,

Ο τελευταίος χορός

Ούρλιαζε. Ούρλιαζε υστερικά. Και τότε, τη στιγμή που η φωτιά θέριευε γύρω της, άρχισε να χορεύει σύμφωνα με το ρυθμό της﮲ έναν ρυθμό που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει. Οι φλόγες την πλησίαζαν και χάιδευαν το ημίγυμνο κορμί της. Ένιωθε τις καυτές γλώσσες τους να τη γλείφουν, ενώ εκείνη συνέχιζε να χορεύει και να στροβιλίζεται. Και τότε, μέσα σε αυτή την πύρινη κόλαση, είδε τις πιο έντονες στιγμές της ζωής της, αυτές που την οδήγησαν στο σημείο που βρισκόταν τώρα να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια της.

Είδε τον εαυτό της 15 χρόνια πριν να παίζει χαρούμενη στην αυλή του σπιτιού της ένα ηλιόλουστο καλοκαιρινό πρωινό. Κι είδε εκείνον να την πλησιάζει και να της προτείνει να τον ακολουθήσει για να παίξει σε μια διαφήμιση. Και είδε τον εαυτό της να το κάνει. Ήταν μόλις 8 χρονών. Τον παρακολούθησε να την κρατάει από το χέρι, να την οδηγεί σε ένα σπίτι και να την κλείνει στο υπόγειο﮲ ένα υπόγειο, που ήταν διακοσμημένο σαν το πιο ονειρεμένο κουκλόσπιτο που θα μπορούσε να έχει.

Ήταν η πορσελάνινη του κούκλα. Εκείνη που την τάιζε στο στόμα και την έντυνε με τα πιο φανταχτερά φορέματα και κορδελάκια. Εκείνη που της αγόραζε τα πιο ακριβά παιχνίδια, ό,τι μπορούσε να θελήσει ένα κορίτσι της ηλικίας της. Εκείνη που την εκπαίδευε και διάβαζε μαζί της τα μαθήματα που της δίδασκε ο ίδιος. Ποτέ του δεν την άγγιξε. Ποτέ πριν κλείσει τα 18 της χρόνια.

Θυμόταν τις κινήσεις του. Δειλές στην αρχή και βίαιες και απότομες στο τέλος. Και θυμόταν να της αρέσουν. Θυμόταν να τις αποζητάει συνέχεια.

Έκανε μια ακόμα στροφή μέσα στις φλόγες τη στιγμή που την πλησίαζαν όλο και πιο απειλητικά. Το βλέμμα της ονειροπόλο, δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε. Έμοιαζε χαμένο σε ένα λαβύρινθο που μόνο εκείνη γνώριζε τη διέξοδο, δεν ήθελε όμως να την διαβεί. Οι σκηνές ζωντάνεψαν και πάλι μπροστά της.

Τον είδε να κατεβαίνει κάθε μέρα στο κουκλίστικο δωμάτιό της και να ζουν τον έρωτα όπως τον είχε εκείνος στο μυαλό του κι όπως εκείνη πίστευε ότι ήταν το σωστό. Και μετά, άκουσε τον εαυτό της να τον ρωτάει τι υπάρχει εκεί έξω; Πώς είναι ο έξω κόσμος; Γιατί δεν την αφήνει να βγει; Τα ουρλιαχτά και οι φωνές του της τρύπησαν το μυαλό όταν της απαγόρεψε να του ξαναμιλήσει γι’ αυτό. Όταν της είπε πως ο έξω κόσμος δεν υπάρχει, πως υπάρχουν μόνο εκείνη κι αυτός.

Τον είδε να την τιμωρεί και να κάνει μέρες να καθίσει κοντά της. Της έφερνε απλά φαγητό κι έφευγε χωρίς να την κοιτάξει. Και θυμήθηκε τον εαυτό της να τον παρακαλεί να τη συγχωρέσει. Να του λέει πως δεν θα τον ρωτήσει ποτέ ξανά. Να του λέει πως τον είχε ανάγκη. Να του λέει πως δεν την ένοιαζε ο έξω κόσμος, γιατί όλος ο κόσμος της ήταν αυτός. Και τότε είδε το βλέμμα του να μαλακώνει.

Συνέχισε να χορεύει, τη στιγμή που ο καπνός δεν την άφηνε να αναπνεύσει πλέον. Τη στιγμή που κάποιοι ούρλιαζαν και χτυπούσαν την πόρτα κι εκείνη έβηχε, έβηχε με μανία, αλλά δεν ήθελε να σταματήσει το χορό.

Είδε τον εαυτό της να σηκώνεται από το κρεβάτι την ώρα που αυτός κοιμόταν. Και είδε να ανοίγει την καταπακτή που αυτός είχε ξεχάσει ανοιχτή. Ανέβηκε σιγά σιγά τα σκαλοπάτια κι έφτασε στον επάνω όροφο. Και τότε τα είδε. Είδε τα ψέματα που τη γέμιζε τόσο καιρό. Είδε τις φωτογραφίες ενός ευτυχισμένου γάμου και ενός μικρού κοριτσιού. Της είχε πει ψέματα. Δεν ήταν αυτή όλος του ο κόσμος. Είχε κι άλλο κόσμο εκτός από την ίδια. Κρατούσε άλλη γυναίκα κι άλλο παιδί αγκαλιά.

Και τότε τον είδε, να στέκεται πίσω της με βλέμμα τρομαγμένο. Κι εκείνη του όρμησε έξαλλη ουρλιάζοντας, κλείνοντας τα αυτιά της όταν προσπαθούσε να της εξηγήσει πως αυτός ήταν ο πρώτος του γάμος και είχε χωρίσει. Πως η γυναίκα του, του είχε απαγορέψει να βλέπει εκείνη και την κόρη τους και τότε εκείνος θόλωσε. Θόλωσε κι έκανε το πρώτο πράγμα που του είχε έρθει στο μυαλό χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Όταν την είδε, έμοιαζε τόσο έντονα στη μικρή του κόρη και γι’ αυτό την είχε πάρει μαζί του.

Εκείνη όμως δεν τον άκουγε. Δεν ήθελε να ακούσει. Τον έσπρωξε με δύναμη από κοντά της κι εκείνος χτύπησε το κεφάλι του σε ένα έπιπλο. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.

Οι φλόγες πλέον της έκαιγαν το πρόσωπο, αλλά δεν την ένοιαζε. Συνέχιζε να χορεύει.

Είδε τον εαυτό της να σπαράζει πάνω από το πτώμα του αγαπημένου της. Είδε τον εαυτό της να μην αναγνωρίζει πως η ελευθερία και η λύτρωση ήταν πλέον μπροστά της.

Μέσα στην ταραχή της, δεν πρόσεξε ότι με την πτώση του, είχε ρίξει το αναμμένο κερί που υπήρχε πάνω στο έπιπλο και η κουρτίνα είχε πιάσει φωτιά. Όταν όμως το κατάλαβε, άρχισε να ουρλιάζει υστερικά. Μετά όμως ηρέμησε. Ηρέμησε κι άρχισε να χορεύει.

Η πόρτα άνοιξε με μια κλωτσιά. Ένας άντρας πέρασε μέσα από τις φλόγες και την τύλιξε με μια κουβέρτα. Τη σήκωσε στους ώμους του και την έβγαλε έξω από το φλεγόμενο κτίριο. Οι πυροσβέστες έσβησαν την φωτιά, αλλά το σπίτι είχε πλέον καταστραφεί.

Η Ρεμπέκα Κουίνς εξαφανίστηκε από την αυλή του σπιτιού της σε ηλικία 8 χρονών. 15 χρόνια μετά, την έβγαλαν μέσα από ένα φλεγόμενο κτίριο. Το πτώμα του απαγωγέα της, είχε καεί τόσο πολύ, που δεν μπόρεσε να ταυτοποιηθεί ποτέ.

Σήμερα, 5 χρόνια μετά, νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική και δεν έχει καταφέρει ακόμα να αναγνωρίσει τη μητέρα της, παρόλο που εκείνη πηγαίνει κάθε μέρα να την δει. Δεν έχει καταφέρει να την αποδεχτεί ποτέ. Έχει προσπαθήσει πολλές φορές να αυτοπυρποληθεί και φωνάζει συνεχώς να την αφήσουν να φύγει. Φωνάζει συνεχώς να την αφήσουν να ολοκληρώσει τον τελευταίο της χορό για να βρεθεί στην αγκαλιά του.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Απάντηση


%d