,

Διαβολομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα

Η Εκάτη ένιωσε το πρόσωπό της να μουδιάζει από το κρύο, καθώς αναδύθηκε στον παγωμένο αέρα και πήρε μια βαθιά ανάσα. Η μυρωδιά του χλωρίου της έκαψε τα πνευμόνια. Τα γυαλάκια της θόλωσαν από τους υδρατμούς και τα καθάρισε βιαστικά, μα ΄κείνα ξαναθόλωσαν αμέσως. Ανασήκωσε τα γυαλάκια κολύμβησης και κοίταξε γύρω της ερευνητικά, μα το νερό άχνιζε σα χύτρα στη φωτιά και τη δυσκόλευε να δει γύρω της. Τίναξε τα πόδια της με δύναμη και αναδύθηκε μισό σχεδόν μέτρο πάνω από τον αργοσερνάμενο αχνό που ανασηκωνόταν σαν κόμπρα από το καλάθι της, λικνιζόμενη στις πνοές του φλάουτου τ’ ανέμου. Δεν υπήρχε κανείς γύρω από την πισίνα και στις κερκίδες πέρα από την Αγγελική, την προπονήτριά της, η οποία της έκανε νόημα ότι ήταν ώρα να βγει.

Η Εκάτη κινήθηκε νωχελικά προς το μέρος της, απολαμβάνοντας την αίσθηση του να κολυμπάς μέσα στο ζεστό νερό μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη, με τους αχνούς να σε τυλίγουν σα βελούδινη κάπα. Πλησιάζοντας τους βατήρες, η Εκάτη αποφάσισε να κάνει μια τελευταία βουτιά, φόρεσε τα γυαλάκια της και βυθίστηκε. Παρακολούθησε για λίγο τον μυστηριακό χορό των σκιών από τις τολύπες ατμού και ξαφνικά τινάχτηκε πίσω ξαφνιασμένη και αναδύθηκε απότομα. Κοίταξε γύρω της, αλαφιασμένη. Η Ινώ που κολυμπούσε στη διπλανή διαδρομή την προσπέρασε κολυμπώντας με νεύρο. Δεν υπήρχε τίποτα το ανοίκειο, όλα έμοιαζαν τόσο συνηθισμένα κι όμως η Εκάτη ένιωθε ξαφνικά τρομοκρατημένη. Έκανε ένα γύρο γύρω από τον εαυτό της, όλα φαίνονταν όπως συνήθως και η Ινώ είχε ήδη φθάσει τον βατήρα κι επέστρεφε για μια τελευταία βόλτα. Η Εκάτη έριξε ένα τρομαγμένο βλέμμα στο νερό από κάτω της, άχνιζε τόσο που δεν μπορούσε να δει καθαρά παρόλο τους δυνατούς προβολείς που φώτιζαν την πισίνα. Τι ήταν αυτή η περίεργη σκιά που είχε δει μέσα στην πισίνα; Γιατί σκιά πρέπει να ‘ταν κι αυτή, η ανόητη, τρόμαξε!

Όταν έφθασε στους βατήρες, ανασηκώθηκε αποφασιστικά, βγήκε αχνίζοντας στον παγωμένο αέρα και έτρεξε με μικρά βηματάκια προς το μπουρνούζι της που κρεμόταν στους γάντζους, τυλίχθηκε όσο καλύτερα μπορούσε και χύθηκε προς την υπόγεια είσοδο που οδηγούσε στ’ αποδυτήρια. Προτού ξεκινήσει να κατεβαίνει τα σκαλάκια, γύρισε αναστατωμένη ακόμη και έριξε μια τελευταία ματιά στην Ινώ και τότε πάγωσε! Η Εκάτη κοιτούσε έντρομη την πισίνα με τις τουλούπες ατμού που αναδύονταν από το ζεστό νερό και ανοιγόκλεινε το στόμα της ανήμπορη να φωνάξει. Κρύος ιδρώτας την έλουσε προσπαθώντας να κατανοήσει τι έβλεπε, μια αχνιστή τρομακτική μορφή κάποιου απόκοσμου πλάσματος που χανόταν κι επανεμφανιζόταν σα σκοτεινή σκιά που σκέπαζε την Ινώ.

«Εκάτη! Θα παγώσεις παιδί μου! Γρήγορα στα ντους!», ακούστηκε πίσω της η φωνή της Αγγελικής κάνοντας τη να τιναχτεί. «Άντε Ινώ, φθάνει! Βγες!», συνέχισε η Αγγελική και έκανε νόημα στην Ινώ που τις πλησίαζε.

Η Εκάτη ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταζε μια προς την τρομακτική μορφή και μια την Αγγελική που δεν έμοιαζε να παρατηρεί τίποτα περίεργο.

«Άντε, βρε! Τι κοκάλωσες έτσι;» της φώναξε η Αγγελική σχεδόν μες στο αυτί της, κάνοντάς τη να τιναχτεί και χωρίς να το πολυσκεφτεί, χύθηκε προς την υπόγεια διάβαση, έφθασε στα αποδυτήρια, έβγαλε τα ρούχα της από το ερμάριο και κατευθύνθηκε τρέμοντας στα ντους.
Η Εκάτη αφέθηκε στο εξαγνιστικό άγγιγμα του καυτού νερού. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να αποκλείσει τις σκέψεις της χωρίς αποτέλεσμα. Τι μου συμβαίνει; Δεν μπορεί όλο αυτό να είναι ψυχολογικό. Μπορεί; Αναρωτήθηκε μπερδεμένη. Η Αγγελική εμφανίστηκε στην πόρτα κρατώντας το χρονιάρικο μωρό της που χαμογελούσε γλυκά και μπαμπάδιζε.

«Εκάτη αύριο μπορεί να καθυστερήσω λίγο, ξεκινήστε εσείς, ε;»

Η Εκάτη της έγνεψε θετικά και στύλωσε το βλέμμα στο μωρό. Το μωρό της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο και κούνησε τα χεράκια του χαρούμενο.

«Έλα Ινώ, τώρα το έλεγα και στην Εκάτη, αύριο μπορεί να καθυστ…» τα λόγια χάθηκαν στον αέρα καθώς η Εκάτη, που δεν είχε τραβήξει το βλέμμα της από το μωρό, το είδε να κοιτά κατά την Ινώ, ν΄ανοίγει τα μάτια του διάπλατα από τρόμο και να μπήγει τα κλάματα. Το μωρό προσπάθησε να χωθεί στον κόρφο της μάνας του, που προσπαθούσε τώρα να το ηρεμήσει και να το συγκρατήσει να μην της πέσει, έτσι όπως σπαρταρούσε κλαίγοντας γοερά.

«Μα τι έπαθε το μωράκι;» είπε γλυκά η Ινώ και το πλησίασε, μα το παιδί ξεφώνισε έντρομο και η Αγγελική τις χαιρέτησε άρον άρον και βγήκε.

Η Ινώ προχώρησε κατευθείαν στο ντους και άνοιξε τον διακόπτη.

«Αχ, τι ωραίο που είναι το νερό σήμερα!», αναφώνησε καθώς το ζεστό νερό έπεφτε με δύναμη πάνω στο κορμί της. Η Εκάτη χωρίς να το συνειδητοποιεί, στύλωσε το βλέμμα πάνω της εξεταστικά. Η Ινώ με το όμορφο ψηλόλιγνο κορμί της, τις φαρδιές πλάτες, το ανύπαρκτο στήθος έβαζε σαμπουάν στα κοντοκουρεμένα κατάξανθα μαλλιά της. Ήταν η Ινώ που ήξερε τόσα χρόνια, η Ινώ με την οποία κολυμπούν δίπλα δίπλα από παιδιά. Κι όμως, τους τελευταίους μήνες ένιωθε σα να μην την ξέρει, σαν κάτι να την απωθεί, σαν κάτι να την απειλεί.

«Λοιπόν, τι λες;», ρώτησε ξανά πιο επιτακτικά η Ινώ αναγκάζοντάς τη να βγει από τις σκέψεις της.

«Για ποιο πράγμα;», ρώτησε αμήχανη η Εκάτη τραβώντας το βλέμμα της και έβαλε σαμπουάν στα μαλλιά της.

«Καλά δε μ’ ακούς τόση ώρα;», είπε φανερά ενοχλημένη η Ινώ. Η Εκάτη τραύλισε ότι ήταν αφηρημένη και η Ινώ στράβωσε το στόμα της με αποδοκιμασία. Το δωμάτιο με τις ντουζιέρες είχε αρχίσει να γεμίζει με ατμούς τους οποίους η Εκάτη κοίταξε έντρομη. Η Ινώ έκλεισε απότομα τον διακόπτη στο ντους της, τυλίχθηκε με το μπουρνούζι της και ήρθε και στάθηκε απέναντι στην Εκάτη κοιτώντας τη βαθιά στα μάτια.

«Ξέρεις κάτι; Ξέχασέ το! Βαρέθηκα να προσπαθώ!»

«Για τι πράγμα;», ψέλλισε αμήχανη η Εκάτη στρέφοντας το βλέμμα της στο πάτωμα και νιώθοντας τις τρίχες του κορμιού της ορθωμένες.

«Είμαστε τόσα χρόνια φίλες, μαζί παντού και ξαφνικά άρχισες να με αποφεύγεις! Ή μάλλον όχι ξαφνικά, από τότε που κέρδισα εγώ τον αγώνα!», φώναξε η Ινώ τονίζοντας το εγώ. «Ομολόγησέ το, ζηλεύεις! Τόσα χρόνια είχες μάθει να είσαι πρώτη και τώρα δεν μπορείς να το δεχτείς. Ζηλεύεις!» αναφώνησε η Ινώ και κόλλησε το πρόσωπο της στης Εκάτης.

«Μην είσαι ανόητη! Δε ζηλεύω!», είπε με σιγουριά η Εκάτη. «Αγωνιζόμαστε, κάποτε κερδίζουμε, κάποτε χάνουμε. Έτσι είναι. Άλλωστε δεν κέρδισες πρώτη φορά! Ίσα ίσα χάρηκα με τη νίκη σου, το άξιζες, γιατί προσπάθησες πολύ και ξεπέρασες τον εαυτό σου», πρόσθεσε μαλακά κοιτώντας τη βαθιά στα μάτια. Η Εκάτη ήταν σίγουρη για την απάντησή της. Άλλωστε τους τελευταίους μήνες είχε κάνει πολλές φορές στον εαυτό της αυτήν την ερώτηση και η απάντηση ήταν πάντα ίδια. Δε ζήλευε. Τώρα όμως ένιωθε πάλι πολύ έντονο αυτό το συναίσθημα της απειλής, σαν κάτι να την κρατούσε αιχμάλωτη και να ρουφούσε τον αέρα από το δωμάτιο. Γυρόφερε με τα μάτια το γεμάτο αχνούς δωμάτιο και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, καθώς το βλέμμα της γύρισε πάνω στο παγωμένο βλέμμα της Ινούς. Η σκιά, η σκιά βρισκόταν γύρω της, την τύλιγε, αναδυόταν από μέσα της. Η σκιά την κοίταζε μέσα από τα μάτια της Ινούς που τώρα απεικόνιζαν τον πόνο, την οδύνη, τον θάνατο!

Ένα εκνευρισμένο ξεφύσημα ακούστηκε και η Ινώ της γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε στα αποδυτήρια. Η Εκάτη κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο του δωματίου, τα καστανά της μάτια ήταν διάπλατα ανοικτά και κοιτούσε γεμάτη τρόμο τους ατμούς που στροβιλίζονταν στο δωμάτιο κι εξαϋλώνονταν χωρίς να αφήνουν ίχνη. Το μυαλό της έμοιαζε σαν ξεκούρδιστο ρολόι που ο δείκτης του όλο προσπαθεί να κινηθεί στο επόμενο λεπτό, μα δεν μπορεί να συνεχίσει και στο τέλος τα παρατά αποκαμωμένος.

«Εκάτη; Τι κάνεις τόση ώρα, ρωτά η γιαγιά… Το ξέχασες ότι σήμερα θα σε παίρναμε εμείς;»

Η Εκάτη γύρισε ξαφνιασμένη προς την παιδική φωνούλα. Η μικρή, συνονόματη ξαδερφούλα της στεκόταν στην πόρτα του δωματίου με τις ντουζιέρες και την κοίταγε με απορία.

«Ναι, τώρα, έρχομαι!», ψέλλισε η Εκάτη και ξεκόλλησε από τον τοίχο. Προσπέρασε τη μικρή και μπήκε στο αποδυτήριο. Η Ινώ έβαζε τα παπούτσια της καθισμένη στον απέναντι πάγκο, φανερά εκνευρισμένη. Η Δανάη άρχισε να ντύνεται βιαστικά αποφεύγοντας να την κοιτάξει. Όταν ετοιμάστηκε, γύρισε προς τη μικρή ξαδερφούλα της που καθόταν στην ενδιάμεση πόρτα. Η μικρή κοιτούσε φανερά προβληματισμένη προς την πόρτα από την οποία είχε βγει πριν λίγο η Ινώ.

«Τι έπαθες;» τη ρώτησε μαλακά η Εκάτη προσπαθώντας να δώσει, μάταια, ένα χαρούμενο τόνο στην φωνή της.

Η μικρή την κοίταξε με τα μεγάλα υγρά μάτια της και κάτι έκανε να πει, μα σταμάτησε κι έσφιξε το στοματάκι της. Η Εκάτη την πήρε από το παγωμένο της χεράκι και βγήκαν από την απέναντι πόρτα από αυτή που είχε βγει η Ινώ. Στάθηκαν για λίγο και κοίταξαν τον μεγάλο τρομακτικό μακρύ διάδρομο με τα λευκά ψυχρά φώτα και τα λευκά πλακάκια στους τοίχους. Δεν υπήρχε ψυχή. Η Εκάτη έσφιξε το χέρι της μικρής και της χαμογέλασε καθησυχαστικά καθώς ξεκίνησαν να τον διασχίζουν.

Η γιαγιά Εκάτη είχε επιστρέψει στο αμάξι και τις περίμενε ακουμπισμένη στο καπό, όταν είδε την Ινώ να βγαίνει. Η κοπέλα την πλησίασε και την χαιρέτησε φιλικά κι εκείνη ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, μα η μητέρα της που είχε μισοβγεί από τη θέση του οδηγού και τις φώναζε να βιαστεί τις διέκοψε. Η κοπέλα έτρεξε προς το μέρος του μεγάλου πολυτελούς τζιπ που έκλεινε την κυκλοφορία του δρόμου, χωρίς καν να έχει ανάψει τα αλάρμ και μπήκε μέσα βιαστική. Η ηλικιωμένη γυναίκα ακολούθησε με το βλέμμα της το τζιπ να χάνεται, το πρόσωπό της είχε πετρώσει και τα χείλη της είχαν γίνει μια σχισμή.

«Όλα καλά γιαγιά;», ακούστηκε ανήσυχη η φωνή της έφηβης Εκάτης. Η γυναίκα βρήκε γρήγορα την αυτοκυριαρχία της και ξεκίνησαν για το σπίτι.

Η ηλικιωμένη γυναίκα με τα μπαμπακένια μαλλιά πιασμένα κοτσίδες και το αφύσικα αρυτίδωτο, πανέμορφο πρόσωπο, έριχνε κλεφτές ματιές στην έφηβη εγγονή της που καθόταν δίπλα της ασυνήθιστα σιωπηλή. Προσπάθησε δύο τρεις φορές να ξεκινήσει συζήτηση χωρίς όμως αποτέλεσμα, όταν ακούστηκε η παιδιάστικη φωνή της μικρής Εκάτης από το πίσω κάθισμα.

«Γιαγιά;»

«Ναι, γλυκιά μου;»

«Γιαγιά;», επανέλαβε η μικρή που φαινόταν αναποφάσιστη και γυρόφερνε στα νευρικά χεράκια της την άκρη της φούστας της σα να ήθελε να τη στραγγαλίσει.

«Ναι;», είπε ενθαρρυντικά η γιαγιά και την κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη

«Γιαγιά; Μπορεί να υποφέρουν και οι κακοί;», ήρθε η απροσδόκητη ερώτηση από τη μικρή.

Η έφηβη Εκάτη τινάχτηκε σα να βγήκε από λήθαργο και η γιαγιά της έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα προτού απαντήσει.

«Φυσικά, αγάπη μου. Μερικές μάλιστα φορές γίνονται κακοί, επειδή υποφέρουν τόσο που παγώνει η καρδιά τους».

«Παγώνει η καρδιά τους;», ρώτησε η μικρή και τα ματάκια της γούρλωσαν από απορία. Η γιαγιά έγνεψε καταφατικά. Ησυχία απλώθηκε για λίγο.

«Γιαγιά;», είπε πιο ξεθαρρεμένη η μικρή Εκάτη

«Ναι;»

«Και πώς ξέρουμε αν κάποιος είναι κακός;»

«Το καταλαβαίνουμε συνήθως από τις πράξεις του, από αυτά που λέει, μα και από τα μάτια του. Τα μάτια είναι η πόρτα για την ψυχή του ανθρώπου, μα και κάθε πλάσματος», είπε η γιαγιά και γύρισε και κοίταξε την Εκάτη δίπλα της. Η έφηβη Εκάτη ανατρίχιασε καθώς θυμήθηκε τα μάτια της Ινούς και έσφιξε νευρικά της γροθιές της.

«Κι αν φοβάσαι να κοιτάξεις τα μάτια του;», ψέλλισε ερωτηματικά η Εκάτη.

Η γιαγιά γύρισε και την κοίταξε με έγνοια. Τη σιωπή διέκοψε η μικρή Εκάτη.

«Γιαγιά, εσύ είχες πει ότι ο πόνος εξαγνίζει τους… αυτούς… Αν τα μάτια του δείχνουν πόνο, μπορεί να είναι κακός;»

Η γιαγιά μειδίασε, έβγαλε αλάρμ και πάρκαρε στην πρώτη θέση που βρήκε.

Η Εκάτη γύρισε και την ρώτησε με απορία, «Δε θα πάμε σπίτι;»

«Θα πάμε…», είπε μ΄ένα τόνο μυστηρίου στη φωνή της γιαγιά και γύρισε ώστε να βλέπει και τις δύο εγγονές της. «Δεν υπάρχει λόγος για μισόλογα μεταξύ μας. Έχουμε πει ότι εμείς οι τρεις είμαστε σαν ένα. Πρέπει να μιλάμε ανοικτά. Λοιπόν, το είδατε κι εσείς;» ρώτησε και ξαφνικά σα να μετάνιωσε σταμάτησε.

Οι δύο εγγονές της την κοίταξαν αναποφάσιστες και κατέβασαν το βλέμμα.

«Λοιπόν;» ρώτησε ανυπόμονα η γιαγιά.

«Δεν ξέρω τι είδα», είπε με σιγανή αβέβαιη φωνή η έφηβη Εκάτη, «Δεν ξέρω, δεν μπορεί!»

«Φυσικά και μπορεί», είπε με σιγουριά η γιαγιά και έπειτα κοίταξε παραινετικά τη μικρή Εκάτη.

Η μικρή ανασήκωσε το μουτράκι και αφού σούφρωσε και ξεσούφρωσε τα χειλάκια της είπε με αποφασιστικότητα.

«Γιαγιά, υπέφερε! Αν το έβλεπες…»

«Το είδα», τη διαβεβαίωσε η γιαγιά Εκάτη και η έφηβη την κοίταξε ξαφνιασμένη. «Σήμερα το είδα πεντακάθαρα και έτσι πια εξηγούνται πολλά…», είπε με ήπια σίγουρη φωνή κοιτώντας στα μάτια την έφηβη εγγονή της. «Μα δεν είναι μόνος…», ψέλλισε.

Η έφηβη Εκάτη τσιμπήθηκε. Δεν μπορεί ονειρεύεται. Αποκλείεται να μιλάμε για το… πλάσμα, σκεφτόταν.

«Γιαγιά, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι; Να ελευθερωθεί; Να κοπούν οι αλυσίδες;» την έκοψε η μικρή Εκάτη.

«Είδες και τις αλυσίδες;» τη ρώτησε ξαφνιασμένη η γιαγιά. Η μικρή της έγνεψε καταφατικά.

«Στην αρχή φοβήθηκα, φοβήθηκα πολύ! Έμοιαζε τόσο τρομακτικός! Μεγάλος και σα να, σα να…»

«Σα να ρουφά το φως, τη ζωή…», μουρμούρισε η Εκάτη γυρνώντας και κοιτώντας τη μικρή στα μάτια.

«Ναι! Σα να ρουφά το φως! Τρόμαξα! Μα μετά είδα τις αλυσίδες. Δενόταν πάνω στην Ινώ!»

Το σαγόνι της έφηβης Εκάτης κρέμασε. Δεν μπορεί!

«Και τα μάτια του γιαγιά! Τα μάτια του! Έδειχνε να πονά πολύ!»

«Ναι, υποφέρει το καημένο!», υπερθεμάτισε η γιαγιά.

«Μα γιατί γιαγιά; Γιατί τον έχουν δεμένο;».

Η ηλικιωμένη γυναίκα γύρισε και κοίταξε στα μάτια την έφηβη Εκάτη. «Δεν έχεις καταλάβει γιατί τον αιχμαλώτισαν;», τη ρώτησε.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της με απορία. Όλη αυτή η συζήτηση της φαινόταν εξωπραγματική, να τώρα θα έφταναν σπίτι και θα ξυπνούσε!

«Για τη νίκη! Δε σου φάνηκε περίεργο που εν μια νυκτί η Ινώ κατάφερε να διορθώσει όλα αυτά που έκανε λάθος και να νικήσει; Τόσα χρόνια δεν το είχε καταφέρει, πέρα από τις φορές που την άφησες…», της είπε η γιαγιά της με νόημα και τα μάγουλα της Εκάτης κοκκίνισαν.

«Ήταν σα να ήταν άλλος, άνθρωπος», ψέλλισε η έφηβη.

«Γιατί δεν ήταν μόνο, ένας άνθρωπος…» είπε σκεφτική η γιαγιά. «Δεν έχω ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο», ομολόγησε έπειτα από μια μικρή σιωπή. «Πώς κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν αυτά τα πνεύματα και να τα εξαναγκάσουν, όχι μόνο να τις προστατεύουν, μα και να τις υπηρετούν;»

Η Εκάτη την κοίταξε σαστισμένη.

«Τι εννοείς, πόσα είναι, εγώ…»

«Υπήρχε άλλο ένα σίγουρα, ακολουθούσε τη μητέρα της Ινούς» τη διαβεβαίωσε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Όλος αυτός ο ξαφνικός πλούτος, οι ξαφνικές νίκες της Ινούς… Διαβολομαζώματα και πολύ φοβάμαι πως δε θ΄αποφύγουμε τα διαβολοσκορπίσματα… Τα πνεύματα έμοιαζαν να θέλουν να απελευθερωθούν. Δεν τις όριζαν, τα όριζαν».

«Δεν είμαι τόσο σίγουρη…», ψιθύρισε η Εκάτη. Η γιαγιά της την κοίταξε παραινετικά.

«Στην αρχή ένιωθα την παρουσία γύρω της και κάποιες φορές μου φάνηκε ότι την είχα δει, μα σήμερα την είδα καθαρά και έπειτα την είδα να γίνεται ένα μαζί της… Πώς να το πω; Είδα τα μάτια του μέσα από τα μάτια της Ινούς, ένιωσα την οργή του, τον πόνο του, τον…» η Εκάτη δεν τόλμησε να πει τη λέξη θάνατο.

«Η Ινώ είναι μικρή, εύπλαστη, ίσως βιάστηκαν να κάνουν την ένωση λόγω των αγώνων», είπε σκεπτική η γιαγιά «και πολύ φοβάμαι ότι αυτό μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο για την ίδια…»

«Πιστεύεις δηλαδή ότι η Ινώ κινδυνεύει;», ρώτησε ξαφνικά η Εκάτη έντρομη.

«Πολύ το φοβάμαι…», απάντησε η γιαγιά.

«Μα για ποιο λόγο; Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο λόγω των αγώνων; Η Ινώ έχει πια πολλά λεφτά, δεν χρειάζεται τους αγώνες. Μπορεί να σπουδάσει όπου θέλει, μπορεί να κάνει όσα ιδιαίτερα θέλει, μπορεί να πετύχει όσα θέλει, χωρίς καν να αγωνιστεί…», είπε με πίκρα η Εκάτη.

«Μικρή μου ξεχνάς κάτι. Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς. Αυτοί που έχουν τα λεφτά συνήθως θέλουν και τα δύο. Γι΄αυτό οι πλούσιοι φθάνοντας στα τελευταία τους θυμούνται ξαφνικά να κάνουν δωρεές και φιλανθρωπικό έργο, γιατί τα λεφτά μπορούν να εξασφαλίσουν την υστεροφημία. Το μόνο που δεν μπορούν να τους εξασφαλίσουν είναι την υγεία και την αθανασία…» είπε η γιαγιά καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή. «Πρέπει να το ψάξω το ζήτημα. Μέχρι τότε, κουβέντα σε κανέναν για όσα είπαμε εδώ ή για ό,τι είδατε. Πάμε…»

Οι μήνες πέρασαν και η Εκάτη γινόταν όλο και πιο συχνά μάρτυρας της παρουσίας του τρομακτικού, μα κατά τ’ άλλα άκακου πλάσματος. Όλο και πιο συχνά το πλάσμα έμοιαζε να εξουσιάζει την Ινώ που γινόταν κάθε μέρα και πιο νευρική, οξύθυμη, δυστυχισμένη, ενώ ‘κείνο φαινόταν να δυναμώνει.

Μια νύχτα, η γιαγιά Εκατητίμα κάλεσε την εγγονή της να πάει στο σπίτι της. Εκεί βρήκε και τη μικρή ξαδέρφη της να την περιμένει ανυπόμονη. Οι τρεις τους κάθισαν στην κεντρική τραπεζαρία και η γιαγιά Εκατητίμα έμοιαζε πολύ προβληματισμένη καθώς πήρε τον λόγο.

«Έψαξα πολύ, μα το μόνο που κατάφερα ήταν να βρω μόνο μια μικρή αναφορά για αιχμαλώτιση πνεύματος. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να λύσω το δέσιμο και να τους απελευθερώσω».

«Όμως πρέπει γιαγιά!» αναφώνησε η Εκάτη. «Δε με νοιάζει ο αγώνας, μα η Ινώ είναι σα να χάνεται κάθε μέρα και περισσότερο, γίνεται αχνή… Πρέπει να τη βοηθήσουμε!».

«Άμα το πούμε στη μαμά της;», πρότεινε η μικρή Εκάτη με την παιδιάστικη αφέλεια της. «Αυτή δε θα ξέρει; Αν αυτή το έκανε;»

«Δεν μπορούμε να ξέρουμε κατά πόσο έχει μολυνθεί κι αυτή…», είπε με επιφύλαξη η γιαγιά της.

«Έχει μολυνθεί…» της είπε με βεβαιότητα η Εκάτη, «αλλά λίγο, αυτή είναι η κυρίαρχη!».

«Αν μπορούσαμε να βρούμε το τελετουργικό, ίσως να μπορούσαμε να το αντιστρέψουμε. Αν είναι γραμμένο…» είπε η γιαγιά ξεφυσώντας και σφίγγοντας τα χείλη της.

«Θα μπορούσε να είναι στο σπίτι της;» ρώτησε σκεπτική η Εκάτη

«Ίσως…»

«Λοιπόν, από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Θα ξεκινήσουμε από εκεί…» είπε αποφασιστικά και σηκώθηκε. Η γιαγιά της την κοίταξε επιδοκιμαστικά.

«Υπάρχει, ίσως και ένας ακόμη τρόπος», είπε η γιαγιά κοιτώντας πότε τη μια και πότε την άλλη «Που δε θα μας βάλει ίσως σε μπελάδες… Αλλά δεν ξέρω αν θα πιάσει. Μόνη μου προσπάθησα και δεν τα κατάφερα…»

«Ποιος;», ρώτησε η Εκάτη γέρνοντας μπροστά με ενδιαφέρον.
Η γιαγιά τους τις κοίταξε για λίγο ακόμη βουβή και έπειτα έγειρε μπροστά και τους είπε ψιθυριστά «Να καλέσουμε την προστάτιδά μας».

«Ποια;», έκρωξε η Εκάτη

«Τη θεά Εκάτη, χαζούλα!», αναφώνησε η μικρή και χτύπησε χαρούμενη τα χεράκια της. Η έφηβη Εκάτη τις κοίταξε σα να έχουν τρελαθεί.

«Μου φαίνεται ότι έχεις ξεχάσει όλα αυτά που σου έλεγα μικρή, για την Εκάτη, τη θεά προστάτιδα της οικίας και της οικογένειας από το κακό και για τις επικλήσεις και τις τελετουργίες που έκαναν προς τιμήν της. Για τη θεά, που ακόμη και ο Δίας δεν τόλμησε να αμφισβητήσει την εξουσία της!», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα κοιτώντας τη με επιείκεια.

«Γιαγιά, παραμύθια μου έλεγες…»

«Μάλιστα… Λοιπόν, δεσποινίς μου, ήρθε η ώρα να σου αποδείξω ότι δεν σου έλεγα παραμύθια…», είπε ήπια η γιαγιά και ανασηκώθηκε

«Δε σου έλεγε παραμύθια!», είπε η μικρή Εκάτη με υποτιμητικό τόνο και σηκώθηκε τινάζοντας τις κοτσίδες της. Η έφηβη Εκάτη τις κοίταξε ξαφνιασμένη και καθώς τις είδε να βγαίνουν από το δωμάτιο τις ακολούθησε με αναποφάσιστο βήμα. Άνοιξαν την εξώπορτα, μπήκαν στο παλιό ασανσέρ, κατέβηκαν στην είσοδο με τη διακόσμηση του μεσοπολέμου και πήραν τη σκάλα για το υπόγειο. Υπήρχε ένας μακρύς διάδρομος με κάμποσες απλές ξύλινες φθαρμένες πόρτες αποθηκών και ο χώρος μύριζε έντονα μούχλα και υγρασία. Η γιαγιά ξεκλείδωσε μια πόρτα και τους έκανε νόημα να περάσουν καθώς άνοιγε το φως. Έπειτα κλείδωσε πίσω τους. Προχώρησε προς ένα παλιό μπαούλο ανάμεσα από σκεπασμένους με πανιά όγκους. Η γιαγιά έγειρε και έσπρωξε στην άκρη το μπαούλο, πασπάτευσε για λίγο το πάτωμα κι ανασήκωσε ένα τσιμεντένιο καπάκι. Μια τρύπα εμφανίστηκε στο πάτωμα, την οποία η γιαγιά φώτισε μ’ ένα φακό. Βρώμικα απότομα σκαλιά χάνονταν στο σκοτάδι. Τους έδωσε από έναν φακό και προχώρησε πρώτη. Η μικρή Εκάτη την ακολούθησε άφοβη κι έπειτα η έφηβη Εκάτη γεμάτη περιέργεια. Τα σκαλιά ήταν σκαμμένα στον σκληρό βράχο, όπως και οι τοίχοι της στενής στοάς. Στο τέλος των σκαλιών υπήρχε οριζόντια στοά όπου μια μεγάλη σιδερένια πόρτα έκλεινε την είσοδο. Η γιαγιά έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη της και άνοιξε την πόρτα διάπλατη. Με τον φακό της φώτιζε ένα ευρύχωρο δωμάτιο σπηλαίου, στο κέντρο του υπήρχε μια μεγάλη κυκλική πέτρινη βάση με τρία σκαλιά, ενώ κίονες που σχημάτιζαν έναν κύκλο υψώνονταν ως το ταβάνι. Στο κέντρο του κύκλου υπήρχε μια πέτρα με ύψος μισό μέτρο όπου ήταν σκαλισμένα τρία γυναικεία κεφάλια. Τριγύρω υπήρχαν σκόρπια αρκετά δομικά στοιχεία του αρχαίου ναού. Μια μεγάλη βιβλιοθήκη με δερματόδετα χοντρά βιβλία εκτεινόταν στον έναν τοίχο και δίπλα της υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο που στέναζε κάτω από το βάρος κάμποσων βιβλίων, και πυρσών.

«Λοιπόν;» ρώτησε ανυπόμονη η γιαγιά. Οι δύο εγγονές της δεν απάντησαν, μόνο συνέχισαν να περιεργάζονται τον απίστευτο χώρο με γουρλωμένα μάτια. Η γιαγιά έδωσε το κλειδί που κρατούσε στη μικρή Εκάτη και προχώρησε προς το γραφείο της, πήρε δύο πυρσούς τους άναψε και τους έδωσε στην έφηβη Εκάτη.

«Ελπίζω να θυμάσαι την επίκληση που σου είχα μάθει, τη ρώτησε κοιτώντας την αυστηρά στα μάτια. Η Εκάτη της έγνεψε θετικά και με δυσκολία κατάφερε να ψελλίσει «Αυτό είναι αυτό που νομίζω;» της είπε δείχνοντάς της με τα μάτια της ένα γύρω το δωμάτιο.

«Ναι, είναι το ιερό της χθόνιας Εκάτης» της είπε η γιαγιά της και της γύρισε την πλάτη για ν΄ανάψει τρία λιβανιστήρια.

«Μα πώς;» κατάφερε να ψελλίσει σαστισμένη η έφηβη κοπέλα κοιτώντας γύρω της.

«Σκέψου, Εκάτη, σκέψου τα παραμύθια, όπως τα είπες, που σου έχω πει τόσα χρόνια…», την προέτρεψε η γιαγιά της καθώς προσπαθούσε ν΄ανάψει ένα μείγμα λιβανιού και άλλων μυρωδικών σ΄ένα λιβανιστήρι.

Το σαγόνι της Εκάτης κρέμασε. Δεν μπορούσε να ήταν όλα αυτά που της έλεγε αλήθεια! Η Εκάτη, το παιδί των Τιτάνων Πέρση και Αστερίας, που λατρευόταν ως προστάτιδα των οικογενειών και που εξασφάλιζε την ευημερία τους, δεν μπορεί να υπήρχε σαν οντότητα! Μία οντότητα η οποία κατείχε τη μαγεία, τη γνώση των φαρμακευτικών και δηλητηριωδών βοτάνων, τη νεκρομαντεία και όχι μόνο! Κι όμως να που η Εκάτη βρίσκεται μπροστά στο ιερό που σύμφωνα με τις ιστορίες της γιαγιά της το είχαν σφραγίσει για να το προστατέψουν από την οργή των Χριστιανών και οι η ιέρεια που το φυλούσε είχε μετονομαστεί από Εκατητίμα, που σημαίνει τιμά την Εκάτη, σε Φωτεινή, αφού η θεά θεωρείται φορέας του φωτός, ώστε να μη δίνει στόχο. Τα τελευταία μόλις εκατό χρόνια οι ιέρειες ξαναπήραν το αρχαίο τους όνομα χωρίς φόβο, αν και οι νέες γενιές προτίμησαν το πιο εύηχο, Εκάτη.

Η γιαγιά της της έδωσε το λιβανιστήρι που ανέδυε μια μυρωδιά καμένων μαλλιών. Η Εκάτη σούφρωσε τη μύτη της με αηδία και κοίταξε το πιατάκι. Μπερδεμένες ξανθές τρίχες καιγόταν, ήταν οι τρίχες της Ινούς που της είχε ζητήσει η γιαγιά της πριν λίγες μέρες να της φέρει.
«Δεν έχουμε πολύ χρόνο, πάμε να πάρουμε θέσεις», τις προέτρεψε η ηλικιωμένη γυναίκα. Η Εκάτη κοίταξε τον στρογγυλό ναό στη μέση. Ξαφνικά όλα της φαινόταν τόσο οικεία, ήξερε ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Οι τρεις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών πήγαν και στάθηκαν στη μέση του κυκλικού ναού, πάνω στον σκαλιστό βράχο με τα τρία πρόσωπα, με τις πλάτες τους να ακουμπάνε μεταξύ τους και κοιτώντας μπροστά. Και οι τρεις στο ένα χέρι κρατούσαν λιβανιστήρι, οι δύο μεγαλύτερες πυρσούς και η μικρή Εκάτη το κλειδί. Τρεις απόλυτα εναρμονισμένες φωνές ακούστηκαν

«Δέσποινα σε καλούμε, εμείς οι κόρες σου…» .

Η επίκληση κράτησε κάμποση ώρα. Μάταια προσπαθούσε η Εκάτη να θυμηθεί τι ακριβώς έγινε κι ειπώθηκε σε ‘κείνον τον υπόγειο ναό. Η μνήμη της είχε σκαλώσει στην εικόνα του ναού να στριφογυρνά γύρω τους, ή μήπως αυτές γυρνούσαν; Κι αυτή η αίσθηση ιλίγγου την ταλαιπώρησε κάμποσες μέρες, μα το μόνο που είχε σημασία είναι ότι έπειτα από ‘κείνη τη βραδιά δεν ξαναείδε τα πλάσματα και η Ινώ είχε βρει τον παλιό καλό εαυτό της.

«Στις εννιά λοιπόν;» ρώτησε η Εκάτη την Ινώ.

«Ναι, στις εννιά, μόνο που…» είπε διστακτική η Ινώ.

«Τι έγινε;», τη ρώτησε η Εκάτη κοιτώντας την εξεταστικά την ίδια και τον χώρο γύρω της, της είχε γίνει συνήθεια πια.

«Να, Εκάτη, ξέρεις…»

«Τι;»

«Δε σου έχω μιλήσει, αλλά να…»

«Με τρομάζεις! Θα μου πεις τι έγινε;»

«Τον τελευταίο καιρό έχουμε κάποια προβλήματα στο σπίτι… Δηλαδή… Σκασίλα μου για τα λεφτά, ίσα ίσα μετά από καιρό νιώθω ξανά ότι μπορώ ν΄αναπνέω, αλλά οικονομικά… ξέρεις δεν…»

«Μην είσαι ανόητη! Σήμερα κερνώ εγώ!». Η Εκάτη ήξερε καλά ότι έπειτα από την παρέμβασή τους, παρόλο που προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο εκδίκησης από τα πνεύματα, η οικογένεια της Ινούς έζησε μέσα σε ελάχιστο χρόνο αυτό που έλεγε η αγαπημένη παροιμία της γιαγιά της “Διαβολομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα”.

Η Ινώ την κοίταξε και χαμογέλασε αχνά λέγοντας της «Μου είχε λείψει η παρέα σου όλο αυτόν τον καιρό και το ότι δεν είχα κάπου να μιλήσω και θέλω τόσα να σου πω. Τόσα που δεν ξέρω καν αν θα με πιστέψεις…»

«Ω μα θα σε πιστέψω!», είπε με σιγουριά η Εκάτη.

«Θα νομίζεις ότι τρελάθηκα!»

«Μπα! Τίποτα δεν μπορεί να με εκπλήξει πια!» της είπε η Εκάτη και βγήκαν στον στενό μακρύ και κάποτε, τρομακτικό διάδρομο σφιχταγκαλιασμένες.

Αναστασία Χ.

Απάντηση


%d