο. Ρίχνει μία τελευταία ματιά στην φωτογραφία πάνω στον τάφο και χαμογελάει. Τα υπέροχα γαλάζια μάτια της τον κοιτούν με αγάπη πίσω από το τζάμι της φωτογραφίας. Αυτά τα μάτια που ζούσαν μέσα του εβδομήντα χρόνια και του χαμογελούσαν γλυκά τα τελευταία πενήντα που μοιραζόταν μαζί της. Το Κορίτσι του. Η ζωή του όλη. Το γαλάζιο του. Ακόμα και τη στιγμή που έφυγε σαν αεράκι ένα πρωί από την αγκαλιά του, αυτά τα μάτια ήταν μέσα του. Ήταν γύρω του. Και θα ζούσαν για πάντα εκεί.

«Σ’ αγαπάω Κορίτσι μου. Σ’ αγαπάω ως το γαλάζιο του ουρανού» ψιθυρίζει καθώς αισθάνεται να λυγίζουν τα γόνατα του για πάντα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook