,

Μά(ν)να εξ ουρανού

«Τι είπες ρε; Κατάλαβες τώρα τι είπες; Αστείο το λες εσύ αυτό;», φώναζε εν εξάλλω ο Χρήστος, πιάνοντας από τον γιακά και ταρακουνώντας τον παιδικό του φίλο και συντοπίτη, τον Χαράλαμπο.

«Πρώτον κάτω τα χέρια από το γιατρό! Δεύτερον, καθόλου δεν αστειεύομαι. Ιδού και η απόδειξις!»

«Δεν το πιστεύω. Μα είναι ποτέ δυνατόν; Πώς έγινε αυτό, μου λες πώς έγινε αυτό;», φύσαγε και ξεφύσαγε σε κατάσταση αλλοφροσύνης σχεδόν ο Χρήστος.

«Εμένα ρωτάς πώς έγινε;», απάντησε ο γιατρός , προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό του, καθώς ο φίλος του ήταν σε φανερή υπερένταση.

«Και τώρα τι θα γίνει; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε κάτι να γίνει!», συνέχιζε ο Χρήστος υψώνοντας ακόμα περισσότερο τη φωνή του.

«Τώρα Χρηστάκη δε γίνεται τίποτα! Εκτός αν θέλεις να στείλεις τη γυναίκα σου στον τάφο και μένα στη φυλακή!», απάντησε κοφτά ο γιατρός χωρίς ίχνος χαμόγελου αυτή τη φορά.

Ο Χρήστος πήρε επιτέλους τα χέρια του από το γιακά του γιατρού, κάθισε σε μία καρέκλα και έπιασε σε απελπισία το κεφάλι του.

Μόλις πέρυσι πήρε τη σύνταξή του ο Χρήστος και η γυναίκα του, η Βαγγελιώ, είχε καταθέσει τα χαρτιά της για συνταξιοδότηση, επίσης. Μειωμένη σύνταξη θα έπαιρνε η γυναίκα του, αλλά δεν τους πείραζε. Είχαν κουραστεί πολύ όλα αυτά τα χρόνια να δουλεύουν ακατάπαυστα και να μεγαλώνουν τέσσερα παιδιά. Τα παιδιά ήταν όλα ενήλικα, είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές και ήταν πλέον ανεξάρτητα. Τρεις λεβέντες και η μοναχοκόρη τους, η οποία μάλιστα ήταν παντρεμένη.

Δεν είχαν πλέον υποχρεώσεις, ήταν καιρός να κοιτάξουν λίγο τον εαυτό τους, εξάλλου νέοι ήταν ακόμα. Ο Χρήστος εξήντα τριών και η Βαγγελιώ πενήντα –δύο. Είχαν παντρευτεί νέοι και όλα τα χρόνια ήταν αφοσιωμένοι στα παιδιά τους. Ο Χρήστος μάλιστα επέμενε η Βαγγελιώ να φύγει από τη δουλειά, να έκαναν επιτέλους εκείνο το ταξίδι που πάντα ονειρεύονταν. Πού να φανταζόταν ότι θα τύχαινε αυτή η αναποδιά!

Κι αυτός ο Χαράλαμπος, κοτζάμ γιατρός και αδελφικός φίλος, δεν ήξερε να τον προειδοποιήσει; Τι τα ’χε τα πτυχία τρομάρα του! Και αυτή η γυναίκα του, τίποτα δεν είχε πάρει χαμπάρι νωρίτερα; Τέσσερα παιδιά είχε γεννήσει!

«Α ρε Χαράλαμπε, για το κορίτσι μας δεν μπόρεσες να κάνεις τίποτα τόσα χρόνια! Και τώρα εμείς… σ’ αυτή την ηλικία…», ψέλλιζε ο Χρήστος.

Η Βαγγελιώ, που καθόταν αμίλητη και σαστισμένη τόσην ώρα, ξαφνικά σαν να ξύπνησε από λήθαργο.

«Αυτό είναι!», αναφώνησε.

«Να ποια είναι η λύση!», συνέχισε να σκέφτεται δυνατά.

«Μάν(ν)α εξ ουρανού!», ήταν οι τελευταίες λέξεις του εσωτερικού αυτού διαλόγου πριν προβεί σε εξηγήσεις προς τους δύο άντρες που την κοίταζαν απορημένοι.

Την Ειρηνούλα, την πρωτότοκή τους, τη γέννησε η Βαγγελιώ μόλις έκλεισε τα δεκαεννέα της. Ήταν πια ολόκληρη γυναίκα, τριάντα-τριών ετών. Ήταν παντρεμένη εδώ και οκτώ χρόνια με έναν πολύ αξιόλογο άντρα, τον Στέφανο. Το ζευγάρι ήταν πολύ αγαπημένο και το μόνο που έμελλε για να συμπληρώσει την ευτυχία του ήταν ένα μωρό. Οι προσπάθειες τόσων ετών, συμπεριλαμβανομένων και τεσσάρων εξωσωματικών, είχαν αποβεί άκαρπες. Η περίπτωσή τους ήταν από τις δύσκολες, παρόλο το σχετικά νεαρό της ηλικίας τους. Τελευταία φλέρταραν με την ιδέα της υιοθεσίας, αλλά και πάλι οι διαδικασίες ήταν χρονοβόρες και η αναμονή για ένα νεογέννητο, μεγάλη. Η ψυχολογία της Ειρήνης ήταν πεσμένη. Ο Στέφανος τη στήριζε ολόψυχα. Δική του μάλιστα ιδέα ήταν η λύση της υιοθεσίας. Όπως δική του ήταν και η ιδέα τότε… που ήταν ακόμα φοιτητές.

Αυτός επέμενε να μην το κρατήσουν. Ήταν τόσο νέοι ακόμα. Είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους. Είχαν καιρό για κουτσούβελα. Γιατί να σκλαβώνονταν και να θυσίαζαν τα όνειρα, τα νιάτα και την ξεγνοιασιά τους για ένα λάθος, μία άτυχη στιγμή; Και αφού πήραν που πήραν την απόφαση, δεν απευθύνθηκαν τουλάχιστον στον Χαράλαμπο που ήταν οικογενειακός φίλος και άριστος γυναικολόγος, παρά πήγαν και το ‘τακτοποίησαν’ στα κρυφά σε έναν γνωστό του γνωστού του Στέφανου. Βέβαια, αυτό δεν μπορούσε να το χρεώσει η Ειρήνη στο σύντροφό της. Ήταν αποκλειστικά δική της απόφαση να μην απευθυνθεί στον Χαράλαμπο. Από τη μία τον ντρεπόταν και από την άλλη δεν ήταν και τόσο βέβαιη ότι θα τηρούσε εχεμύθεια. Επ’ ουδενί λόγω ήθελε οι δικοί της να μάθουν για την ανεπιθύμητη αυτή εγκυμοσύνη. Μπορεί κάτι να πήγε στραβά στην επέμβαση, γιατί η κοπέλα ποτέ ξανά δεν έμεινε έγκυος και είχαν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε.

Η Βαγγελιώ με τη σειρά της, εδώ και ένα χρόνο περίπου είχε ακανόνιστο κύκλο. Τα πράγματα έδειχναν ότι είχε μπει στην κλιμακτήριο. Μόλις πήρε ο Χρήστος τη σύνταξή του, το ζευγάρι εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και πήγε να μείνει στο χωριό του Χρήστου, στο εξοχικό τους. Η αλήθεια ήταν ότι η Βαγγελιώ είχε παραμελήσει το ετήσιο γυναικολογικό της έλεγχο, με την μετακόμιση και τα τρεχάματα. Όταν πέρασαν πια τέσσερις μήνες χωρίς σημάδια περιόδου, ήταν πια πεπεισμένη για την εμμηνόπαυση. Κανόνισε ραντεβού με το Χαράλαμπο για κατευθυντήριες γραμμές και επί τη ευκαιρία για το καθυστερημένο της τσεκ-απ.

Τότε έσκασε η βόμβα! Η Βαγγελιώ ήταν έγκυος! Η εγκυμοσύνη μάλιστα ήταν αρκετά προχωρημένη. Είχε μεν σημάδια, ναυτία, ατονία, αλλά τα απέδωσε σε τελείως διαφορετική αιτία! Ήταν τόσο δύσπιστη, που ο Χαράλαμπος της έκανε υπέρηχο και άκουσε την καρδούλα του μωρού.

Ενόσω εξελίσσονταν όλα αυτά, ο Χρήστος ματαίως προσπαθούσε να παρκάρει. Μετά από πολλή ώρα κατάφερε να σταθμεύσει και να περπατήσει αρκετή απόσταση μέχρι το ιατρείο του Χαράλαμπου, όπου εξελίχτηκαν ιλαροτραγικές καταστάσεις. Το μεγαλύτερο παιδί τους ήταν τριάντα-τριών και το μικρότερο είκοσι-πέντε. Όλα είχαν φύγει από το σπίτι και ήταν ανεξάρτητα. Και τώρα αυτή η κατραπακιά! Έμφραγμα πήγε να τον βρει τον Χρήστο! Η δε Βαγγελιώ καθόταν αποσβολωμένη και αμίλητη… μέχρι που της ήρθε η αναλαμπή!

«Μάννα εξ ουρανού» ήταν το παιδί αυτό, ένα θείο δώρο, απρόσμενο αλλά θεόσταλτο. Ένας «από μηχανής θεός». Η Βαγγελιώ με τη σειρά της, θα γινόταν μια «μάνα εξ ουρανού», ουρανοκατέβατη, που θα κυοφορούσε ‘το μωρό της κόρης της’. Αυτή ήταν η λύση. Το κοριτσάκι της θα γινόταν επιτέλους μητέρα. Σε λίγους μήνες θα κρατούσε, με τη βοήθεια του Θεού, αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, το ολόδικό της μωρό. Δεν θα συστηνόταν ως αδελφή του παιδιού, αλλά ως μάνα του. Δεν είχε καμία σημασία που δεν το γέννησε, είχαν το ίδιο αίμα.

Αυτά κάθισε και εξήγησε στους δύο άντρες. Τολμηρό σχέδιο και αρκετά ριψοκίνδυνο, όχι όμως ακατόρθωτο. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει το παραμικρό, εκτός από αυτούς τους τρεις και το ζευγάρι. Μακάρι η τύχη να ήταν με το μέρος τους και να μην υπήρχαν επιπλοκές. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση μια ομαλή εγκυμοσύνη και γέννα για μία γυναίκα στην ηλικία της Βαγγελιώς. Το θετικό της όλης κατάστασης, ήταν η καλή υγεία της γυναίκας και η εμπειρία των προηγούμενων τεσσάρων γεννών της. Αυτό που ήθελε προσοχή ήταν το διαδικαστικό σκέλος, επίσης. Δεν θα φαινόταν πουθενά η Βαγγελιώ ως μητέρα, ούτε είχαν σκοπό να δώσουν αναφορά στην κοινωνία για το σχέδιο αυτό. Η Ειρηνούλα τους θα ήταν η ‘εγκυμονούσα’. Έπρεπε να βγουν χαρτιά, ληξιαρχική πράξη γεννήσεως… με το όνομα της κόρης και του γαμπρού της. Ευτυχώς που ο Χαράλαμπος ήταν της απολύτου εμπιστοσύνης τους και μπορούσαν να βασιστούν πάνω του. Εξάλλου στα μάτια της Βαγγελιώς, δεν έκαναν ούτε κάτι παράνομο, ούτε κάτι ανήθικο. Ίσα ίσα, μία προσφορά αγάπης ήταν η κίνηση αυτή.

Οι δύο άντρες αρχικά ήταν σκεπτικοί, κυρίως ο γιατρός. Εν συνεχεία επεξεργάστηκαν το σχέδιο και προσέθεταν κι αυτοί ιδέες προς την τελειοποίησή του. Για τον Χρήστο ήταν η μοναδική λύση. Καμία όρεξη δεν είχε να μικρανασταίνει. Ο δε Χαράλαμπος ήταν μεν θετικός, απλώς θα προτιμούσε μία πιο διαφανή διαδικασία χωρίς προσποίηση εγκυμοσύνης της Ειρήνης. Με κανέναν τρόπο δεν δέχτηκε να λάβει χώρα ο τοκετός εκτός νοσοκομείου. Η Βαγγελιώ ήταν πενήντα-δύο ετών, σε καμία περίπτωση δε θα ρίσκαρε κάποια επιπλοκή. Η ιδέα της να γεννήσει στο σπίτι απορρίφθηκε αμέσως. Όσο για τα διαδικαστικά, θα έβρισκε τρόπο ο Χαράλαμπος να φανεί η Ειρήνη η φυσική μητέρα.

Η Ειρηνούλα είχε αποφασίσει να κάνει άλλο έναν κύκλο ορμονοθεραπείας και μία πέμπτη, απανωτή σχεδόν, προσπάθεια εξωσωματικής. Το είχε βάλει πείσμα να γίνει μητέρα, παρότι οι πιθανότητες ήταν ισχνές. Κατάπληκτη άκουγε τα συμβάντα που της διηγούνταν οι γονείς της. Την έπιασαν πρώτα μόνη της να της τα πουν, χωρίς την παρουσία του Στέφανου.

«Κοριτσάκι μου, μην ταλαιπωρείσαι άλλο. Όλες αυτές οι εξωσωματικές είναι και ψυχοφθόρες και επικίνδυνες για την υγεία σου. Είχες πει εξάλλου ότι θα σταματούσες και θα υιοθετούσατε ένα παιδάκι. Ορίστε λοιπόν, να η ευκαιρία! Μόνο που δεν χρειάζεται να γίνει υιοθεσία. Το μωρό αυτό θα φανεί ότι το γέννησες εσύ. Θα είναι δικό σου! Εξάλλου δεν απέχει πολύ από την αλήθεια, αφού έχετε συγγένεια πρώτου βαθμού».

«Ναι, αλλά ο Στέφανος; Θα θέλει; Αυτός δεν θα έχει καμία συγγένεια».

«Εδώ ο Στέφανος σου πρότεινε ο ίδιος να υιοθετήσετε ένα ξένο παιδάκι και θα έχει αντίρρηση να μεγαλώσετε το ίδιο σου το αδελφάκι;»

«Δεν ξέρω μαμά. Όλα αυτά μου ακούγονται τόσο εξωπραγματικά! Από τη μία είναι πράγματι ένα θαύμα, από την άλλη όμως όλη αυτή η μηχανορραφία με τρομάζει!»

«Μην την πιέζεις Βαγγελιώ. Συζήτησέ το κορίτσι μου με τον άντρα σου και αποφασίστε μόνοι σας τι θέλετε. Εμείς είμαστε εδώ για σας και θα σεβαστούμε κάθε σας επιθυμία. Έλα γυναίκα, σήκω να πάμε σιγά σιγά. Εμείς Ειρηνούλα θα μείνουμε δυο-τρεις μέρες ακόμα και θα κατηφορίσουμε για το χωριό. Οι αποφάσεις πρέπει να έχουν ληφθεί μέχρι τότε».

«Εντάξει μπαμπά μου»

Η Ειρήνη κοίταξε τη μητέρα της βαθιά στα μάτια. Πόσο άξια μάνα ήταν. Δεκαεννέα χρονών τη γέννησε και στάθηκε βράχος δίπλα σε τέσσερα παιδιά. Αυτή άραγε δεν είχε όνειρα, δεν ήθελε να ζήσει ξέγνοιαστα; Ποτέ δε θυμάται τη μαμά της να βαρυγκωμά, να παραπονιέται, να πει ότι κουράστηκε. Ήταν ο πιο ανιδιοτελής άνθρωπος που είχε γνωρίσει.

Η Βαγγελιώ κοίταξε την κόρη της βαθιά στα μάτια. Πόσο περήφανη ήταν για το κορίτσι της. Το καθαρό της βλέμμα, την αγνή της ψυχή. Δεν είχε ίχνος πονηριάς ή ανειλικρίνειας μέσα της. Υπήρχε μια διακριτή θλίψη, αλλά η Ειρήνη της τη διαχειριζόταν με αξιοπρέπεια. Παρά τις τόσες προσπάθειες τεκνοποίησης και την ταλαιπωρία, ποτέ της δεν την άκουσε να βαρυγκωμά, να παραπονιέται, να πει ότι κουράστηκε. Υπέμεινε στωικά και αγόγγυστα τα πάντα. Πόσο τη θαύμαζε. Ήταν ο πιο θαρραλέος και δοτικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει. Πόσα είχε να προσφέρει!

*****

Δυόμιση χρόνια αργότερα, μάνα και κόρη έκαναν βόλτα στην πλατεία του χωριού, σέρνοντας δύο βρεφικά καρότσια. Ένας τσουπωτός μπέμπης και μια τσαχπίνα τσούπρα είχαν βγει να πάρουν τον αέρα τους και να σκορπίσουν χαμόγελα στους περαστικούς, που εύχονταν στις δύο γυναίκες να ζήσουν τα τρισχαριτωμένα μωρά.

Η πέμπτη εξωσωματική, ήταν ανέλπιστα επιτυχημένη, χαρίζοντας στην Ειρήνη δίδυμα! Η κοπέλα ήταν αποφασισμένη να παλέψει μόνη της το θέμα της μητρότητας, απορρίπτοντας την προσφορά των γονέων της. Και να που το πείσμα και η πίστη της απέδωσαν καρπούς, μεταφορικά και κυριολεκτικά! Από μακριά διέκριναν τη φιγούρα του Χρήστου που κρατούσε δύο μπαλόνια, ένα μπλε και ένα ροζ. Τα έδεσε στα καρότσια των μωρών, σαν γνήσιος χαζοπαππούς που ήταν.

Ζούσε τη δεύτερη νιότη του ο Χρήστος. Ενώ οι συνομήλικοι του συνταξιούχοι περνούσαν τη μέρα στον καφενέ, άπραγοι και βαριεστημένοι, η δική του ζωή είχε αποκτήσει νόημα και πάλι. Ήταν ακμαίος, δραστήριος, ενεργός. Τα εγγόνια του τού έδιναν φτερά. Η κορούλα του είχε γίνει επιτέλους μητέρα! Ήθελε να τα χαρεί όσο μπορούσε, γιατί σε λίγες μέρες θα έφευγαν για Αθήνα πάλι.

Η αλήθεια ήταν βέβαια ότι η μεγαλύτερη πηγή της χαράς του ήταν η δίχρονη κορούλα του. Πόσο μετάνιωσε για την αντίδρασή του στο άκουσμα του ερχομού της! Το παιδί αυτό γύρισε το ρολόι δεκαετίες πίσω για το Χρήστο. Ένιωθε πιο ζωντανός και πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Δεν ήταν ένας συνταξιούχος που όδευε προς το τέλος, αλλά ένιωθε σαν ένας νέος άντρας που έκανε μια καινούργια αρχή.

Το ελιξίριο της νιότης του ήταν αυτό το πλάσμα, το γούρι της οικογένειας, που ήρθε στη ζωή τους σαν «μάννα εξ ουρανού», ένα θείο δώρο που την ομόρφυνε και γαλήνεψε την ψυχή τους!

Αναστασία Λαζαράκη

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: