,

Καλέ, πού την πας την ντουλάπα;

«Κάτσε, χριστιανή μου μισό λεπτό! Κάτσε! Θα τα πάρω στα χέρια τα πλευρά! Τι σε έπιασε πρωί πρωί;»

Δεν της έδωσα καμία σημασία. Ήπια μια γουλιά από τον παγωμένο, πλέον, καφέ φίλτρου που είχα στην κούπα μου, έσφιξα λίγο περισσότερο τον κότσο στο κεφάλι μου, σκούπισα τον ιδρώτα που έτρεχε στο μέτωπό μου και συνέχισα ακάθεκτη τις δουλειές.

«Βρε μανίτσα μου, κάτσε να πιούμε λίγο καφέ σαν άνθρωποι. Να μου πεις πρώτα αναλυτικά τι έγινε και μετά, κάνουμε όλα αυτά που θες!».

Χωρίς σταματημό συνέχισα να βάζω με μανία πράγματα σε κούτες, μη δίνοντας καμία απολύτως σημασία στην ξεθεωμένη γυναικεία φιγούρα που είχε ξαπλώσει στον βελούδινο κυπαρισσί καναπέ μου.

«Ρε κοριτσάκι μου, κάτσε και θα σε βοηθήσω, αλλά να δω τι θα καταλάβεις αν αλλάξεις πάλι, πάλι, τη διαρρύθμιση της κρεβατοκάμαράς σου! Δε θα σου περάσει ακόμα και αν ξεπατωθείς στις δουλειές. Μίλα στη φίλη σου πρώτα!».

Δεν έχω καμία όρεξη όχι να μιλήσω, αλλά ούτε και να την κοιτάξω. Αντί να με αφήσει η κολλητή μου στην ησυχία μου να τελειώσω όλα αυτά που έχω στο μυαλό μου, είχε έρθει από βραδύς στο σπίτι και με καθυστερούσε. Ήθελε όλο να μιλάμε και να μιλάμε, ενώ εγώ ήθελα απλά να ξεμπερδέψω με την κρεβατοκάμαρα και να κοιμηθώ μια ολόκληρη μέρα. Αυτό ήταν το φάρμακό μου σε αυτές τις περιπτώσεις!

«Ψυχή μου; Με ακούς που σου μιλάω; Αχ, πάει! Το χάνουμε το κορίτσι! Τρελάθηκε! Και λογικό με όλα αυτά που γίνονται! Αχ, ποιον να πάρω για βοήθεια; Κάτσε να φάω ένα κουλουράκι να σκεφτώ. Τρώω ένα! Ε, Κατερίνα! Τρώω… Α, καλά! Πάει…».

Αλίμονο! Την άκουγα που μασούσε τα μουστοκούλουρα το ένα μετά το άλλο και ήθελα απλά να σηκωθώ και να την χαστουκίσω. Σεβάστηκα βέβαια τα τόσα χρόνια φιλίας που μας συνδέουν και έφυγε αμέσως αυτή η ιδέα από το μυαλό μου. Αλλά τι περίμενες; Εδώ και τόσα χρόνια το ίδιο πράγμα. Να την έχω ανάγκη και εκείνη να τρώει. Στις δικές της πίκρες έπινε πολύ και στις δικές μου πίκρες έτρωγε. Και πολύ μπλα μπλα. Ανάθεμα την, επικοινωνιακή μέχρι αηδίας και τελείως άχρηστη στις συμβουλές. Να τα λέμε κι αυτά! Την αγαπούσα όμως πάρα πολύ! Και τη χρειαζόμουν κι ας μην της το έλεγα!

«Κατερίνα μου; Μήπως τώρα που άδειασες τη ντουλάπα, θες να μιλήσουμε; Ε; Να πιούμε και λίγο ζεστό και μοσχομυριστό καφεδάκι; Και μετά, στο υπόσχομαι, θα σε βοηθήσω να κουνήσουμε και το κρεβάτι και τη ντουλάπα! Ε;».

Η ντουλάπα! Γεμάτη με ρούχα και παπούτσια του η μεσαία και με τα “πράγματά” του η επάνω. Ευτυχώς, ευτυχώς Παναγία μου, που ήταν ήδη σε κούτες. Όλη η παιδική και εφηβική του ζωή αμπαλαρισμένη από όταν μετακομίσαμε εδώ. Τύχη βουνό είχα που του είπα να μην τις ανοίξει. Αυτό στη λογοτεχνία λέγεται προοικονομία! Στη ζωή μου λέγεται… Άστο καλύτερα!

«Κατερίνα μου; Είναι ακόμα 9 το πρωί. Δεν έχεις φάει τίποτα. Δεν έχεις κοιμηθεί και όλο μαζεύεις. Τώρα τι μαζεύεις, ο Θεός και η ψυχή του! Αφού το σπίτι είναι καθαρό. Αφού αυτός σου είπε πως θα έρθει να πάρει μόνος του τα πράγματά του, εσύ γιατί βασανίζεσαι έτσι;».

Έφυγε. Πιέστηκε είπε. Ξενέρωσε είπε. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Μετά από τόσα χρόνια, απλά έφυγε. Και εγώ έμεινα εδώ να μαζεύω και τα κομμάτια μου και τα πράγματά του. Δεν υπάρχει γυρισμός. Όταν κλείνεις την πόρτα πίσω σου, δεν ξαναγυρίζεις. Κι εγώ εδώ… Να κάνω διαρρύθμιση στην κρεβατοκάμαρα μπας και αλλάξει το κάρμα. Μπας και…

«Καλέ, πού την πας τη ντουλάπα μόνη σου; Είσαι με τα καλά σου; Περίμενε! Έρχομαι και εγώ!».

Μα σταμάτησα να σπρώχνω. Έκατσα στο πάτωμα και κατέβασα το κεφάλι. Ωραίες κάλτσες φοράω. Με τον Γουίνι.

«Και τώρα τι; Ξανά από την αρχή; Ξανά στη γύρα; Θα έρθει να πάρει τα πράγματά του και μετά; Το σπίτι άδειο. Το κρεβάτι μου άδειο. Όπου σκατά και να το βάλω, η μία πλευρά θα είναι άδεια. Ένα πιάτο φαγητό θα σερβίρω. Μόνο ρομαντικές ταινίες θα βλέπω. Θα αναγκαστώ να ψωνίσω ρούχα για να γεμίσω τη μεσαία ντουλάπα και η επάνω θα μείνει κενή. Χωρίς κούτες να βρίζω που μου πιάνουν χώρο. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί πιέστηκε και ξενέρωσε ο κύριος! Που έχει κάθε δικαίωμα, αλλά δεν φεύγεις! Όχι, ρε φίλε! Δεν φεύγεις έτσι. Συζήτησέ το πρώτα. Δύο ήμασταν σ’ αυτή τη γαμωσχέση!».

Έκανε να κάτσει απέναντι μου και να απαντήσει στον μονόλογο μου. Δεν την άφησα…

«Μη διανοηθείς να κάτσεις πάλι. Έχουμε να μετακινήσουμε τη ντουλάπα και το κρεβάτι. Όταν με το καλό τελειώσουμε, θα τα πούμε όλα! Τώρα, βοήθα. Χρειάζομαι ανανέωση!».

Κατερίνα Μοχράνη

Απάντηση


Αρέσει σε %d bloggers: